17 | 09 | 2019

Αθήνα 31/10/1994
Αρ. πρωτ.:

ΠΟΛ. 1238


ΘΕΜΑ:
Κοινοποίηση ορισμένων διατάξεων του Ν. 2214/1994, οι οποίες αναφέρονται στη φορολογία εισοδήματος.

1. Σας κοινοποιούμε τις διατάξεις των άρθρων 1 - 5, 12 - 23, 29 και 30 του Ν. 2214/1994 «Αντικειμενικό σύστημα φορολογίας εισοδήματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 75), οι οποίες αναφέρονται σε θέματα φορολογίας εισοδήματος.

2. Για κάθε ένα από τα πιο πάνω άρθρα σας παρέχουμε τις ακόλουθες ερμηνευτικές οδηγίες με σκοπό την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους.

Άρθρο 1
Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από εμπορική επιχείρηση

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικής εμπορικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, θεωρείται εκείνο που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αθροίσματος της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης της επιχείρησης και της εμπορικής αμοιβής, που αποτελεί τη φορολογική βάση, με τους συντελεστές εμπορικότητας και απόδοσης της επιχείρησης, δηλαδή, (μισθωτική αξία + εμπορική αμοιβή) χ συντελεστή εμπορικότητας χ συντελεστή απόδοσης.

Ειδικότερα, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που υπάγονται στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού των καθαρών κερδών τους, από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και με την παράγραφο 19 του ίδιου άρθρου, προκύπτει σαφώς ότι στη ρύθμιση αυτή υπάγονται οι εμπορικές, βιοτεχνικές κ.λ.π. επιχειρήσεις που αποκτούν εισόδημα από εμπορικές δραστηριότητες ή από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλματος μη ειδικώς υπαγομένου στα κατά το άρθρο 45 του Ν.Δ. 3323/1955 ελευθέρια επαγγέλματα και ασκούνται είτε με τη μορφή της ατομικής επιχείρησης είτε με τη μορφή της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρίας, κοινωνίας αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικής κερδοσκοπικής ή μη εταιρίας, συμμετοχικής ή αφανής, καθώς και κοινοπραξίας της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, εφόσον δεν τηρούν βιβλία

του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό αυτών, ως ειλικρινών ή μη. Κατά συνέπεια, δεν υπάγονται στο αντικειμενικό σύστημα επιχειρήσεις που τηρούν υποχρεωτικά ή προαιρετικά βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είτε αυτά κρίνονται επαρκή και ακριβή, είτε ανεπαρκή ή ανακριβή, σε τρόπο ώστε στην περίπτωση αυτή το καθαρό κέρδος να προσδιορίζεται εξωλογιστικά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 36 του Ν.Δ. 3323/1955.

Σχετικά με την έννοια του εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις και κατά συνέπεια της υπαγωγής ή μη στις διατάξεις αυτού του άρθρου, των παρακάτω δραστηριοτήτων, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

- Οι αμοιβές που εισπράττουν οι κάτοχοι αυτοκινήτων, μηχανημάτων ή άλλων κινητών πραγμάτων από την ενοικίαση τους, εφόσον η ενοικίαση αυτή δεν αποτελεί το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, χαρακτηρίζονται ως εισόδημα της παραγράφου 3 του άρθρου 45 του Ν.Δ. 3323/1955 και επομένως δεν υπάγονται στις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου.

- Οι αμοιβές που αποκτούν οι εισπράκτορες των οφειλόμενων σε περιοδικά συνδρομών, υπολογιζόμενες ως ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, εφόσον τα υπόψη πρόσωπα υπόκεινται στον πειθαρχικό έλεγχο του εργοδότη τους, ακολουθούν τις γενικές και ειδικές οδηγίες του και ο τρόπος και ο τόπος της εργασίας τους, οι πελάτες καθώς και τα έντυπα είσπραξης καθορίζονται από αυτόν, αποτελούν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

- Το εισόδημα που αποκτούν οι απασχολούμενοι με σύστημα φασόν, θεωρείται σε κάθε περίπτωση, εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, εφόσον η σχέση που τους συνδέει με τον εργοδότη τους είναι μίσθωση έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας και δεν τελούν υπό την οικονομική εξάρτηση του εργοδότη τους.

- Το εισόδημα που αποκτούν οι DEALERS. Όπως είναι γνωστό, DEALERS θεωρούνται τα πρόσωπα που μεσολαβούν μεταξύ αγοραστών και πωλητού για τη διάθεση των προϊόντων του τελευταίου έναντι αμοιβής. Το θέμα πότε οι DEALERS θεωρείται ότι συνδέονται με τον πωλητή - εργοδότη τους με σύμβαση μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας (οπότε έχουμε εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες) ή με σύμβαση μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών (οπότε θεωρείται εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις) είναι ζήτημα πραγματικό.

Αν ο DEALER συμβάλλεται με τον εργοδότη του με σκοπό να προωθεί τις εργασίες του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο του, ως προς τον χρόνο, τον τόπο, τον τρόπο παροχής της εργασίας και χωρίς να του καταβάλλεται μισθός ή οδοιπορικά, αλλά μόνο αμοιβή που καθορίζεται κατ΄ αποκοπή ή κατά μονάδα παρεχόμενης εργασίας ή σε ποσοστό στις πωλήσεις (μεσιτεία ή προμήθεια) η σχέση αυτή δεν είναι σχέση μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας (ΣΤ΄ κατηγορία) και σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του Ν.Δ. 3323/1955, οι προμήθειες που αποκτώνται από τους DEALERS ως αντάλλαγμα για την παροχή αυτής της μη εξαρτημένης εργασίας τους προς τους εργοδότες τους, θεωρούνται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις (Δ΄ κατηγορίας). Κατά συνέπεια στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, δίνονται οι ορισμοί των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, με βάση τα οποία προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης.

Α. Μισθωτική αξία. Ως μισθωτική αξία λαμβάνεται ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) επί του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των τετραγωνικών μέτρων της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης με την τιμή ζώνης που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε ημερολογιακού έτους, σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων για τη ζώνη στην οποία βρίσκεται η εγκατάσταση αυτή, δηλαδή, μισθωτική αξία = (τιμή ζώνης χ αριθμό τετραγωνικών μέτρων επαγγελματικής εγκατάστασης) χ 6%.

Σε περίπτωση μεταβολής της επαγγελματικής εγκατάστασης κατά τη διάρκεια της χρήσης, λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία της εγκατάστασης (τιμή ζώνης, επιφάνεια κ.λπ.) η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μέσα στο έτος.

Για τις έννοιες της τιμής ζώνης και της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης, για την εφαρμογή του κοινοποιούμενου νόμου, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

α) Τιμή ζώνης.

Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή ανεξάρτητα του είδους της επαγγελματικής εγκατάστασης, (γραφείο, κατάστημα, κατοικία, βιοτεχνία, ξενοδοχείο κ.λπ.) λαμβάνεται υπόψη η ίδια τιμή ζώνης, για όλες τις κατηγορίες επαγγελματικών εγκαταστάσεων όπου βρίσκεται το ακίνητο. Δεδομένου ότι στη φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων οι ζώνες διακρίνονται σε: α) κυκλικές ζώνες και β) γραμμικές ζώνες (Γ.Ζ.) κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ως τιμή ζώνης θα λαμβάνεται υπόψη αυτή που ισχύει και στη φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων κατά περίπτωση, για την κρινόμενη επαγγελματική εγκατάσταση.

Ειδικά, για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου σε περίπτωση που η επαγγελματική εγκατάσταση αποτελείται από μη εστεγασμένη επιφάνεια π.χ. μάντρα οικοδομικών υλικών, για τον προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται υπόψη η τιμή ζώνης, που προβλέπεται για την ίδια περιοχή για εστεγασμένη επιφάνεια, χωρίς τη μείωση που προβλέπεται για τα οικόπεδα από τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων.

Για τις περιοχές που δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως τιμή ζώνης λαμβάνεται η κατώτερη τιμή ζώνης που ισχύει για την πρωτεύουσα του νομού, όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης.

Για την ενημέρωση σας, σας κοινοποιούμε πίνακα με την κατώτερη τιμή ζώνης που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 1994 στις πρωτεύουσες των νομών της χώρας, οι οποίες θα εφαρμοσθούν για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της διαχειριστικής περιόδου 1/1 -31.12.94 (οίκον, έτους 1995).

ΝΟΜΟΣ

ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ

ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΖΩΝΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΝΟΜΟΥ

1. Αττικής

Αθήνα

80.000

2. Αιτωλοακ/νίας

Μεσολόγγι

50.000

3. Αργολίδος

Ναύπλιο

80.000

4. Αρκαδίας

Τρίπολη

75.000

5. Άρτας

Άρτα

58.000

6. Αχαΐας

Πάτρα

50.000

7. Βοιωτίας

Λειβαδιά

58.000

8. Γρεβενών

Γρεβενά

60.000

9. Δράμας

Δράμα

75.000

10. Δωδεκανήσου

Ρόδος

70.000

11. Έβρου

Αλεξανδρούπολη

90.000

12. Ευβοίας

Χαλκίδα

45.000

13. Ευρυτανίας

Καρπενήσι

40.000

14. Ζακύνθου

Ζάκυνθος

40.000

15. Ηλείας

Πύργος

58.000

16. Ημαθίας

Βέροια

75.000

17. Ηρακλείου

Ηράκλειο

80.000

18. Θεσπρωτίας

Ηγουμενίτσα

65.000

19. Θεσσαλονίκης

Θεσσαλονίκη

90.000

20. Ιωαννίνων

Ιωάννινα

50.000

21. Καβάλας

Καβάλα

90.000

22. Καρδίτσας

Καρδίτσα

50.000

23. Καστοριάς

Καστοριά

70.000

24. Κερκύρας

Κέρκυρα

110.000

25. Κεφαλληνίας

Αργοστόλι

70.000

26. Κιλκίς

Κιλκίς

65.000

27. Κοζάνης

Κοζάνη

72.000

28. Κορινθίας

Κόρινθος

75.000

29. Κυκλάδων

Ερμούπολη

48.000

30. Λακωνίας

Σύρου

50.000

31. Λαρίσης

Σπάρτη

53.000

32. Λασιθίου

Λάρισα

65.000

33. Λέσβου

Αγ. Νικόλαος

65.000

34. Λευκάδος

Μυτιλήνη

70.000

35. Μαγνησίας

Λευκάδα

53.000

36. Μεσσηνίας

Βόλος

45.000

37. Ξάνθης

Καλαμάτα

80.000

38. Πέλλης

Ξάνθης

60.000

39. Πειραιώς

Έδεσσα

75.000

40. Πιερίας

Πειραιάς

70.000

41. Πρέβεζας

Κατερίνη

45.000

42. Ρεθύμνης

Πρέβεζα

75.000

43. Ροδόπης

Ρέθυμνο

75.000

44. Σάμου

Κομοτηνή

65.000

45. Σερρών

Σάμος

75.000

46. Τρικάλων

Σέρρες

45.000

47. Φθιώτιδας

Τρίκαλα

50.000

48. Φλώρινας

Λαμία

43.000

49. Φωκίδας

Φλώρινα

40.000

50. Χαλκιδικής

Άμφισσα

70.000

51. Χανίων

Πολύγυρος

85.000

52. Χίου

Χανιά

65.000

Σημειώνεται ότι, για τις Νομαρχίες Αθηνών, Ανατολικής και Δυτικής Αττικής και Πειραιά έχει ληφθεί η κατώτερη αντικειμενική τιμή ζώνης της Αθήνας, η οποία είναι πρωτεύουσα του νομού Αττικής, καθόσον οι επί μέρους νομαρχίες αποτελούν ένα ενιαίο νομό.

β) Επιφάνεια επαγγελματικής εγκατάστασης. Στην έννοια της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης περιλαμβάνεται, κάθε επιφάνεια στεγασμένη ή μη, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες της επιχείρησης ή συμβάλλει στην εξυπηρέτηση του σκοπού της. Έτσι, περιλαμβάνονται τόσο οι κτιριακές εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των κοινόχρηστων χώρων εξυπηρέτησης του προσωπικού, βοηθητικών χώρων όσο και ειδικές εγκαταστάσεις θέρμανσης, κλιματισμού, πυρασφάλειας, ψυκτικοί χώροι, χώροι για ξήρανση και συντήρηση προϊόντων, διαλογής, συσκευαστήρια, εκθεσιακοί χώροι καθώς και χώροι αποθήκευσης πρώτων υλών και εναπόθεσης βιοτεχνικών προϊόντων, χώροι φορτοεκφορτώσεως (ράμπες) κ.λπ. Επίσης, στην επιφάνεια της επαγγελματικής εγκατάστασης συμπεριλαμβάνεται και η επιφάνεια παταριού μέσα σε αίθουσα επαγγελματικής στέγης (ανοιχτός εξώστης). Στην περίπτωση αυτή η επιφάνεια του παταριού θα προσαυξάνει την επιφάνεια του κύριου χώρου της επαγγελματικής εγκατάστασης όπου ευρίσκεται.

Περαιτέρω, με το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης α" της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι ειδικά, για τις εμπορικές επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης, η μισθωτική αξία που λαμβάνεται υπόψη περιορίζεται στο πενήντα τοις εκατό (50%). Διευκρινίζεται ότι ο περιορισμός αυτός υπολογίζεται επί της μισθωτικής αξίας που έχει διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή, όταν συντρέχει περίπτωση, των μειώσεων της παραγράφου 3 αυτού του άρθρου, λόγω θέσεως ορόφου της εγκατάστασης.

Για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης διευκρινίζεται ότι η υπόψη διάταξη αναφέρεται σε παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης γενικά και συνεπώς η έννοια των υπηρεσιών εκπαίδευσης πρέπει να εξετάζεται με ευρύτητα περιλαμβανομένης στις υπηρεσίες αυτές κάθε είδους εκπαίδευσης.

Έτσι, περιλαμβάνονται υπηρεσίες εκπαίδευσης όλων των βαθμίδων και από την προσχολική εκπαίδευση και αγωγή μόνο τα νηπιαγωγεία, ενώ δεν περιλαμβάνονται οι παιδικοί καθώς και βρεφονηπιακοί σταθμοί.

Στην έννοια της εκπαίδευσης υπάγεται και η επαγγελματική εκπαίδευση. Συνεπώς, περιλαμβάνονται και οι ιδιωτικές σχολικές μονάδες μέσης βαθμίδας (σχολές - λύκεια) τεχνικής ή επαγγελματικής κατάρτισης που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 576/1977.

Σημειώνουμε εδώ ότι, στην έννοια της εκπαίδευσης περιλαμβάνεται και η επιμόρφωση. Συνεπώς περιλαμβάνεται και η παροχή υπηρεσιών εκπαίδευσης που παρέχεται με τη μορφή επιμόρφωσης.

Στην περίπτωση όμως που ο οργανωτής σεμιναρίων επαγγελματικής εκπαίδευσης, αναθέτει σε τρίτο πρόσωπο φυσικό ή νομικό, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα, την εκτέλεση εργασιών που θα συμβάλλουν στην πραγματοποίηση της παροχής της υπηρεσίας εκπαίδευσης, (π.χ. εξεύρεση καθηγητών, κατάρτιση προγράμματος διδακτέας ύλης, εξεύρεση αιθουσών διδασκαλίας κ.λ.π.) το τρίτο πρόσωπο δεν υπάγεται στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης.

Διευκρινίζεται ότι από τα γνωστά ως «εργαστήρια ελεύθερων σπουδών» περιλαμβάνονται μόνο οι εγκαταστάσεις όπου παρέχεται επαγγελματική εκπαίδευση. Η έννοια της επαγγελματικής εκπαίδευσης προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1566/1985 «για τη δομή και λειτουργία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 167), με τις οποίες καθορίζεται ο σκοπός των τεχνικών επαγγελματικών σχολών. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επαγγελματική εκπαίδευση, είναι αυτή που επιδιώκει να μεταδώσει στους σπουδαστές τεχνικές ή άλλες εξειδικευμένες γνώσεις ή γνώσεις επαγγελματικές και να καλλιεργήσει σ΄ αυτούς επιδεξιότητες, ώστε μετά την αποφοίτηση τους να μπορούν να ασκήσουν με επιτυχία ορισμένο επάγγελμα.

Ποιες από τις ιδιωτικές αυτές σχολές παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση, είναι θέμα πραγματικό και θα κρίνεται κάθε φορά από τον προϊστάμενο της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας. Σημειώνεται πάντως, ότι αν σε μία από τις σχολές αυτές παρέχεται εκπαίδευση επαγγελματική και ερασιτεχνική στον Ίδιο επαγγελματικό χώρο, για την επιχείρηση αυτή δεν μειώνεται η μισθωτική αξία.

Τέλος, σχετικά με τις ιδιωτικές αυτές σχολές που παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση, σημειώνουμε ότι εξετάζεται σε κάθε περίπτωση το αν εποπτεύονται ή όχι από το Υπουργείο Παιδείας ή άλλο Υπουργείο.

Επίσης, εκπαίδευση παρέχουν και οι επιχειρήσεις διδασκαλίας ξένων γλωσσών που είναι γνωστές σε διάφορους τίτλους, π.χ. Ινστιτούτο ξένων γλωσσών, σχολή ξένων γλωσσών κ.λπ. Έτσι για όλες αυτές τις επιχειρήσεις διδασκαλίας ξένων γλωσσών (γαλλικών, αγγλικών κ.λπ.) μειώνεται η μισθωτική τους αξία.

Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, μειώνεται η μισθωτική αξία για τις σχολές και τα εκπαιδευτήρια που έχουν σχέση με την γενική εκπαίδευση (στοιχειώδη και μέση) καθώς και την επαγγελμτική εκπαίδευση. Αποκλείονται έτσι, οι επιχειρήσεις που, τιτλοφορούμενες ως «σχολές», προσφέρουν ορισμένες εξειδικευμένες γνώσεις ή εμπειρίες ερασιτεχνικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα, όπως π.χ. οι σχολές οδηγών, σχολές αδυνατίσματος, σχολές ερασιτεχνών ζωγράφων και φωτογράφων, οι σχολές ιπππασίας, κολύμβησης, σκι, γουίν-σέρφινγκ κ.λπ. Πρέπει εδώ να διευκρινιστεί, ότι δεν υπάγονται οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εκπαίδευση ζώων, όπως π.χ. εκπαίδευση κυνηγετικών σκύλων κ.λπ.

Επισημαίνεται ότι υπάγονται και οι σχολές χορού που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και διέπονται από προεδρικά διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια του Ν. 1158/1981 (ΦΕΚ Α΄ 127) «περί οργανώσεως και διοικήσεως σχολών ανωτέρας καλλιτεχνικής εκπαίδευσης κ.λ.π.»:

αα) Οι ανώτερες σχολές χορού, των οποίων η οργάνωση και η λειτουργία ορίζεται με το Π.Δ. 372/1983 (ΦΕΚ Α΄ 131) «περί κανονισμού οργάνωσης και λειτουργία ανωτέρων σχολών χορού».

ββ) Οι ερασιτεχνικές σχολές χορού, των οποίων η λειτουργία ορίζεται από το Π.Δ. 457/1983 (ΦΕΚ Α΄ 174) που "αφορά την ίδρυση και λειτουργία ερασιτεχνικών σχολών χορού.

Τα εργαστήρια ελεύθερων σπουδών που εμφανίζονται συνήθως ως «σχολές» και ασχολούνται με την εκμάθηση οποιουδήποτε είδους χορού ερασιτεχνικού ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα, όπως π.χ. έντεχνου χορού, χορού ντίσκο, τζαζ, ταγκό ή αερόμπικ, γυμναστικής κ.λ.π. και δεν εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού δεν υπάγονται στις υπηρεσίες εκπαίδευσης.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις σχολές χορού που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία αα) και ββ), εφόσον παρέχονται υπηρεσίες εκμάθησης χορού ντίσκο, τζαζ, ταγκό, γυμναστικής κ.λ.π.

Εξάλλου, στην έννοια της εκπαίδευσης περιλαμβάνονται και οι υπηρεσίες που προσφέρονται από τα ιδιωτικά μουσικά εκπαιδευτήρια που προβλέπονται από τις διατάξεις του Β.Δ. 16/1966 (ΦΕΚ 7/15.1.66 τ.Α΄) και λειτουργούν με την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού. Έτσι υπάγονται τα ωδεία, οι διάφορες μουσικές σχολές και τα παραρτήματα τους.

Τέλος, επισημαίνεται ότι περιλαμβάνεται η κάθε μορφής εκπαίδευσης, άσκηση και αγωγή, που παρέχεται σε προβληματικά παιδιά, όπως είναι τα παραπληγικά, τα σπαστικά, τα απροσάρμοστα, τα αυτιστικά κ.λ.π.

Για τα φροντιστήρια παραδόσεων ιδιαίτερων μαθημάτων όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης από επιχειρήσεις - φροντιστήρια στις αίθουσες τους πρέπει να εξετάζεται αν τα ιδιαίτερα μαθήματα αφορούν υπηρεσίες εκπαίδευσης, καθόσον στη περίπτωση που αφορούν απόκτηση ερασιτεχνικών, ψυχαγωγικών κ.λ.π. γνώσεων ή εμπειριών δεν υπάγονται.

Β. Εμπορική αμοιβή.

Η εμπορική αμοιβή εκφράζει την αμοιβή του επιχειρηματία σε εναλλακτική απασχόληση και ισούται με την αμοιβή η οποία προβλέπεται από τη συλλογική σύμβαση εργασίας των εμποροϋπαλλήλων, που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, για υπάλληλο με πέντε (5) χρόνια υπηρεσίας, χωρίς προσαυξήσεις επιδομάτων πολυετίας και οικογενειακών βαρών, στρογγυλοποιούμενη στην πλησιέστερη εκατοντάδα χιλιάδας. Ως τέτοια αμοιβή για το οίκον, έτος 1995 (διαχείριση 1/1 -31.12.1994) αποτελεί το ποσό του ενός εκατομμυρίου επτακοσίων χιλιάδων (1.700.000) δραχμών.

Προκειμένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, εκτός από τις επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης, η παραπάνω αμοιβή προσαυξάνεται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) και για το οίκον, έτος 1995 (διαχείριση 1/1 - 31.12.94) ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων διακοσίων δέκα χιλιάδων (2.210.000) δραχμών.

Ως επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες νοούνται και οι επιχειρήσεις που σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων χαρακτηρίζονται έτσι ακόμα και όταν χρησιμοποιούνται υλικά, το κόστος των οποίων δεν υπερβαίνει το 1/3 της συνολικής αμοιβής, και με την προϋπόθεση όμως ότι από τη χρησιμοποίηση των υλικών δεν παράγεται νέο είδος αγαθού.

Έτσι, αν από τη χρησιμοποίηση υλικών, οποιουδήποτε κόστους και αν είναι αυτά, παράγεται νέο είδος αγαθού, τότε θεωρείται ότι έχουμε παραγωγή και πώληση αγαθού και όχι παροχή υπηρεσίας.

Τέλος, με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 ορίζεται ότι, εξαιρούνται της προσαύξησης της εμπορικής αμοιβής, κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), οι εμπορικές επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και ως τέτοιες επιχειρήσεις για την εφαρμογή του εδαφίου αυτού θεωρούνται εκείνες που αναφέρθηκαν και παραπάνω στην περίπτωση Α.

Γ. Συντελεστής εμπορικότητας.

Ο συντελεστής εμπορικότητας της επιχείρησης προσδιορίζεται ανάλογα με το συντελεστή εμπορικότητας της οδού ή της ζώνης σε περίπτωση που δεν υπάρχει για την οδό, που προβλέπεται από τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, επί της οποίας βρίσκεται η επαγγελματική εγκατάσταση.

Με βάση την παραπάνω συσχέτιση ο συντελεστής εμπορικότητας της επιχείρησης διαμορφώνεται από τις κοινοποιούμενες διατάξεις ως ακολούθως:

Για επιχειρήσεις Εγκατεστημένες σε περιοχές με συντελεστή εμπορικότητας

Συντελεστής Εμπορικότητας της επιχείρησης

1

1

1,1 - 2

1,20

2,1 - 3

1,40

3,1 - 4

1,60

πάνω από 4

1,80

Για επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές, οι οποίες δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως συντελεστής εμπορικότητας λαμβάνεται ο αριθμός ένα (1).

Δ. Συντελεστής απόδοσης. Ο συντελεστής απόδοσης, ο οποίος ανάλογα με το μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους, όπως οι συντελεστές αυτοί ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, προσδιορίζεται ως ακολούθως:

Για επιχειρήσεις με μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους

Συντελεστής απόδοσης

μέχρι 5%

1

πάνω από 5% μέχρι 10%

1,15

πάνω από 10% μέχρι 15%

1,30

πάνω από 15% μέχρι 20%

1,45

πάνω από 20%

1,60

Προκειμένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες ο συντελεστής απόδοσης προσδιορίζεται ως ακολούθως:

Για επιχειρήσεις με μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους

Συντελεστής απόδοσης

μέχρι 20%

1

πάνω από 20% μέχρι 30%

1,20

πάνω από 30% μέχρι 40%

1,40

πάνω από 40%

1,60

Για επιχειρήσεις με μοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους μέχρι 20% πάνω από 20% μέχρι 30% πάνω από 30% μέχρι 40% πάνω από 40%

Για επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζονται περισσότεροι από ένα μοναδικοί συντελεστές καθαρού κέρδος, για τον προσδιορισμό του συντελεστή απόδοσης λαμβάνεται υπόψη εκείνος της κύριας δραστηριότητας. Ως κύρια δραστηριότητα, για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, θεωρείται αυτή με τα περισσότερα ακαθάριστα έσοδα (βλ. Παράδειγμα 1ο).

Διευκρινίζεται ότι, ανάλογα ισχύουν και στην περίπτωση της αυτής δραστηριότητας αλλά με συντελεστές καθαρού κέρδους χονδρικής και λιανικής πώλησης.

Στις περιπτώσεις επαγγελμάτων που δεν έχουν περιληφθεί στους πίνακες των συντελεστών που αφορούν ακαθάριστα έσοδα, θα εφαρμόζεται ο συντελεστής του περισσότερου συναφούς ή συγγενούς επαγγέλματος. Σαν συγγενές ή συναφές επάγγελμα πρέπει να θεωρείται εκείνο που έχει ως αντικείμενο παρόμοιες ή παρεμφερείς εργασίες και λειτουργεί με τις ίδιες συνθήκες.

"Όταν το ασκούμενο επάγγελμα δεν κατονομάζεται στον πίνακα των συντελεστών που εφαρμόζονται στα ακαθάριστα έσοδα, ούτε μπορεί αυτό να υπαχθεί σε άλλο παρεμφερές ή συγγενές, τότε ο συντελεστής καθαρού κέρδους προσδιορίζεται με βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που υπάρχουν.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι η μισθωτική αξία μειώνεται προκειμένου για:

α) Επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται αποκλειστικά σε όροφο οικοδομής, πάνω από το ισόγειο, κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) (βλ. παράδειγμα 4ο).

Ημιόροφος ή μεσοπάτωμα είναι όροφος ή τμήμα ορόφου που βρίσκεται μεταξύ ισογείου και α΄ ορόφου και δεν έχει εσωτερική επικοινωνία με το ισόγειο ή, όταν έχει, αυτή δεν είναι αποκλειστική (έχει και άλλη είσοδο).

Σε περίπτωση που ο ημιόροφος ή το μεσοπάτωμα δεν έχει εσωτερική επικοινωνία με το ισόγειο κατάστημα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, λογίζεται ως α΄ όροφος και επομένως η μισθωτική αξία του μειώνεται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%). Αντίθετα, αν ο ημιόροφος ή το μεσοπάτωμα επικοινωνούν με το ισόγειο κατάστημα, έστω και αν υπάρχει και άλλη είσοδος, ο χώρος αυτών θεωρείται ενιαίος με του ισογείου καταστήματος και επομένως σε αυτή την περίπτωση δεν υφίσταται μείωση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου.

β) Επαγγελματική εγκατάσταση που βρίσκεται αποκλειστικά σε υπόγειο οικοδομής, κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

Από τη διατύπωση των διατάξεων των παραπάνω περιπτώσεων α και β προκύπτει σαφώς ότι για να μειωθεί η μισθωτική αξία κατά 30% ή 50%, κατά περίπτωση, θα πρέπει η επαγγελματική εγκατάσταση να βρίσκεται αποκλειστικά σε όροφο πάνω από το ισόγειο ή σε υπόγειο χώρο αντίστοιχα. Κατά συνέπεια η μισθωτική αξία εγκατάστασης η οποία εκτείνεται π.χ. στο ισόγειο και τον πρώτο όροφο οικοδομής δεν θα μειωθεί, όπως αναφέρουμε αμέσως παραπάνω, κατά 30%. Το ίδιο αν εκτείνεται σε ισόγειο και υπόγειο οικοδομής δεν θα μειωθεί κατά 50%. Τα παραπάνω εφαρμόζονται ανεξάρτητα αν υπάρχει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας ή όχι.

Διευκρινίζεται ότι υπόγειο θεωρείται ο όροφος ή τμήμα ορόφου που χαρακτηρίζεται ως υπόγειο στην αντίστοιχη άδεια της Πολεοδομικής Υπηρεσίας (εγκεκριμένα σχέδια) ή στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και γενικά σε κάθε τίτλο κτήσης τους.

γ) Αποθηκευτικό χώρο, κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%). Η μισθωτική αξία του αποθηκευτικού χώρου προσαυξάνει τη μισθωτική αξία της έδρας της επιχείρησης. Αν στην πόλη όπου βρίσκεται ο αποθηκευτικός χώρος δεν είναι εγκατεστημένη η έδρα της επιχείρησης αλλά υποκατάστημα αυτής, η μισθωτική αξία του αποθηκευτικού χώρου προσαυξάνει τη μισθωτική αξία του υποκαταστήματος.

Ως αποθήκη θεωρείται κάθε ανεξάρτητη επαγγελματική εγκατάσταση, στην οποία δεν εκδηλώνεται καμία συναλλακτική δραστηριότητα (αγορά ή πώληση αγαθών, καταβολή ή είσπραξη χρημάτων, έκδοση ή αποδοχή συναλλαγματικών) ή παραγωγική δραστηριότητα (κατεργασία, εξευγενισμός, συναρμολόγηση, διασκευή-συσκευασία κ.τλ.), αλλά χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τη φύλαξη-αποθήκευση των αγαθών. Από την επαγγελματική εγκατάσταση αυτή ενεργούνται μόνο απλές παραλαβές ή παραδόσεις αγαθών.

Διευκρινίζεται ότι η μισθωτική αξία του αποθηκευτικού χώρου μειώνεται κατά ποσοστό 75%, ανεξάρτητα της θέσης αυτού (υπόγειο, α΄ όροφος κ.τ.λ.), χωρίς και ταυτόχρονη μείωση της αξίας του με βάση τα ποσοστά που ορίζονται στην προηγούμενη παράγραφο λόγω θέσης της εγκατάστασης. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής η περιοχή της τέως Διοίκησης Πρωτεύουσας θεωρείται μια πόλη.

Επίσης, σε περίπτωση που ο αποθηκευτικός χώρος ευρίσκεται σε πόλη εκτός της έδρας της επιχείρησης, στην οποία πόλη υπάρχουν περισσότερα του ενός υποκαταστήματα, η μισθωτική αξία αυτού προσαυξάνει την μισθωτική αξία του πλησιέστερου προς τον χώρο αυτόν υποκατάστημα.

Σε περίπτωση που μέρος του χώρου της αυτής επαγγελματικής εγκατάστασης χρησιμοποιείται ως αποθήκη και το υπόλοιπο ως κατάστημα ή υποκατάστημα, εάν ο αποθηκευτικός χώρος βρίσκεται επί διαφορετικού ορόφου, εφόσον η επικοινωνία γίνεται με κοινόχρηστη σκάλα ή κοινόχρηστο ανελκυστήρα, κρίνεται ως ξεχωριστός χώρος και έχει την προβλεπόμενη μείωση κατά ποσοστό 75%. Αντίθετα αν επικοινωνεί εσωτερικά με το κατάστημα δεν υπολογίζεται η μείωση αυτή. Αν βρίσκεται στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο και οι χώροι είναι συνεχόμενοι, δεν υπολογίζεται η μείωση, ενώ αν δεν είναι συνεχόμενοι οι χώροι, αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστός χώρος και υπολογίζεται η μείωση αυτή.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου και προκειμένου να αποφευχθούν ακραίες περιπτώσεις επιχειρήσεων που έχουν, λόγω της φύσης του αντικειμένου των εργασιών τους, μεγάλη επιφάνεια επαγγελματικής εγκατάστασης, ορίζεται ότι η μισθωτική αξία των ακινήτων που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, όπως δηλαδή αυτή η μισθωτική αξία έχει διαμορφωθεί μετά την προσθήκη της μισθωτικής αξίας τυχόν αποθηκευτικού χώρου επί της μισθωτικής αξίας της έδρας ή υποκαταστήματος και αφού έχουν γίνει τυχόν προβλεπόμενες μειώσεις δεν μπορεί να υπερβεί την προβλεπόμενη εμπορική αμοιβή, η οποία για τη χρήση 1994 είναι ίση με το ποσό του 1.700.000 δραχμών. (Βλ. παράδειγμα 4).

Εξαιρετικά όμως, στην περίπτωση που, όπως περιγράφεται παρακάτω στην παράγραφο 7, υπάρχουν υποκαταστήματα και υπολογίζεται για κάθε υποκατάστημα χωριστά το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, για το οποίο λαμβάνεται η εμπορική αμοιβή μειωμένη κατά ποσοστό 50%, η μείωση αυτή δεν λαμβάνεται υπόψη για τον περιορισμό της μισθωτικής αξίας και επομένως και για μισθωτική αξία του υποκαταστήματος ισχύει ο ίδιος περιορισμός όπως και για την επαγγελματική εγκατάσταση της έδρας, δηλαδή η μισθωτική αξία του υποκαταστήματος δεν μπορεί να υπερβεί το ακέραιο ποσό της εμπορικής αμοιβής και προκειμένου για τη χρήση 1994 το ποσό του 1.700.000 δραχμών.

Στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών εκπαίδευσης η μισθωτική αξία, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την εμπορική αμοιβή, είναι αυτή που προκύπτει μετά τις μειώσεις της παραγράφου 3, λόγω θέσης ορόφου της εγκατάστασης και της περίπτωσης α" της παραγράφου 2, λόγω της φύσης του αντικειμένου των εργασιών τους.

Στις λοιπές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών το όριο της εμπορικής αμοιβής το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί η μισθωτική αξία είναι αυτό

που προκύπτει μετά την προσαύξηση της εμπορικής αμοιβής κατά ποσοστό 30%, όπως προβλέπεται από την περίπτωση β" της παραγράφου 2, λόγω της φύσης της δραστηριότητας τους, δηλαδή το ποσό των 2.210.000 δραχμών για τη χρήση 1994.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, προκειμένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, οι οποίες συστεγάζονται στον ίδιο επαγγελματικό χώρο, η μισθωτική αξία επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων επιχειρήσεων.

Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι αποκλειστικό κριτήριο επιμερισμού αποτελεί ο αριθμός των συστεγαζόμενων επιχειρήσεων και όχι η χρησιμοποιούμενη επιφάνεια από κάθε συστεγαζόμενη επιχείρηση.

Ο παραπάνω επιμερισμός διενεργείται μόνο σε επιχειρήσεις που:

α) Από τη φύση τους είναι αποκλειστικά παροχής υπηρεσιών.

β) Είναι μικτές και όλες οι δραστηριότητες παροχής υπηρεσίας και εμπορίας ή παραγωγής αγαθών διεξάγονται στον ίδιο χώρο και σύμφωνα με όσα ορίζονται παρακάτω στην παράγραφο 9 κρίνονται κατά κύριο λόγο ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών.

γ) Είναι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και εμπορίας ή παραγωγής αγαθών, αλλά στο χώρο της συστέγασης παρέχονται μόνο υπηρεσίες, ενώ οι λοιπές δραστηριότητες διενεργούνται, σε άλλες εγκαταστάσεις.

Ο επιμερισμός σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις διενεργείται μόνο επί της μισθωτικής αξίας του χώρου (έδρα, υποκατάστημα, αποθήκη) που υπάρχει η συστέγαση.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συστέγαση για ολόκληρο το δωδεκάμηνο, γίνεται ανάλογος επιμερισμός της μισθωτικής αξίας. Σημειώνεται ότι, ο σχετικός επιμερισμός διενεργείται εφόσον όλες οι συστεγαζόμενες εγκαταστάσεις είναι παροχής υπηρεσιών, ενώ δεν εξετάζεται η νομική φύση της μισθωτικής κτλ. σχέσης π.χ. αρχική μίσθωση, υπεκμίσθωση, δωρεάν παραχώρηση κτλ.

Τέλος, διευκρινίζεται ότι, ο επιμερισμός ή μη, με βάση τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου της μισθωτικής αξίας, ακόμα και όταν υπάρχει συστέγαση, είναι ανεξάρτητες της επιτρεπόμενης από τις διατάξεις της παραγράφου 31 του άρθρου 44 του κοινοποιούμενου νόμου δυνατότητας συστέγασης.

Αντίθετα για τον ορισμό της συστέγασης λαμβάνεται υπόψη η παραπάνω σχετική διάταξη του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, σύμφωνα με την οποία οι πελάτες των συστεγαζόμενων επιτηδευματιών εξυπηρετούνται από κοινή είσοδο του χώρου του καταστήματος ή ο χώρος αυτός είναι ενιαίος ή επικοινωνεί με εσωτερικές εισόδους.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, όταν ως επαγγελματική στέγη της επιχείρησης χρησιμοποιείται η κατοικία του φορολογουμένου, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται υπόψη το ένα τρίτο (1/3) της επιφάνειας της κατοικίας του. Σημειώνεται όμως ότι, αν με την υποβαλόμενη οικεία φορολογική δήλωση, δηλώνεται ότι χρησιμοποιείται ως επαγγελματική εγκατάσταση επιφάνεια μεγαλύτερη της αντιστοιχούσης στο ένα τρίτο (1/3) της επιφάνειας της κατοικίας, για τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος θα ληφθεί αυτή με μεγαλύτερη επιφάνεια.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ρυθμίζεται ο τρόπος προσδιορισμού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης στην περίπτωση που αυτή διατηρεί και υποκαταστήματα. (Βλ. παράδειγμα 3ο).

Με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι, σε περίπτωση που υπάρχουν υποκαταστήματα προσδιορίζεται για κάθε υποκατάστημα ξεχωριστά, με βάση το αντικείμενο της διεξαγόμενης από αυτό δραστηριότητας, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος και το συνολικό ποσό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος όλων των υποκαταστημάτων προστίθεται στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της έδρας της επιχείρησης.

Κάθε επιτηδευματίας, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων, εφόσον ασκεί περισσότερες από μια δραστηριότητες, σε διαφορετικές επαγγελματικές εγκαταστάσεις, στις οποίες εκδηλώνεται οποιασδήποτε συναλλακτική κίνηση ή παραγωγική διαδικασία, θεωρεί μία από τις εγκαταστάσεις του αυτές, σαν κεντρικό ή έδρα και τις υπόλοιπες σαν υποκαταστήματα π.χ. φυσικό πρόσωπο, εκμεταλλεύεται ατομικά αρτοποιείο στην Αλεξανδρούπολη, κατάστημα ψιλικών στην Κομοτηνή και κατάστημα πώλησης τουριστικών ειδών στην Ξάνθη. Κεντρικό κατάστημα του, θεωρεί εκείνο της Αλεξανδρούπολης όπου και η κύρια επιχείρηση του και τα υπόλοιπα δύο, υποκαταστήματα.

Σημειώνεται ότι, επί νομικών προσώπων ως έδρα θα λαμβάνεται αυτή που αναφέρεται στο καταστατικό τους.

Ειδικότερα, για την εφαρμογή του παρόντος, διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που στο αυτό κτίριο χρησιμοποιείται από την επιχείρηση ισόγειος χώρος με τον πρώτο όροφο ή με το υπόγειο και οι χώροι αυτοί επικοινωνούν εσωτερικώς έστω και αν εξυπηρετούνται και από ξεχωριστή είσοδο δεν υπολογίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος χωριστά για κάθε εγκατάσταση, επειδή δεν θεωρείται ότι υπάρχει υποκατάστημα.

Όμοια και όταν χρησιμοποιούνται χώροι, πλην του παραπάνω συνδυασμού, ανεξάρτητα αν είναι συνεχόμενοι π.χ. πρώτος και δεύτερος ή τρίτος όροφος, είτε επικοινωνούν εσωτερικά είτε με την κοινόχρηστη σκάλα, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται χώροι συνεχόμενοι επί διαφορετικών κτιρίων, εφόσον επικοινωνούν εσωτερικά, και με την προϋπόθεση ότι από πλευράς Κ.Β.Σ. δεν υποχρεούνται σε τήρηση ξεχωριστών βιβλίων υποκαταστήματος θεωρείται ότι υπάρχει μια εγκατάσταση.

Η μισθωτική αξία του λογιστηρίου της επιχείρησης, όταν βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο από το κατάστημα, προσαυξάνει τη μισθωτική αξία του καταστήματος χωρίς μείωση.

Περαιτέρω, με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κάθε υποκαταστήματος η εμπορική αμοιβή μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

Στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, εκτός αυτών που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης, μειώνεται με το ποσοστό αυτό, η προσαυξημένη σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου κατά ποσοστό 30% εμπορική αμοιβή.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται ότι, δεν λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής εμπορικότητας για επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, που μπορεί να είναι:

α) Είτε αποκλειστικά παροχής υπηρεσιών.

β) Είτε μικτές, των οποίων όλες οι δραστηριότητες διεξάγονται στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση και οι οποίες κατά την εφαρμογή της επόμενης παραγράφου 9 κρίθηκαν με κύρια δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών.

9. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου για επιχειρήσεις οι οποίες διεξάγουν στην ίδια εγκατάσταση μικτή δραστηριότητα (παροχή υπηρεσιών - πώληση εμπορευμάτων ή παραγωγή προϊόντων), προβλέπεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος. (Βλ. παράδειγμα 4ο).

Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης προσδιορίζεται πρώτα η κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης.

Ως κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης θεωρείται εκείνη η δραστηριότητα στην οποία αντιστοιχούν τα περισσότερα ακαθάριστα έσοδα.

Με βάση την κρίση αυτή προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης για την κύρια δραστηριότητα της είτε με βάση όσα προβλέπονται για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών (αύξηση εμπορικής αμοιβής, μη εφαρμογή συντελεστή εμπορικότητας, συστέγαση επιχειρήσεων) αν κριθεί ως κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης αυτή της παροχής υπηρεσιών, είτε με βάση όσα προβλέπονται για τις επιχειρήσεις εμπορίας ή παραγωγής αγαθών, αν κριθεί ως κύρια δραστηριότητα η εμπορία ή παραγωγή αγαθών. Στη συνέχεια, το προσδιοριζόμενο σύμφωνα με τα παραπάνω ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσαυξάνεται κατά το ποσοστό συμμετοχής, των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης δραστηριοτήτων στα συνολικά ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης.

(ακαθάριστα έσοδα δευτερεύουσας δραστηριότητας Χ 100) / Συνολικά ακαθάριστα έσοδα επιχ/σης

Το ποσοστό αυτό της προσαύξησης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), δηλαδή σε κάθε περίπτωση το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της κύριας δραστηριότητας θα προσαυξηθεί κατά ανώτατο όριο είκοσι τοις εκατό (20%).

Σημειώνεται ότι, εφόσον μία μικτή επιχείρηση κριθεί ως επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών, θα προσαυξηθεί κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) η εμπορική αμοιβή κατά τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της κύριας δραστηριότητας της.

Σε περίπτωση όμως που οι επιμέρους δραστηριότητες των παραπάνω επιχειρήσεων διεξάγονται σε ξεχωριστές εγκαταστάσεις, το ελάχιστο ποσό κάθε εγκατάστασης εξευρίσκεται με βάση όσα ορίζονται κατά τα ειδικότερα είτε ως επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών (προσαύξηση εμπορικής αμοιβής, όχι εφαρμογή συντελεστή απόδοσης) είτε ως επιχείρηση εμπορίας ή παραγωγής αγαθών (εφαρμογή συντελεστή απόδοσης, όχι προσαύξηση εμπορικής αμοιβής).

Για παράδειγμα αν ο φορολογούμενος διατηρεί επιχείρηση κομμωτηρίου με έδρα την Αθήνα και κατάστημα εμπορίας καλλυντικών (υποκατάστημα) στην Κόρινθο, για μεν την έδρα στην Αθήνα το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θα προσδιορισθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα για τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, για δε το υποκατάστημα θα προσδιορισθεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος σύμφωνα με όσα προβλέπονται για τις επιχειρήσεις εμπορίας αγαθών, (με μείωση της εμπορικής αμοιβής κατά ποσοστό 50% ως υποκατάστημα), το οποίο και θα προστεθεί στο ελάχιστο ποσό εισοδήματος της έδρας. Αν στην έδρα της επιχείρησης εκτός του κομμωτηρίου ασκείται και δραστηριότητα εμπορίας καλλυντικών (μικτή), προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της κύριας δραστηριότητας της έδρας, το οποίο και προσαυξάνεται κατά το ποσό συμμετοχής των εσόδων της δευτερεύουσας δραστηριότητας της έδρας στα συνολικά έσοδα αυτής, με ανώτατο όριο το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και στο άθροισμα που προκύπτει προστίθεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος του υποκαταστήματος.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και από εμπορικές επιχειρήσεις το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις κοινοποιούμενες διατάξεις, περιορίζεται στο μισό, εφόσον το καθαρό εισόδημα που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες είναι ίσο ή ανώτερο από την εμπορική αμοιβή που ισχύει εκάστοτε.

Διευκρινίζεται ότι, στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, που λαμβάνεται υπόψη για την μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, περιλαμβάνονται και τα απαλλασσόμενα εισοδήματα αυτής της κατηγορίας, όπως π.χ. οι αμοιβές του κατώτερου πληρώματος των εμπορικών πλοίων, το επίδομα που χορηγείται στους ανέργους από τον ΟΑΕΔ, τα ποσά που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς ανάπηρα κτλ. ( άρθ. 41 του Ν. 2093/1992). Επίσης λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες που φορολογούνται με ειδικό τρόπο καθώς και το ποσό της μείωσης του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες που προβλέπεται για τους δημοσιογράφους κτλ., σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 4 του Ν.Δ. 3323/ 1955. Αντίθετα, δεν λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 3323/1955 (έξοδα κίνησης, αποζημίωση απολυομένων κτλ.), καθόσον αυτά δε θεωρούνται εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες. Σημειώνεται ότι ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρούνται, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 3323/1955 και οι συντάξεις, βοηθήματα, επικουρικά κτλ., που καταβάλλονται σε συνταξιούχους.

Επίσης το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων, που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 13, δηλαδή επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα δωμάτια, κάμπιγκ, επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και φορτηγά δημόσιας χρήσης, δεν περιορίζεται στο μισό, με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, όταν δηλώνεται από το φυσικό πρόσωπο που ασκεί την επιχείρηση εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες.

Τέλος για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου αυτής ως εμπορική αμοιβή λαμβάνεται το ποσό αυτής που λαμβάνεται κάθε φορά υπόψη για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης.

11. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις προηγούμενες διατάξεις μειώνεται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) κατά τα τρία πρώτα χρόνια λειτουργίας της επιχείρησης. Τονίζεται ότι δεν πρόκειται για έκπτωση που παρέχεται επί των δηλουμένων ή προσδιορισθέντων ύστερα από έλεγχο κερδών της νέας επιχείρησης, όταν αυτά είναι καλύτερα από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου και επομένως επί των κερδών αυτών δεν θα παρέχεται η ανωτέρω έκπτωση.

Για τον υπολογισμό της τριετίας ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος, δηλαδή ουσιαστικά η έκπτωση αυτή υπολογίζεται για τα τέσσερα (4) πρώτα οίκον, έτη.

Έτσι για παράδειγμα, για το οίκον, έτος 1995, μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος δικαιούνται όσοι υπέβαλαν για πρώτη φορά δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος από 1.1.1991 και μετά. Αν η δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος υποβλήθηκε για πρώτη φορά όχι μέσα στο έτος 1991 αλλά στο έτος 1990 ή σε προηγούμενο αυτού έτος, διακόπηκε μεταγενέστερα η λειτουργία της επιχείρησης και επαναλειτούργησε μετά το έτος 1991, τότε για το οίκον, έτος 1995 θα εφαρμοστούν οι διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου, χωρίς την ανωτέρω μείωση 30%, γιατί ο υπόχρεος θεωρείται ότι ασκεί την επιχειρηματική του δραστηριότητα περισσότερο από 3 χρόνια.

Διευκρινίζεται ότι, για τον υπολογισμό της τριετίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα έτη από την υποβολή της πρώτης δήλωσης έναρξης άσκησης επαγγέλματος, ανεξάρτητα αν αυτή έγινε σε πόλη με πληθυσμό κάτω των 4.000 κατοίκων (όπου υπάρχει απαλλαγή από το αντικειμενικό σύστημα) και κατόπιν λόγω μεταφοράς της έδρας σε πόλη με πληθυσμό πάνω από 4.000 κατοίκους, υποβλήθηκε δήλωση μεταβολών. Για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ως δήλωση έναρξης επαγγέλματος φυσικού προσώπου θεωρείται και η αναγραφή του ως μέλους στην υποβαλλόμενη δήλωση έναρξης νομικού προσώπου ή στη δήλωση μεταβολών αυτού.

Περαιτέρω με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου ορίζεται ότι, σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα, μετά την πάροδο εξαμήνου από την πραγματική έναρξη άσκησης του επαγγέλματος, οι προηγούμενες διατάξεις του άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα έτη άσκησης του επαγγέλματος από τον υπόχρεο, δηλαδή δεν θα χορηγείται η έκπτωση του ποσοστού 30%, στο προσδιοριζόμενο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, που προβλέπεται για τις νέες επιχειρήσεις.

Ως έναρξη εργασιών στην περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος, θεωρείται ο χρόνος πραγματοποίησης της πρώτης συναλλαγής στα πλαίσια της επιχείρησης. Ως πρώτη συναλλαγή θεωρείται όχι μόνο η παράδοση αγαθών και η παροχή υπηρεσιών, αλλά και η αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών και γενικά κάθε άλλη συναλλαγή στα πλαίσια της δραστηριότητας της. Εξυπακούεται ότι η υπογραφή και μόνο της πράξης μίσθωσης της επαγγελματικής εγκατάστασης δεν θεωρείται συναλλαγή.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, κοινωνίες αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρίες, συμμετοχικές ή αφανείς, καθώς και κοινοπραξίες της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, οι οποίες προέρχονται από τη λύση ή μετατροπή υφιστάμενης επιχείρησης, ανεξαρτήτου νομικής μορφής και αντικειμένου εργασιών, δεν θεωρούνται νέες επιχειρήσεις για τη μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, εφόσον μετέχει σε αυτές ένα τουλάχιστον μέλος από αυτά που μετείχαν στην επιχείρηση

που λύθηκε ή μετατράπηκε ή η νέα επιχείρηση λειτουργεί στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση με την επιχείρηση που λύθηκε ή μετατράπηκε.

Κατά συνέπεια, με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου προκύπτει ότι και επί συγχωνεύσεως επιχειρήσεων, η εταιρία που προκύπτει δεν θεωρείται νέα επιχείρηση κατά την έννοια του νόμου αυτού, για τη μείωση κατά ποσοστό 30% του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος.

Με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου ορίζεται ακόμη ότι, για τις επιχειρήσεις για τις οποίες προβλέπονται ειδικές ρυθμίσεις σύμφωνα με την παράγραφο 13, αυτού του άρθρου (ενοικιαζόμενα δωμάτια, δημόσιας χρήσης αυτοκίνητα κτλ.) δεν αναγνωρίζεται έκπτωση του ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%) ακόμα και όταν πρόκειται για νέες επιχειρήσεις σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω.

Τέλος, με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής, ορίζεται ότι στις επιχειρήσεις που δεν τηρούν βιβλία και στοιχεία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων αν και έχουν υποχρέωση τήρησης ή τηρούν ανακριβή βιβλία και στοιχεία, δεν αναγνωρίζεται η πιο πάνω έκπτωση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Β.Σ. ανακρίβεια σε βιβλία πρώτης κατηγορίας έχουμε στις εξής περιπτώσεις:

α) μη καταχώρηση ή ανακριβής καταχώρηση αγορών,

β) μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση φορολογικών στοιχείων και

γ) εμφάνιση αθροιστικών λαθών.

Ανακρίβεια σε βιβλία δεύτερης κατηγορίας έχουμε στις εξής περιπτώσεις:

α) μη καταχώρηση ή ανακριβής καταχώρηση εσόδων ή εξόδων,

β) εμφάνιση αθροιστικών λαθών και

γ) μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση ή έκδοση εικονικών ή πλαστών στοιχείων διακίνησης ή αξίας, ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντισυμβαλλόμενο, λήψη ανακριβών ή εικονικών στοιχείων.

12. Με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι:

Στην περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση έκανε έναρξη λειτουργίας ή διακοπή των εργασιών της μέσα στην κρινόμενη περίοδο το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ημέρες λογίζεται ολόκληρος μήνας.

Διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση πτώχευσης του φορολογουμένου που ασκεί ατομική επιχείρηση ή θέσεως αυτού υπό δικαστική απαγόρευση ο χρόνος από της κηρύξεως της πτώχευσης ή της απαγόρευσης και για όσο χρόνο θα διαρκέσουν τα γεγονότα αυτά, δεν θεωρείται για την εφαρμογή του άρθρου αυτού ως χρόνος άσκησης επιχείρησης και επομένως, για το χρονικό αυτό διάστημα δεν θα έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

Περιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος σε τόσα δωδέκατα, όσοι και οι πραγματικοί μήνες λειτουργίας της επιχείρησης έχουμε και σε περιπτώσεις μετατροπής ή συγχώνευσης της επιχείρησης π.χ. μετατροπής σε ΕΠΕ, ενδιάμεσα του χρόνου, επιχείρησης υπαγόμενης στο αντικειμενικό σύστημα. Τονίζεται ότι για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχιακά (π.χ. τουριστικά επαγγέλματα κ.λ.π.) το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θα υπολογίζεται, χωρίς κανένα περιορισμό, για ολόκληρο το έτος. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι για τις επιχειρήσεις που κατά τη διάρκεια του έτους 1994 βρίσκονται σε αδράνεια και με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι η αδράνεια προϋπήρχε και στις προηγούμενες δύο συνεχόμενες χρήσεις, δεν θα προσδιορισθεί ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, για το οίκον. έτος 1995.

Με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής ορίζεται ακόμη ότι περιορίζεται ανάλογα το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει για τα υποκαταστήματα ή η μισθωτική αξία για τους αποθηκευτικούς χώρους, σε περίπτωση που οι υπόψη εγκαταστάσεις λειτούργησαν λιγότερο από δώδεκα μήνες μέσα στο χρόνο π.χ. μίσθωση αποθήκης τον μήνα Ιούλιο του 1994.

Τέλος οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται για τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ (ενοικιαζόμενα δωμάτια) και β΄ (κάμπιγκ) της παραγράφου 13 και στις παραγράφους 14 και 15 αυτού του άρθρου καθαρού εισοδήματος ή φόρου. Αντίθετα, για τις επιχειρήσεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 13 (αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης) το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος μειώνεται σε δωδέκατα αν η εκμετάλλευση αυτών διήρκησε λιγότερο από δώδεκα μήνες μέσα στο χρόνο, λόγω αγοράς ή πωλήσεως του αυτοκινήτου, ενδιάμεσα του έτους.

Διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση που φυσικό πρόσωπο ασκεί εκτός από δραστηριότητες για τις οποίες προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12, παράλληλα και δραστηριότητες των ειδικών ρυθμίσεων της παραγράφου 13 ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος αυτών ή το δηλούμενο, αντίστοιχα, προστίθεται στο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 για τις λοιπές εγκαταστάσεις.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1ο

Ομόρρυθμη εταιρία «Χ» έχει ως αντικείμενο εργασιών από το έτος 1989 την εμπορία ραδιοφώνων, βίντεο και συναφών ειδών, καθώς και τηλεοράσεων. Η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε μισθωμένο ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 150 τετραγωνικών μέτρων, στην οδό Ντέκα Ιωάννη, αριθ. 10, στη Θεσσαλονίκη.

Η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου βρίσκεται η οδός Ντέκα Ιωάννη, αριθ. 10, είναι 120.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο και ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού είναι 2,2. Από την 17418/1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και με τους κωδικούς 2330 «έμπορος ραδιοφώνων, βίντεο και συναφών ειδών» και 2330α «έμπορος τηλεοράσεων» προβλέπονται Μ. Σ. Κ. Κ. 10% και 5% αντίστοιχα.

Τηρείται βιβλίο εσόδων-εξόδων (Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ.), από το οποίο, για τη χρήση 1994, προκύπτουν ακαθάριστα έσοδα από την εμπορία ραδιοφώνων, βίντεο και συναφών ειδών 24.000.000 δρχ., από την εμπορία τηλεοράσεων 10.000.000 δρχ. και καθαρά κέρδη 2.900.000 δρχ. (24.000.000x10% και 10.000.000x5%), τα οποία και δηλώθηκαν με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οίκον, έτους 1995 της εταιρίας.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Ι) ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

1. Μισθωτική αξία επαγγελματικής εγκατάστασης επιχειρήσεως

- Τιμή ζώνης 120.000 δρχ. χ 150 τ.μ. επιφάνεια χ 6% =

1.080.000 δρχ.

2. Εμπορική αμοιβή

1.700.000 δρχ.

Συνολική βάση του αντικειμενικά προσδιοριζόμενου ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος δρχ.

2.780.000 δρχ.

II) ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

Το εισόδημα αυτό προσαρμόζεται περαιτέρω ανάλογα με:

3. Συντελεστής εμπορικότητας Δρχ. 2.780.000 χ 1,40 =

3.892.000 δρχ.

4. Συντελεστής απόδοσης Δρχ. 3.892.000x1,15 =

4.475.800 δρχ.

Συνεπώς, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της ομόρρυθμης εταιρίας Χ για τη χρήση 1994, ανέρχεται σε 4.475.800 δρχ. έναντι δηλωθέντος εισοδήματος δρχ. 2.900.000.

Σημειώνεται ότι επειδή τα ακαθάριστα έσοδα από την εμπορία ραδιοφώνων, βίντεο και συναφών ειδών, είναι μεγαλύτερα της εμπορίας τηλεοράσεων (24.000.000 μεγαλύτερο από 10.000.000), κύρια δραστηριότητα θεωρήθηκε αυτή της εμπορίας ραδιοφώνων, βίντεο και συναφών ειδών, της οποίας ο Μ.Σ.Κ.Κ. είναι 10%, γι΄ αυτό και χρησιμοποιήθηκε συντελεστής απόδοσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κοινοποιούμενου νόμου, ποσοστό 1,15.

III) ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΤΕΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ Δ ΠΗΓΗΣ

1. Καθαρά κέρδη με βάση τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία

2.900.000 δρχ.

2. Προστιθέμενη διαφορά (δρχ. 4.475.800?2.900.000) =

1.575.800 δρχ.

3. Σύνολο φορολογητέου καθαρού εισοδήματος από εμπορικές επιχειρήσεις

4.475.800 δρχ.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2ο

Φορολογούμενος ασκεί από το έτος 1991 ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών εκπαίδευση οδηγών αυτοκινήτων (επιχείρηση παροχής υπηρεσιών). Η επιχείρηση του είναι εγκατεστημένη σε μισθωμένο, ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 40 τετραγωνικών μέτρων, στην οδό Μπιζανίου το Ηράκλειο Κρήτης.

Η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου βρίσκεται η οδός αυτή, είναι 140.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο και ο συντελεστής εμπορικότητας της είναι 2,5.

Από την 17418/1955 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και με τον κωδικό 8023 «εκπαιδευτής οδηγών αυτοκινήτων» προβλέπεται Μ.Σ.Κ.Κ. 48%.

Τηρείται βιβλίο εσόδων-εξόδων (Β΄ κατηγορίας του Κ.Β.Σ.), από το οποίο προκύπτουν ακαθάριστα έσοδα 7.500.000 δρχ. δαπάνες 4.400.000 δρχ. και καθαρά κέρδη 3.100.000 δρχ., τα οποία και δηλώθηκαν με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οίκον, έτος 1995.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Ι) ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

1. Μισθωτική αξία επαγγελματικής εγκατάστασης επιχειρήσεως

- Τιμή ζώνης 140.000 δρχ. Χ 40 τ.μ. επιφάνεια Χ 6% =

336.000 δρχ.

2. Εμπορική αμοιβή 1.700.000 πλέον προσαύξηση 30% =

2.210.000 δρχ.

Συνολική βάση του αντικειμενικά προσδιοριζόμενου ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος Δρχ.

2.546.000 δρχ.

II) ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΒΑΣΗΣ

Επειδή ο Μ.Σ.Κ.Κ. είναι 48%, ο συντελεστής απόδοσης είναι 1,60 και το άθροισμα αναπροσαρμόζεται σε 2.546.000 χ 1,60 =

4.073.600 δρχ.

Επειδή η επιχείρηση βρίσκεται στο τέταρτο έτος λειτουργίας της, ως νέα επιχείρηση έχει έκπτωση ποσοστό 30%, ήτοι δρχ. 4.073.600 χ 30% =

1.222.080 δρχ.

Υπόλοιπο, το οποίο αποτελεί και το ελάχιστο ποσό καθαρού Εισοδήματος

2.851.520 δρχ.

Επειδή τα δηλωθέντα καθαρά κέρδη (3.100.000) είναι μεγαλύτερα του προκύπτοντος ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος (2.851.520), ο υπόψη φορολογούμενος θα φορολογηθεί με βάση τα δηλούμενα καθαρά κέρδη.

Σημειώνεται επίσης, ότι, επειδή η επιχείρηση είναι παροχής υπηρεσιών, δεν χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής εμπορικότητας.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 3ο

Φορολογούμενος ασκεί ατομική επιχείρηση, από το έτος 1982, με αντικείμενο εργασιών την εμπορία κατεργασμένων δερμάτων και ειδών υποδηματοποιίας λιανικώς.

Η επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε μισθωμένο ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 120 τετραγωνικών μέτρων, στην οδό Ερμού στην Αθήνα.

Ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού που βρίσκεται το κατάστημα, σύμφωνα με όσα ισχύουν στη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, έχει ορισθεί σε 4,8, ενώ η τιμή ζώνης που ίσχυε την 1.1.1994 για το μέρος της οδού αυτής που βρίσκεται η εγκατάσταση είναι 320.000 δρχ.

Σύμφωνα με την 17.418/1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και με τον κωδικό αριθμό 6330 «Έμπορος κατεργασμένων δερμάτων και ειδών υποδηματοποιίας λιανικώς» ο Μοναδικός Συντελεστής Καθαρού κέρδους ορίζεται σε 12%.

Τηρείται βιβλίο εσόδων-εξόδων (β΄ κατηγορίας του ΚΒΣ), από το οποίο προκύπτουν για τη διαχειριστική περίοδο 1.1 - 31.12.1994 ακαθάριστα έσοδα 45.000.000 δρχ. και καθαρά κέρδη 5.400.000 δρχ. (45.000.000 χ 12% ΜΣΚΚ).

Επίσης, η παραπάνω ατομική επιχείρηση διατηρεί και υποκατάστημα στην Πάτρα, στην οδό Αγράφων, σε μισθωμένο ακίνητο στον πρώτο όροφο, επιφάνειας 90 τετραγωνικών μέτρων, όπου διεξάγονται οι ίδιες εργασίες με το κεντρικό κατάστημα.

Η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου βρίσκεται η οδός Αγράφων, είναι 82.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο, ενώ ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού είναι 1.

Από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων-εξόδων του υποκαταστήματος προκύπτουν ακαθάριστα έσοδα 13.000.000 και καθαρά κέρδη 1.560.000 δρχ. (13.000.000 χ 12% Μ.Σ.Κ.Κ.).

Τα δεδομένα αυτά ανέγραψε και στα συμπληρωματικά στοιχεία φορολογίας εισοδήματος (έντυπο Ε3), που συνυποβάλλονται με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος.

Α. ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΣΟ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

1. Μισθωτική αξία επαγγελματικής εγκατάστασης

- Τιμή ζώνης 320.000 δρχ. Χ 120 τ.μ. επιφ. κατ. Χ 6% =

2.304.000 δρχ.

- Περιορισμός μισθωτικής αξίας στο ποσό της εμπορικής αμοιβής δρχ.

1.700.000 δρχ.

2. Εμπορική αμοιβή (ως συλλογική σύμβαση έτους) Δρχ.

1.700.000 δρχ.

Συνολική βάση του αντικειμενικά προσδιοριζόμενου ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος Δρχ.

3.400.000 δρχ.

3. Συντελεστής εμπορικότητας

Επειδή ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού Ερμού είναι 4,8, ο συντελεστής εμπορικότητας της επιχείρησης είναι 1,8 και το άθροισμα της μισθωτικής αξίας και της εμπορικής αμοιβής αναπροσαρμόζεται σε 3.400.000 χ 1,8 =

6.120.000 δρχ.

4. Συντελεστής απόδοσης

Επειδή ο ΜΣΚΚ του επαγγέλματος είναι 12%, ο συντελεστής απόδοσης της επιχείρησης είναι 1,30 και το παραπάνω γινόμενο αναπροσαρμόζεται σε 6.120.000 χ 1,30 =

7.956.000 δρχ.

Το ποσό αυτό αποτελεί και το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος του κεντρικού καταστήματος της επιχείρησης.

Β. ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΠΟΣΟ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΟΣ

1. Μισθωτική αξία επαγγελματικής εγκατάστασης

- Τιμή ζώνης 82.000 χ 90 τ.μ. επιφ. κατασ. Χ 6% =

442.800 δρχ.

- Μείωση λόγω θέσης ορόφου (αρθ. 1 παράγρ. 3 περίπτ. γ΄) 442.800 χ 30% =

132.840 δρχ.

Υπόλοιπο μισθωτικής αξίας

309.960 δρχ.

2. Εμπορική αμοιβή 1.700.000 μειωμένη κατά 50% (άρθ. 1 παράγρ. 7) 1.700.000 χ 50% =

850.000 δρχ.

Συνολική φορολογική βάση Δρχ.

1.159.960 δρχ.

3. Συντελεστής εμπορικότητας

Επειδή ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού Αγράφων είναι 1 και ο Συντελεστής εμπορικότητας του υποκαταστήματος είναι 1, το άθροισμα της μισθωτικής αξίας και της εμπορικής αμοιβής παραμένει ως έχει 1.159.960x1 =

1.159.960 δρχ.

4. Συντελεστής απόδοσης

Επειδή ο Μ.Σ.Κ.Κ. του επαγγέλματος είναι 12%, ο συντελεστής απόδοσης του υποκαταστήματος είναι 1,30 και το παραπάνω γινόμενο αναπροσαρμόζεται σε 1.159.960 χ 1,30 =

1.507.948 δρχ.

Το ποσό αυτό αποτελεί και το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος του υποκαταστήματος.

Γ. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

- Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος κεντρικού καταστήματος

7.956.000 δρχ.

- Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος υποκαταστήματος

1.507.948 δρχ.

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της επιχείρησης με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια

9.463.948 δρχ.

- Δηλωθέντα καθαρό εισόδημα Δ΄ κατηγορίας (5.400.000+1.560.000)

6.960.000 δρχ.

- Διαφορά εισοδήματος λόγω αντικειμενικών κριτιρίων

2.503.948 δρχ.

- Φορολογητέο καθαρό εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις 6.960.000 + 2.503.948 =

9.463.948 δρχ.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 4ο

Φορολογούμενος ασκεί από το έτος 1985 ατομική επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών την εμπορία ραπτικών μηχανών γενικά, επαγγελματικής ή οικιακής χρήσης, καθώς και επιδιορθώσεις ραπτομηχανών, γενικά επαγγελματικής ή οικιακής χρήσης. Η επιχείρηση του (μικτή) είναι εγκατεστημένη σε μισθωμένο κατάστημα πρώτου ορόφου, επιφάνειας 90 τετραγωνικών μέτρων στην οδό Πάρσης στη Νέα Ιωνία Αττικής.

Η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου βρίσκεται η οδός αυτή, είναι 100.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο και ο συντελεστής εμπορικότητας της είναι 2,4.

Από την 17418/1985 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και με τους κωδικούς 2341 «έμπορος ραπτικών μηχανών γενικά, επαγγελματικής ή οικιακής χρήσης» και 8207 «Επιδιορθώσεις ραπτομηχανών γενικά, επαγγελματικής ή οικιακής χρήσης», προβλέπονται Μ.Σ.Κ.Κ. 15% και 34%, αντίστοιχα.

Τηρείται βιβλίο εσόδων-εξόδων (β" κατηγορίας

του Κ.Β.Σ.), από το οποίο προκύπτουν ακαθάριστα έσοδα από την εμπορία 17.000.000 δρχ. και από τις επιδιορθώσεις 6.000.000 δρχ. και καθαρά κέρδη 4.590.000 δρχ., τα οποία και δηλώθηκαν με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οίκον. έτους 1995.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ ΠΟΣΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Επειδή τα ακαθάριστα έσοδα από την εμπορία είναι μεγαλύτερα από τα ακαθάριστα έσοδα της παροχής υπηρεσιών (17.000.000 μεγαλύτερο από 6.000.000), η επιχείρηση κρίνεται ως έχουσα κύρια δραστηριότητα την εμπορία και με βάση το δεδομένο αυτό προσδιορίζεται το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της.

1. Μισθωτική αξία επαγγελματικής εγκατάστασης

- Τιμή ζώνης 100.000 δρχ. Χ 90 τ.μ. επιφ.Χ 6% =

540.000

μείωση λόγω ορόφου 540.000 χ 30% =

162.000 δρχ.

Υπόλοιπο

378.000 δρχ.

2. Εμπορική αμοιβή

1.700.000 δρχ.

"Άθροισμα

2.078.000 δρχ.

3. Επειδή ο συντελεστής εμπορικότητας της οδού είναι 2, 4, ο συντελεστής εμπορικότητας της επιχείρησης είναι 1,40 και το άθροισμα αναπροσαρμόζεται σε: 2.078.000 χ 1,40 =

2.909.200 δρχ.

4. Επειδή ο Μ.Σ.Κ.Κ. της κύριας δραστηριότητας είναι 15%, ο συντελεστής απόδοσης είναι 1,30 και το προηγούμενο ποσό αναπροσαρμόζεται σε: 2.909.200 χ 1,30 =

3.781.960 δρχ.

το οποίο αποτελεί και το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της κύριας δραστηριότητας.

5. Ποσοστό συμμετοχής των ακαθάριστων εσόδων της δευτερεύουσας δραστηριότητας στα συνολικά ακαθάριστα έσοδα: 6.000.000 100/23.000.000 = 26,09%, το οποίο περιορίζεται σε 20%

6. Προσαύξηση ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κύριας δραστηριότητας 3.781.960 χ 20% =

756.392 δρχ.

7. Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος επιχείρησης

4.538.352 δρχ.

8. Δηλωθέντα καθαρά κέρδη

4.590.000 δρχ.

9. Προστιθέμενη διαφορά

0 δρχ.

10. Φορολογητέο καθαρό εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις 4.590.000+0 =

4.590.000 δρχ.

13. Με την παράγραφο 13 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, κατ΄ εξαίρεση των όσων αναφέρθηκαν, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των παρακάτω επιχειρήσεων, όταν δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, προσδιορίζεται ως ακολούθως:

α) Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια, ανεξάρτητα του τόπου εγκατάστασης, σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) δραχμές ετησίως για κάθε δωμάτιο.

Σημειώνεται ότι στη ρύθμιση αυτή δεν υπάγονται τα κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα (ξενοδοχεία κλασικού τύπου, ξενοδοχεία τύπου ΜΟΤΕΛ, ξενοδοχεία τύπου επιπλωμένων διαμερισμάτων και ξενοδοχεία κλασσικού τύπου και επιπλωμένων δωματίων) και από τα μη κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα, οι χώροι οργανωμένης κατασκήνωσης με ή χωρίς οικίστους, οι τουριστικές επιπλωμένες επαύλεις ή κατοικίες και τα επιπλωμένα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα. Επίσης, δεν υπάγονται και ξενοδοχεία που λειτουργούν στην κατηγορία του ξενώνα, διότι αυτά κατατάσσονται στις αντίστοιχες κατηγορίες των ξενοδοχείων κλασσικού τύπου. Για όλες τις παραπάνω εξαιρέσεις (εκτός από επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται οργανωμένους χώρους κατασκήνωσης με ή χωρίς οικίσκους) το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12, ενώ για τις επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται οργανωμένους χώρους κατασκήνωσης, προσδιορίζεται σύμφωνα με την παρακάτω περίπτωση β.

Επίσης υπενθυμίζεται η Ε. 2312/ΠΟΛ. 25/11.2.1982 διαταγή μας, σύμφωνα με την οποία επί ενοικιαζομένων δωματίων όταν δεν παρέχονται και υπηρεσίες καθαριότητας κλπ. το εισόδημα που προκύπτει από την ενοικίαση αυτή χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από ακίνητα (Α΄ κατηγορίας) και όχι εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

β) Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται κάμπιγκ, σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως για κάθε θέση εγκατάστασης σκηνής ή τροχόσπιτου ή αυτοκινήτου. Αν στον ίδιο χώρο ασκούνται κι άλλες δραστηριότητες, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των δραστηριοτήτων αυτών προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 αυτού του άρθρου.

Ενδεικτικά τέτοιες δραστηριότητες που ασκούνται μέσα στο χώρο του κάμπιγκ είναι π.χ. η εκμετάλλευση Super Market, Bangalous, εστιατορίου, μπαρ, ενοικίαση βάρκας κλπ.

Στις περιπτώσεις αυτές, το άθροισμα του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 12 αυτού του άρθρου (είτε ως μικτή είτε όχι), για τις δραστηριότητες αυτές και του εισοδήματος που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των θέσεων επί τις 50.000 δρχ., αποτελεί το συνολικό ελάχιστο ποσό εισοδήματος της επιχείρησης εκμετάλλευσης κάμπιγκ.

γ) Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται ως ακολούθως:

αα) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη, σε τρία εκατομμύρια (3.000.000) δραχμές.

ββ) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας εκατό τοις εκατό (100%) και οδηγό τρίτο πρόσωπο, σε δύο εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (2.500.000) δραχμές.

γγ) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας πενήντα τοις εκατό (50%) και οδηγό τον ιδιοκτήτη σε δύο εκατομμύρια τετρακόσιες χιλιάδες (2.400.000) δραχμές.

δδ) Για επιβατικό αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης με άδεια κυκλοφορίας πενήντα τοις εκατό (50%) και οδηγό τρίτο πρόσωπο, σε ένα εκατομμύριο οκτακόσιες χιλιάδες (1.800.000) δραχμές.

Τα παραπάνω ποσά μειώνονται προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) και για επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από πενήντα χιλιάδες (50.000) κατοίκους κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

Προκειμένου για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται επιβατικά λεωφορεία μη ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ., τα ποσά της περίπτωσης γ΄ αυτής της παραγράφου, που αναφέρονται πιο πάνω, δηλαδή τα ποσά που αφορούν επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, προσαυξάνονται κατά περίπτωση, κατά πενήντα τοις εκατό (50%) και το ποσό που προκύπτει μετά την αύξηση αποτελεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των επιχειρήσεων αυτών.

Για τις επιχειρήσεις αυτές, για τη χρήση 1994, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που διαμορφώνεται κατά περίπτωση, μετά την προσαύξηση κατά 50% ανέρχεται, σε τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) δραχμές, τρία εκατομμύρια επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (3.750.000) δρχ., τρία εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες (3.600.000) δραχμές και δύο εκατομμύρια επτακόσιες χιλιάδες (2.700.000) δραχμές, αντίστοιχα, για τις περιπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄, δδ΄.

Σημειώνεται ότι στην κατηγορία αυτή των επιβατικών λεωφορείων μη ενταγμένων σε Κ.Τ.Ε.Λ. περιλαμβάνονται και τα τουριστικά λεωφορεία. Για τα επιβατικά λεωφορεία μη ενταγμένα σε Κ.Τ.Ε.Λ. εφαρμόζεται η μείωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος λόγω έδρας που προβλέπεται για τα επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης.

Επίσης, σημειώνεται ότι, τυχόν εισοδήματα που προκύπτουν από την παραχώρηση χώρων επιβατικών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης της παραγράφου αυτής, για τοποθέτηση διαφημιστικών μηνυμάτων, προστίθεται στο κατά τα παραπάνω προσδιοριζόμενο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος.

δ) Για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης με βάση το ωφέλιμο φορτίο του αυτοκινήτου ως ακολούθως:

Ωφέλιμο φορτίο (τόννοι)

Με οδηγό τον ιδιοκτήτη

Με οδηγό τρίτο πρόσωπο

Μέχρι 5

2.200.000

1.500.000

πάνω από 5 μέχρι 11

2.800.000

2.000.000

πάνω από 11 μέχρι 16,5

3.400.000

2.400.000

πάνω από 16,5

4.000.000

2.600.000

Τα παραπάνω ποσά μειώνονται προκειμένου για επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται φορτηγά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).

Σημειώνεται ότι για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου η περιοχή της τέως Διοίκησης πρωτεύουσας θεωρείται ως μια πόλη.

Από τη γενική διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι στη ρύθμιση αυτή υπάγονται όλες οι κατηγορίες φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, δηλαδή, είτε αυτά είναι Εθνικών Μεταφορών, δηλαδή αυτοκίνητα που ασχολούνται με μεταφορές εμπορευμάτων μέσα στα όρια της χώρας, είτε με νομαρχιακές άδειες αυτοκίνητα και τρίτροχα, είτε Διεθνών Μεταφορών, καθώς και οι ιδιοκτήτες φορτηγών ενταγμένων στις ιδιότυπες Μεταφορικές Επιχειρήσεις (Ι.Μ.Ε.).

Σε περίπτωση μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1959/1991, της έδρας του φορτηγού Δημόσιας Χρήσης κατά τη διάρκεια του έτους σε άλλη πόλη, για την εφαρμογή του παρόντος λαμβάνεται υπόψη η πόλη με μεγαλύτερο πληθυσμό.

Τέλος, με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής ορίζεται ότι, εξαιρετικά, για επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν για τις ανάγκες τους πετρελαιοκίνητα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, τα ακαθάριστα έσοδα, που δηλώνουν με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεν μπορούν να είναι κατώτερα για δύο (2) συνεχή έτη και για κάθε αυτοκίνητο από το 80% των ακαθάριστων εσόδων που είναι απαραίτητο να έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αυτών, όπως ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, σε συνδυασμό και με την αριθμ. 1093318/6550/0014/ ΠΟΛ. 1215/16.10.1991 διαταγή μας, τα ακαθάριστα έσοδα που απαιτούνται, κατά την πρώτη εφαρμογή του κοινοποιούμενου νόμου, για τα οίκον. έτη 1995 και 1994 είναι οκτακόσιες χιλιάδες δρχ. ανά τόννο μικτού βάρους (1.000.000 χ 80%).

Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη κατισχύει των προβλεπομένων από τις παραγράφους 1 έως και 12 αυτού του άρθρου. Κατά συνέπεια σε περίπτωση εμπορικής επιχείρησης που χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της πετρελαιοκίνητο φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης, στην περίπτωση που τα ακαθάριστα έσοδα της με βάση την παραπάνω ειδική ρύθμιση είναι μεγαλύτερα από αυτά που προκύπτουν από τα βιβλία και στοιχεία της, αν το καθαρό κέρδος που προκύπτει με βάση αυτά τα μεγαλύτερα ακαθάριστα έσοδα είναι μεγαλύτερο από το ελάχιστο καθαρό εισόδημα που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 αυτού του άρθρου, η υπόψη επιχείρηση θα φορολογηθεί για τα μεγαλύτερα αυτά καθαρά κέρδη. Αν αντίθετα το ελάχιστο καθαρό εισόδημα, που προκύπτει με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 είναι μεγαλύτερο από αυτά τα κέρδη, θα φορολογηθεί με βάση αυτό το ελάχιστο καθαρό εισόδημα.

Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης δίδεται το ακόλουθο παράδειγμα.

Α΄ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Κατά τη διαχειριστική περίοδο 1994 (οίκον, έτος 1995), πρώτο έτος εφαρμογής της σχετικής διάταξης, έστω ότι επιχείρηση κατέχει φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους 10 τόννων του οποίου η άδεια έχει εκδοθεί το έτος 1991. Για την έκδοση της άδειας κυκλοφορίας απαιτούνται ακαθάριστα έσοδα 1.000.000 δρχ. ανά τόννο μικτού βάρους. Η επιχείρηση κατά το προηγούμενο οίκον, έτος 1994 (διαχείριση 1.1 -31.12.93) είχε πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα 11.000.000 δρχ., ενώ κατά το οίκον, έτος 1995 (διαχείριση 1.1 -31.12.94), πραγματοποίησε ακαθάριστα έσοδα 7.000.000 δρχ. τα οποία είναι μικρότερα των 8.000.000 δρχ. (80% χ 10.000.000 δρχ.). Στην περίπτωση αυτή, επειδή η υπόψη επιχείρηση για δύο συνεχή έτη (το κρινόμενο και το αμέσως προηγούμενο 1993 και 1994) δεν πραγματοποίησε για κάθε έτος ακαθάριστα έσοδα κάτω των 8.000.000 δρχ., τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1994, τα οποία είναι κατώτερα των 8.000.000 δρχ., δεν θα προσαυξηθούν κατά 1.000.000 δρχ.

Β΄ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Αν υποτεθεί ότι, η επιχείρηση αυτή κατά το οίκον, έτος 1994 (διαχείριση 1.1 - 31.12.93) είχε πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα 6.000.000 δρχ. και το οίκον, έτος 1995 (διαχείριση 1.1 31.12.1994) 7.000.000 δρχ. ακαθάριστα έσοδα, τότε επειδή για δύο συνεχή έτη (χρήσεις 1993 και 1994) έχει πραγματοποιήσει, για κάθε έτος, ακαθάριστα έσοδα κάτω των 8.000.000 δρχ., τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1994 θα προσαυξηθούν κατά 1.000.000 δρχ. (8.000.000 -7.000.000).

Στη συνέχεια, αν κατά το οίκον, έτος 1996 (διαχείριση 1.1 -31.12.1995) δηλώσει ακαθάριστα έσοδα 7.900.000 δρχ. τότε επειδή για δύο συνεχή έτη (χρήσεις 1994 και 1995), για καθένα από αυτά, έχει ακαθάριστα έσοδα κάτω από 8.000.000 δρχ., τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1995 θα προσαυξηθούν κατά 100.000 δρχ. (8.000.000 - 7.900.000). Σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται υπόψη τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης 1994 και όχι τα προσαυξηθέντα. Αν βέβαια κατά τη χρήση 1995 δηλώσει ακαθάριστα έσοδα πάνω από 8.000.000 δρχ. δεν τίθεται θέμα προσαύξησης των δηλωθέντων ακαθάριστων εσόδων.

Ο υπολογισμός αυτός συνεχίζεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο για όλα τα έτη, για τα οποία η επιχείρηση θα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες της το φορτηγό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης. Επίσης παρέχονται οι εξής διευκρινήσεις:

- Για τον υπολογισμό των ακαθάριστων εσόδων κάθε κρινόμενου έτους λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που απαιτούνται κάθε φορά για την έκδοση άδειας μέσα στον χρόνο αυτόν.

- Κατά το οίκον, έτος 1995, πρώτο έτος εφαρμογής, λαμβάνονται υπόψη τα πετρελαιοκίνητα φορτηγά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που χρησιμοποίησαν οι επιχειρήσεις κατά το έτος 1994 ανεξάρτητα του χρόνου έκδοσης της άδειας τους, αλλά για άδειες που εκδόθηκαν μέχρι 31.12.1992.

- Ακόμα και όταν επιχείρηση που χρησιμοποιεί πετρελαιοκίνητο φορτηγό ιδιωτικής χρήσης δεν υπάγεται στις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου, λόγω απαλλαγής της σύμφωνα με την παράγραφο 16, η διάταξη αυτή θα εφαρμοσθεί καθόσον με αυτή προσδιορίζονται ακαθάριστα έσοδα ανά τόννο μικτού βάρους και όχι ποσό καθαρού εισοδήματος, για το οποίο και αναφέρεται η απαλλακτική διάταξη της παραγράφου 16.

- Η ειδική αυτή διάταξη εφαρμόζεται μόνο επί επιχειρήσεων που δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και όχι επιχειρήσεων που τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

14. Με την παράγραφο 14 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου σε επιχειρήσεις αποκλειστικά πλανόδιων λιανοπωλητών επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) δραχμές ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα αυτή. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό αυτό ορίζεται σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως. Διευκρινίζεται ότι ως έδρα άσκησης της δραστηριότητας της επιχειρήσεως αποκλειστικά, πλανόδιου λιανοπωλητού, θεωρείται ο τόπος άσκησης πλανοδίως του επαγγέλματος του με βάση την άδεια άσκησης που του έχει χορηγηθεί, όπου αυτή απαιτείται. Δαπάνες που αφορούν τη δραστηριότητα αυτή καθώς και εισφορές που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης λόγω της δραστηριότητας αυτής, δεν εκπίπτουν κατά ρητή διάταξη του νόμου από τα τυχόν άλλα εισοδήματα του φορολογουμένου.

Τονίζεται ότι ο διατάξεις αυτές εφαρμόζονται για όλους τους πλανόδιους λιανοπωλητές, ανεξάρτητα από το είδος των αγαθών που εμπορεύονται και του γεγονότος εάν πρόκειται για ιδιοπαραγόμενα ή για προϊόντα τρίτων, καθώς επίσης και του γεγονότος εάν ο τόπος άσκησης της δραστηριότητας του αναφέρεται σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 4.000 χιλιάδων κατοίκων.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι στην έννοια του όρου επιχειρήσεων αποκλειστικά πλανοδίων λιανοπωλητών περιλαμβάνονται όλοι ανεξαιρέτως οι πλανόδιοι λιανοπωλητές, είτε έχουν άδεια άσκησης του επαγγέλματος τους από την αρμόδια αρχή είτε όχι, είτε διαθέτουν αυτή νόμιμα ή παράνομα, εφόσον πωλούν προϊόντα λιανικώς αποκλειστικά, ως πλανόδιοι πωλητές και όχι σε καταστήματα τους.

15. Με την παράγραφο 15 του ιδίου άρθρου 1 ορίζεται ότι σε επιχειρήσεις αποκλειστικά λιανοπωλητών σε κινητές λαϊκές αγορές, ανεξάρτητα από το είδος των αγαθών που εμπορεύονται και του γεγονότος εάν διαθέτουν ίδια προϊόντα, ή προϊόντα τρίτων, καθώς επίσης και αν αυτές έχουν έδρα τους (τόπο άσκησης της δραστηριότητας τους) σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 4.000 κατοίκων, επιβάλλεται ποσό καταβαλλόμενου φόρου ίσο με εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές ετησίως, με το οποίο εξαντλείται η φορολογική τους υποχρέωση από τη δραστηριότητα τους αυτή. Διευκρινίζεται ότι στην έννοια του όρου λιανοπωλητές περιλαμβάνονται και, οι αγρότες (παραγωγοί) που διαθέτουν τα προϊόντα τους σε λαϊκές αγορές, ανεξάρτητα αν οι άδειες τους αναφέρονται για ολόκληρο το έτος ή για τμήμα αυτού. Προκειμένου για επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους (τόπο άσκησης δραστηριότητας) σε πόλεις με πληθυσμό κάτω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το ποσό αυτό ορίζεται σε πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές ετησίως. Τα ανωτέρω ποσά φόρου καθώς επίσης και τα ποσά της προηγούμενης παραγράφου, καταβάλλονται ολόκληρα, εφάπαξ, σύμφωνα με τα πιο πάνω αναφερόμενα, ανεξάρτητα αν η δραστηριότητα τους ασκείται ολόκληρο το έτος ή ένα τμήμα αυτού. Δαπάνες που αφορούν τη δραστηριότητα αυτή καθώς και εισφορές που καταβάλλονται σε ταμεία ασφάλισης λόγω της δραστηριότητας αυτής, δεν εκπίπτουν από τα τυχόν άλλα εισοδήματα του φορολογουμένου.

Σημειώνεται ότι, ως κινητές λαϊκές αγορές θεωρούνται και αυτές που αλλάζουν μεν θέση αλλά πάντα μέσα στα προβλεπόμενα διοικητικά όρια, ενώ για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε μη κινητές λαϊκές αγορές π.χ. στη Βαρβάκειο αγορά των Αθηνών, προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που αναφέρονται στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12 αυτού του άρθρου.

Σε περίπτωση παραγωγών οι οποίοι διαθέτουν τα προϊόντα παραγωγής τους στις αγορές αυτές, το ποσό του φόρου της παραγράφου αυτής αποτελεί την φορολογική επιβάρυνση τους για το επιπλέον αυτό κέρδος που αποκτούν από την λιανική διάθεση των προϊόντων τους και είναι ανεξάρτητο της τυχόν φορολογικής επιβάρυνσης τους για το καθαρό εισόδημα που αποκτούν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 του κοινοποιούμενου νόμου από την εκμετάλλευση της γεωργικής τους επιχείρησης.

Σημειώνεται ότι τα πρόσωπα των παραγράφων 14 και 15, ανεξάρτητα της εξάντλησης της φορολογικής τους υποχρέωσης, με την καταβολή των παραπάνω ποσών φόρου, για τις δραστηριότητες τους αυτές, υποχρεούνται, σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3323/1955 και σε υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος χωρίς δε να επιβληθεί άλλος φόρος εισοδήματος, πέρα αυτού που καταβλήθηκε από αυτά για τις ανωτέρω δραστηριότητες. Είναι ευνόητο ότι στη δήλωση τους αυτή θα περιληφθούν και τα τυχόν εισοδήματα τους από άλλες πηγές τα οποία και φορολογούνται κανονικά με βάση τις γενικές διατάξεις.

Ο φόρος της παραγράφου αυτής, καθώς και της προηγούμενης, καταβάλλεται με σχετική δήλωση των υπόχρεων στην αρμόδια για τη φορολογία τους Δ.Ο.Υ. εφάπαξ, στην αρχή κάθε διαχειριστικής περιόδου, το αργότερο μέχρι το τέλος του μηνός Ιανουαρίου, και σε κάθε περίπτωση πριν από την έκδοση ή την ανανέωση της οικείας άδειας άσκησης του επαγγέλματος από την αρμόδια αρχή. Εξαιρετικά, για τη διαχειριστική περίοδο 1994 οι υπόχρεοι αυτών των παραγράφων υποχρεούνται να καταβάλλουν το φόρο μέχρι την 30ή Ιουνίου 1994 και μετά την παράταση που χορηγήθηκε με την αριθ. 1075970/30.6.94 τηλεγραφική διαταγή μας, μέχρι 20 Ιουλίου 1994.

Διευκρινίζεται ότι, για την εφαρμογή των παραγράφων 14 και 15 του κοινοποιούμενου άρθρου, για τον προσδιορισμό του αριθμού των κατοίκων μιας πόλης ή ενός χωριού λαμβάνεται υπόψη η τελευταία δημοσιευμένη απογραφή της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, προσμετράται δε και ο πληθυσμός των υπαρχόντων οικισμών που ανήκουν διοικητικά στην πόλη ή στο χωριό.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι προκειμένης εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου η περιοχή της τέως Διοίκησης Πρωτεύουσας λαμβάνεται ως μια πόλη. Επίσης τονίζεται ότι, προκειμένου να κριθεί αν ο λιανοπωλητής σε κινητές λαϊκές αγορές έχει την έδρα του σε πόλη άνω των 200.000 κατοίκων εξετάζεται σε ποια πόλη ανήκουν οι λαϊκές αγορές που προσέρχεται ο λιανοπωλητής για να ασκήσει τη δραστηριότητα του με βάση την άδεια άσκησης του επαγγέλματος του.

Τέλος, με την 1067585/1179/Α. 0012/ΠΟΛ. 1153/8.6.1994 διαταγή μας διευκρινίσθηκε ότι οι παραπάνω διατάξεις των παραγράφων 14 και 15:

- Δεν εφαρμόζονται για καθαρά κέρδη που αποκτούν οι εφημεριδοπώλες και οι πλανόδιοι μικροπωλητές λαχείων.

- Εφαρμόζονται για όλους τους πλανόδιους λιανοπωλητές και λιανοπωλητές σε κινητές λαϊκές αγορές ανεξάρτητα από το είδος των προϊόντων που εμπορεύονται και του γεγονότος εάν πρόκειται για ιδιοπαραγόμενα ή για προϊόντα τρίτων, καθώς επίσης και του γεγονότος αν η έδρα τους βρίσκεται σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω από 4.000 κατοίκους, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε παραπάνω για τον προσδιορισμό ακαθαρίστων εσόδων ανά τόννο μικτού βάρους για τα πετρελαιοκίνητα φορτηγά.

Επίσης, οι δήμοι και οι κοινότητες της χώρας, το Ταμείο Λαϊκών Αγορών, καθώς και κάθε άλλη αρμόδια αρχή, που εμπλέκονται στην έκδοση ή την ανανέωση τους οικείας άδειας άσκησης επαγγέλματος, υποχρεούνται να αρνηθούν:

α) την έκδοση άδειας άσκησης επαγγέλματος σε νέους λιανοπωλητές και

β) την ανανέωση της άδειας άσκησης του επαγγέλματος στους παλιούς λιανοπωλητές, αν δεν τους προσκομίζουν το νόμιμο αποδεικτικό καταβολής του πιο πάνω φόρου για την αντίστοιχη διαχειριστική περίοδο.

Προκειμένου οι υπόχρεοι να καταβάλλουν το φόρο, που ορίζεται στις πιο πάνω διατάξεις, πρέπει να υποβάλλουν στον προϊστάμενο της αρμόδιας για τη φορολογία τους δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, σχετική ειδική δήλωση, συμπληρωμένη με τα στοιχεία τους, σύμφωνα με το υπόδειγμα που επισυνάφθηκε στην 1067585/1179/. Α. 0012/ΠΟΛ. 1153/8.6.94 διαταγή. Τονίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση έκδοσης ή ανανέωσης της αδείας και ανεξάρτητα σε ποιο μήνα του έτους γίνεται αυτό οι λιανοπωλητές υποχρεούνται να καταβάλλουν ολόκληρο το ποσό του προβλεπόμενου από το νόμο φόρου.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι οι διατάξεις της παραγράφου αυτής (15) δεν εφαρμόζονται για υπόχρεους που αναφέρονται στην παραγρ. 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955 (ομόρρυθμες, εταιρίες κ.λ.π.) που ασχολούνται ως λιανοπωλητές σε κινητές λαϊκές αγορές. Το ίδιο ισχύει για τους ίδιους υπόχρεους που ασχολούνται ως πλανόδιοι λιανοπωλητές (παραγρ. 14).

15. Με την παράγραφο 16 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται εξαιρέσεις από την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου είτε λόγω του αντικειμένου της δραστηριότητας (περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄), είτε λόγω του τόπου εγκατάστασης (περίπτωση δ΄). Συγκεκριμένα, δεν προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για:

α) Καθαρά κέρδη που αποκτούν οι δικαιούχοι από την εκμετάλλευση θεάτρου, κινηματογράφου ή λεωφορείου ενταγμένου σε Κ.Τ.Ε.Λ.

Διευκρινίζεται ότι, αντίθετα οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται για τα κέρδη που προκύπτουν από την εκμετάλλευση κυλικείων που βρίσκονται μέσα σε θέατρα ή κινηματογράφους.

β) Καθαρά κέρδη που αποκτούν οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την πώληση ανεγειρόμενων οικοδομών, καθώς και οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή τεχνικών έργων του δημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου γενικά (παράγραφος 1 και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955).

Σχετικά διευκρινίζεται ότι η παραπάνω εξαίρεση καταλαμβάνει όχι μόνο τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από πώληση ανεγειρόμενων οικοδομών ή από την εργοληπτική κατασκευή τεχνικών έργων του δημοσίου, δήμων κ.λ.π. αλλά και τα εισοδήματα αυτών των τεχνικών επιχειρήσεων, που προκύπτουν από την ενοικίαση απούλητων οικοδομών τους και τούτο ανεξάρτητα από το αν ταυτόχρονα ασκούν ή όχι κατασκευαστική δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή ιδιωτικών τεχνικών έργων ή οικοδομών, είτε χρησιμοποιούν ίδια υλικά, είτε όχι, υπάγονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου και επομένως το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος τους από την ατομική άσκηση της εμπορικής τους δραστηριότητας θο προσδιορισθεί με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που ορίζονται από αυτές.

Σημειώνεται ότι με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του κοινοποιούμενου νόμου, καθορίζεται διαδικασία προσδιορισμού του ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομών, καθώς και των ακαθάριστων εσόδων των εργολάβων και υπεργολάβων που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε αναγειρόμενες οικοδομές. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών εφαρμόζονται για οικοδομές των οποίων η οικοδομική άδεια θα εκδοθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994. Κατά συνέπεια, για τη χρήση 1994, οίκον, έτος 1995, για τις επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου, θα προσδιορισθεί ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος αποκλειστικά με βάση τα οριζόμενα στις διατάξεις αυτού του άρθρου.

Εργοληπτικές επιχειρήσεις που ασχολούνται με γεωτρητικές εργασίες ανεύρεσης νερού δεν χαρακτηρίζονται ως τεχνικές επιχειρήσεις και κατά συνέπεια δεν εμπίπτουν στην εξαίρεση της παραγράφου αυτής.

γ) Καθαρά κέρδη που αποκτούν παραγωγοί ή μεσίτες ασφαλειών χωρίς επαγγελματική εγκατάσταση, περιοδεύοντες αντιπρόσωποι (πλασιέ), εκτελωνιστές, πρακτορεία εφημερίδων και περιοδικών, εφημεριδοπώλες, πρακτορεία ειδήσεων και λοιπού δημοσιογραφικού υλικού, πρακτορεία λαχείων γενικά, πρακτορεία ΠΡΟ-ΠΟ και ιπποδρομιακών στοιχημάτων καθώς και πλανόδιοι μικροπωλητές λαχείων.

δ) Επιχειρήσεις ή υποκαταστήματα αυτών που είναι εγκατεστημένα σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς με πληθυσμό κάτω από τέσσερις χιλιάδες (4.000) κατοίκους, εκτός αν οι δήμοι ή οι κοινότητες ή οι οικισμοί αυτοί έχουν χαρακτηρισθεί τουριστικοί τόποι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Τουριστικοί τόποι για την εφαρμογή αυτού του άρθρου θεωρούνται οι περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί έτσι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Π.Δ. 899/1976 (ΦΕΚ Α΄ 329) και του άρθρου 2 του Π.Δ. 664/1977 (ΦΕΚ Α΄ 222) όπως ισχύουν κάθε φορά και είναι οι εξής:

α) Οι Δήμοι Αγρινίου, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας.

β) Οι Δήμοι "Αργούς και Ναυπλίου και οι Κοινότητες Δρέπανου, Ερμιόνης, Θερμησίας, Λυγουριού, Μυκηνών, Πόρτο Χελίου, Τολού και Παλαιάς Επιδαύρου του Νομού Αργολίδας.

γ) Ο Δήμος Τριπόλεως και οι Κοινότητες Βυτίνας, Παράλιου Άστρους και Τυρού του Νομού Αρκαδίας.

δ) Ο Δήμος Αρταίων του Νομού Άρτας.

ε) Οι Δήμοι Αθηναίων, Αλίμου, Βιλλίων, Γλυφάδας, Κηφισιάς, Λαυρεωτικής, Μαρκοπούλου Μεσογαίας, Μεγαρέων, Παλαιού Φαλήρου και Χαλανδρίου και οι Κοινότητες Αναβύσσου, Βάρης, Βούλας, Βουλιαγμένης, Καλάμου, Καλυβιών, Μα-ραθώνος, Νέας Μάκρης και περιοχή Λαγονησίου του Νομού Αττικής.

στ) Ο Δήμος Πατρέων και οι Κοινότητες Αραχωβιτικών, Βαλιμίτικων, Καλαβρύτων και Σελιανίτικων του Νομού Αχαΐας.

ζ) Οι Δήμοι Λεβαδέων και Αραχώβης του Νομού Βοιωτίας.

η) Ο Δήμος Δράμας του Νομού Δράμας.

θ) Οι νήσοι Κάλυμνος, Κάρπαθος, Κως, Πάτμος, Σύμη και Ρόδος του Νομού Δωδεκανήσου.

ι) Οι Δήμοι Αλεξανδρούπολης και Ορεστιάδας και η νήσος Σαμοθράκη του Νομού Έβρου.

ια) Οι Δήμοι Καρύστου, Λουτρών Αιδηψού και Χαλκιδέων, οι Κοινότητες Αμαρύνθου, Αρτεμισίου, Βασιλικών, Ερέτριας, Λιχάδος, Μαρμαρίου, Νέας Αρτάκης και Νέων Στύρων ως και η νήσος Σκύρος του Νομού Ευβοίας.

ιβ) Ο Δήμος Καρπενησίου του Νομού Ευρυτανίας.

ιγ) Ο Δήμος Ζακυνθίων, η Κοινότης Πλάνου και η θέση Λαγανάς της Κοινότητας Παντοκράτορος και η περιοχή Λαγανά ή Λαγενά, που περιλαμβάνεται στα όρια της Κοινότητας Καλαμακίου του Νομού Ζακύνθου.

ιδ) Οι Δήμοι Αρχαίας Ολυμπίας, Ζαχάρως και Λετρινών και οι Κοινότητες Βαρθολομιού, Κάστρου, Κυλλήνης και Σκαφιδιάς του Νομού Ηλείας.

ιε) Ο Δήμος Βέροιας και Ναούσης του Νομού Ημαθίας.

ιστ) Ο Δήμος Ηρακλείου και οι Κοινότητες Ανωπόλεως, Γουβιών, Μαλίων, Μοχού, Ροδιάς, Τυμπακίου και Χερσονήσου του Νομού Ηρακλείου.

ιζ) Ο Δήμος Ηγουμενίτσας του Νομού Θεσπρωτίας.

ιη) Οι Δήμοι Θεσσαλονίκης και Λαγκαδά και οι Κοινότητες Αγ. Τριάδος, Ασπροβάλτας, Νέας Απολλωνίας, Πανοράματος, Κ. Σταυρού, Ν. Επιβατών και Περαίας του Νομού Θεσσαλονίκης.

ιθ) Ο Δήμος Ιωαννίνων του Νομού Ιωαννίνων.

κ) Ο Δήμος Καβάλας, η Κοινότητα Ελευθερών και η νήσος Θάσος του Νομού Καβάλας.

κα) Ο Δήμος Καρδίτσας και οι Κοινότητες Λουτροπηγής και Μακρυρράχης του Νομού Καρδίτσας.

κβ) Ο Δήμος Καστοριάς του Νομού Καστοριάς.

κγ) Η νήσος Κέρκυρα.

κδ) Ο Δήμος Αργοστολίου του Νομού Κεφαλληνίας.

κε) Ο Δήμος Κοζάνης του Νομού Κοζάνης.

κστ) Οι Δήμοι Κορίνθου, Λουτρακίου, Περαχώρας, Σικυώνος και οι Κοινότητες Αγ. Θεοδώρων, Ισθμίας, Κοκκωνίου και Ξυλοκάστρου του Νομού Κορινθίας.

κζ) Οι νήσοι Αμοργός, Άνδρος, Αντίπαρος, Θήρα, Ιος, Κέα, Κύθνος, Μήλος, Μύκονος, Νάξος, Πάρος, Σέριφος, Σίφνος, Σύρος και Τήνος του Νομού Κυκλάδων.

κη) Οι Δήμοι Γυθείου και Σπαρτιατών και οι Κοινότητες Μονεμβασίας και Μυστρά του Νομού Λακωνίας.

κθ) Ο Δήμος Λαρίσης και οι Κοινότητες Καρίτσης και Ραψάνης του Νομού Λαρίσης.

λ) Οι Δήμοι Αγ. Νικολάου, Ιεράπετρας και Σητείας και η Κοινότητα Ελούντας του Νομού Λασιθίου.

λα) Ο Δήμος Μυριναίων Λήμνου και οι Δήμοι Μηθύμνης και Μυτιλήνης του Νομού Λέσβου.

λβ) Ο Δήμος Λευκάδας και η Κοινότητα Νυδρίου του Νομού Λευκάδος.

λγ) Ο Δήμος Βόλου, οι Κοινότητες Ζαγοράς, Καλών Νερών, Νεοχωρίου, Μακρυνίτσης, Πορταριάς, Τσαγκαράδας, ο οικισμός Άγιος Ιωάννης της Κοινότητος Αγ. Δημητρίου και οι νήσοι Αλλόνησος, Σκιάθος και Σκόπελος του Νομού Μαγνησίας.

λδ) Οι Δήμοι Καλαμάτας Μεσσήνης και Πύλου και η Κοινότητα Μεθώνης του Νομού Μεσσηνίας.

λε) Ο Δήμος Ξάνθης του Νομού Ξάνθης.

λστ) Οι Δήμοι Λουτροπόλεως Μεθάνων και Πειραιώς (μετά του Ν. Φαλήρου) και οι νήσοι Αίγινα, Πόρος, Σπέτσες και Ύδρα του Νομού Πειραιώς.

λζ) Οι Δήμοι Εδέσσης, Αριδαίας και η Κοινότητα Π. Πέλλης του Νομού Πέλλης.

λη) Οι Δήμοι Κατερίνης και Λιτόχωρου και οι Κοινότητες Λεπτοκαρυάς, Μακρυγιάλου, Μεθώνης, Παραλίας και Πλαταμώνος του Νομού Πιερίας.

λθ) Οι Δήμοι Πάργας και Πρεβέζης, και η θέση Κατροσυκιά της Κοινότητας Καναλιού του Νομού Πρέβεζας.

μ) Ο Δήμος Ρεθύμνης και οι Κοινότητες Αγίας Γαλήνης, Πηγής και Πλατανιών του Νομού Ρεθύμνης.

μα) Ο Δήμος Κομοτηνής του Νομού Ροδόπης.

μβ) Οι Δήμοι Αγ. Κηρύκου Ικαρίας, Καρλοβασίων και Σαμίων και οι Κοινότητες Κοκκαρίου και Πυθαγορείου του Νομού Σάμου.

μγ) Ο Δήμος Σερρών και η Κοινότητα θερμών Νιγρίτας, του Νομού Σερρών.

μδ) Οι Δήμοι Καλαμπάκας και Τρικαίων του Νομού Τρικάλων.

με) Οι Δήμοι Λαμιέων και Υπάτης και οι Κοινότητες Αγ. Κωνσταντίνου, Αρκίτσας, Κομμένων Βούρλων, Καραβομύλου, Λιβανάτων, Πλατυστόμου και Θερμοπυλών του Νομού Φθιώτιδος.

μστ) Ο Δήμος Φλωρίνης του Νομού Φλωρίνης.

μζ) Ο Δήμος Δελφών και οι Κοινότητες Ερατεινής και Ιτέας του Νομού Φωκίδας.

μη) Οι Δήμοι Κασσανδρείας και Πολυγύρου και οι Κοινότητες Κασσάνδρας, Καλλιθέας, Κρυοπηγής, Νέου Μαρμαρά, Νέων Ρόδων, Ουρανοπόλεως Ολυμπιάδος, Παλιουριού και Χανιώτη του Νομού Χαλκιδικής.

μθ) Ο Δήμος Χανίων και η Κοινότης Μάλεμε του Νομού Χανίων.

ν) Ο Δήμος Χίου του Νομού Χίου.

Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή αυτού του άρθρου ως τουριστικοί τόποι λαμβάνονται οι τόποι που έχουν ανακηρυχθεί ως τέτοιοι μόνο με προεδρικό διάταγμα. Ακόμα σημειώνεται ότι, για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, κρίνεται χωριστά κάθε επαγγελματική εγκατάσταση του υπόχρεου και κατά συνέπεια, ενδεχόμενα, έδρα επιχείρησης να υπάγεται στο αντικειμενικό σύστημα και υποκατάστημα αυτής να μην υπάγεται ή και αντίστροφα οπότε και στην τελευταία αυτή περίπτωση το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος του υποκαταστήματος θα ευρεθεί με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 7 (υποκατάστημα του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

Με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 16 αυτού του άρθρου ορίζεται ότι επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε παραλιακές περιοχές ή κατά μήκος των Εθνικών οδών, με εξαίρεση αυτές που αναφέρονται στις προηγούμενες περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ αυτής της παραγράφου, δεν εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου και συνεπώς το εισόδημα των επιχειρήσεων αυτών θα προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια που καθιερώθηκαν με τις διατάξεις αυτού του άρθρου. Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, λαμβάνονται υπόψη οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δήμους, κοινότητες ή οικισμούς, οι οποίοι έστω και κατά ένα τμήμα τους βρίσκονται σε ζώνη παραλιακής περιοχής.

Επομένως, πλην των αναφερόμενων εξαιρέσεων των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου αυτής, επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε παραλιακές περιοχές ή κατά μήκος εθνικών οδών υπάγονται είτε στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12, είτε στις διατάξεις της παραγράφου 13, ανεξάρτητα και από το αν οι υπόψη επιχειρήσεις τυχόν βρίσκονται σε πόλη, χωριό ή οικισμό μη χαρακτηριζόμενο ως τουριστικό τόπο και με πληθυσμό κάτω των 4.000 κατοίκων. Από τα παραπάνω συνάγεται επίσης ότι για τις δραστηριότητες που εξαιρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ σε καμιά περίπτωση δεν προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος. Για την εφαρμογή του δεύτερου αυτού εδαφίου ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν και παραπάνω για το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης αυτής, δηλαδή κρίνεται χωριστά κάθε επαγγελματική εγκατάσταση.

Σημειώνεται ότι, σε περίπτωση μεταβολής κατά τη διάρκεια της χρήσης του τόπου της επαγγελματικής εγκατάστασης, δεν έχει εφαρμογή η προβλεπόμενη από την περίπτωση δ΄ απαλλαγή, εφόσον για μέρος του έτους η επαγγελματική εγκατάσταση βρέθηκε σε τόπο με πληθυσμό πάνω από 4.000 κατοίκους ή σε τουριστική περιοχή ή παραλιακή περιοχή ή κατά μήκος Εθνικής οδού.

Σημειώνεται και πάλι ότι αυτές οι απαλλακτικές διατάξεις της περίπτωσης δ της παραγράφου 16 αυτού του άρθρου αναφέρονται στον μη προσδιορισμό ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κατά τις γενικές διατάξεις του αντικειμενικού συστήματος των παραγρ. 1 έως και 12 του κοινοποιούμενου άρθρου και δεν αφορούν: α) την υποχρέωση πληρωμής του φόρου που αναφέρεται στις ειδικές περιπτώσεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται ποσό φόρου στους αποκλειστικά πλανόδιους λιανοπωλητές και στους λιανοπωλητές σε κινητές λαϊκές αγορές για τους οποίους όπως αναφέρουμε και πιο πάνω το ποσό του φόρου οφείλεται σε κάθε περίπτωση, β) τις ειδικές ρυθμίσεις της παραγρ. 13 (ενοικιαζόμένα δωμάτια, κάμπιγκ, αυτοκίνητα επιβατικά και δημόσιας χρήσης) οι οποίες εφαρμόζονται ακόμα και όταν οι υπόχρεοι είναι σε πόλη κ.λ.π. κάτω των 4.000 κατοίκων.

17. Με την παράγραφο 17 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ατομικής επιχείρησης, η οποία δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται, ως προερχόμενο από την επιχείρηση αυτή και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα του που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο.

Ως δηλούμενο εισόδημα, που προσαυξάνεται με τη διάταξη αυτή θεωρείται το καθαρό φορολογούμενο εισόδημα (θετικό εισόδημα) το οποίο προέρχεται από την άσκηση δραστηριότητας η οποία υπάγεται είτε στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12, είτε στις διατάξεις της παραγράφου 13 αυτού του άρθρου. Κατά συνέπεια, τυχόν ζημία τρέχουσας χρήσης που προκύπτει κατά τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33α του Ν.Δ. 3323/1955, δεν αναγνωρίζεται, εφόσον προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού. Τυχόν μεταφερόμενες και φορολογικές εκπιπτόμενες ζημίες, χρήσεων που έληξαν μέχρι 31.12.1993, όπως σε περίπτωση που η επιχείρηση τηρούσε βιβλία Γ κατηγορίας του Κ.Β.Σ. συμψηφίζονται με το προσδιοριζόμενο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος.

Στην περίπτωση κατά την οποία από την επιχείρηση ασκούνται παράλληλα δραστηριότητες που υπάγονται στις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 12, όσο και στις διατάξεις της παραγράφου 13, καθώς και μη υπαγόμενες της παραγράφου 16 αυτού του άρθρου, λαμβάνεται το δηλούμενο εισόδημα από κάθε κατηγορία, από τις παραπάνω, ξεχωριστά, προκειμένου να κριθεί αν αυτό θα προσαυξηθεί σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα σ΄ αυτό το άρθρο, εκτός βέβαια από την κατηγορία των μη υπαγομένων. Στο παραπάνω δηλούμενο εισόδημα συμπεριλαμβάνονται τυχόν αφορολόγητες εκπτώσεις καθώς και ποσά με τα οποία έχουν μειωθεί τα καθαρά κέρδη λόγω αγοράς ταμιακής μηχανής (Ν. 1809/1988).

Δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προσαύξησης του κατά τα παραπάνω δηλούμενου εισοδήματος κάθε άλλο εισόδημα που αποκτάται από το φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχείρηση, χαρακτηριζόμενο ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, μη προερχόμενο από υπαγόμενη δραστηριότητα και ειδικότερα που φορολογείται:

α) είτε με τις γενικές διατάξεις (π.χ. εισοδήματα περιπτώσεων γ΄, ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Ν.Δ. 3323/1955),

β) είτε αυτοτελώς (π.χ. παράγραφος 1 άρθρου 32 του Ν.Δ. 3323/55, εκτός της περίπτωσης της φορολόγησης της υπεραξίας από τη μεταβίβαση αυτοκινήτου με τις γενικές διατάξεις),

γ) είτε έχει φορολογηθεί στο όνομα του νομικού προσώπου (π.χ. συμμετοχές από εταιρίες κ.λ.π. της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955),

δ) είτε απαλλάσσεται του φόρου (π.χ. περίπτωση Γ΄, παράγρ. 1 άρθρου 7 Ν.Δ. 3323/1955).

Όμοια, δεν λαμβάνονται υπόψη και δηλούμενα εισοδήματα των άλλων κατηγοριών Α΄ - Β΄ (ακίνητα), Γ΄ (κινητές αξίες), Ε΄ (γεωργικές επιχειρήσεις), ΣΤ΄ (μισθωτών υπηρεσιών) εκτός των προβλεπομένων στην παράγραφο 10 και Ζ΄ πηγή (Ελευθέρια Επαγγέλματα).

18. Με την παράγραφο 18 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι τα ποσά που οφείλονται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του υπόχρεου για φόρους, τέλη και εισφορές που συμβεβαιώνονται με αυτή, προσδιορίζονται με βάση τα ποσά του εισοδήματος ή του φόρου, κατά περίπτωση, που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτού του άρθρου. Συνεπώς η εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος των δηλώσεων οίκον. έτους 1995 (χρήση 1994) των φορολογουμένων που το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από άσκηση ατομικής επιχείρησης προσδιορίζεται με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 1 του Ν. 2214/1994 θα γίνει βάσει αυτού, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο του δηλούμενου εισοδήματος που προκύπτει από τα δεδομένα των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης του φορολογουμένου.

19. Με την παράγραφο 19 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, προσδιορίζεται και για τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρίες, τις κοινωνίες αστικού δικαίου, που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, τις αστικές κερδοσκοπικές ή μη εταιρίες, τις συμμετοχικές ή αφανείς, καθώς και τις κοινοπραξίες της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, που δεν τηρούν βιβλία ή τηρούν βιβλία πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, οι οποίες αποκτούν εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις.

Για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος αυτών των υπόχρεων εφαρμόζονται ανάλογα οι διευκρινήσεις που δόθηκαν στα προηγούμενα.

Σημειώνεται ότι, μετά την ισχύ της διάταξης της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 65 του κοινοποιούμενου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τους εκμεταλλευτές θεριζοαλωνιστικών μηχανών (ατομικές επιχειρήσεις - υπόχρεοι παραγράφου 3 άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955).

Άρθρο 2
Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από ελευθέριο επάγγελμα

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από ατομική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος του δικηγόρου, ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου, φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή προγραμματιστή που δεν τηρούν βιβλία αν και υπόχρεοι, ή τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεωρείται εκείνο που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής, και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης του ελεύθερου επαγγελματία, κλιμακούμενο ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος του και προσαυξανόμενο με βάση τα επαγγελματικά κριτήρια που καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους.

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η φορολογική βάση που διαμορφώνεται, από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης του ελεύθερου επαγγελματία κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος του και στη συνέχεια το διαμορφούμενο μετά την κλιμάκωση άθροισμα προσαυξάνεται με βάση τα οριζόμενα πιο κάτω ειδικότερα επαγγελματικά κριτήρια.

Ειδικά για τους δικηγόρους, κατά τη διαμόρφωση της φορολογικής βάσης, αντί επαγγελματικής αμοιβής λαμβάνεται υπόψη τεκμαρτό εισόδημα το οποίο αντιστοιχεί σε συγκεκριμένο αριθμό παραστάσεων, αυξανόμενο ή μειούμενο με βάση ειδικότερα κριτήρια.

Σημειώνεται επίσης ότι ειδικά για τους δικηγόρους το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος και της μισθωτικής αξίας, δεν κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος, όπως συμβαίνει με τους λοιπούς ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά με βάση άλλα κριτήρια που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγρ. 5 του ιδίου άρθρου και νόμου.

Τονίζεται ότι με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών προς Τράπεζες, επιχειρήσεις κτλ. και κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου αυτού για δικηγόρο με μόνο εισόδημα πάγια αντιμισθία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγρ. 8 του ιδίου άρθρου.

Για την εφαρμογή αυτής της παραγράφου διευκρινίζονται και τα ακόλουθα:

- Σε περίπτωση που, αν και έχει γίνει διακοπή άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος, υπάρχουν κατά το χρόνο φορολογίας αμοιβές οι οποίες προέρχονται από πράξεις που έγιναν στο παρελθόν, όταν δηλαδή ασκείτο το ελευθέριο επάγγελμα, οι αμοιβές αυτές δεν υπάγονται στον αντικειμενικό προσδιορισμό. Τούτο γιατί δεν συνδέονται με πραγματική άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο χρόνος κτήσης των αμοιβών αυτών (παράγραφος 5 άρθρου 45 Ν.Δ. 3323/1955) δεν συμπίπτει με το· χρόνο πραγματικής άσκησης επαγγέλματος π.χ. αμοιβές που αποκτά συνταξιούχος δικηγόρος από επαγγελματική δραστηριότητα που έχει ασκηθεί κατά το παρελθόν.

- Σε περίπτωση, πώλησης παράλληλα με την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος του κτηνιάτρου και κτηνιατρικών φαρμάκων, καλλωπιστικών ειδών, στο εισόδημα από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος του κτηνιάτρου περιλαμβάνεται και κάθε συναφή αμοιβή που προκύπτει έμμεσα και λόγω της άσκησης αυτού, εφόσον βέβαια από τα πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει πρόθεση ίδιας κερδοσκοπίας, για την έμμεση αυτή δραστηριότητα, σε βαθμό που να τεκμηριώνει την ύπαρξη ιδιαίτερου κλάδου εκμετάλλευσης. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή στο εισόδημα από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος του κτηνιάτρου θα εφαρμοσθούν μόνο οι διατάξεις του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου.

- Οι αμοιβές από τη συγγραφή προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών που αποκτούν οι αναλυτές-προγραμματιστές με σχέση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου αποτελούν εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα και υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου.

Οι αμοιβές αυτές πρέπει να προέρχονται αποκλειστικά και μόνο από τη συγγραφή προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, γιατί αν πρόκειται περί αμοιβών που προέρχονται από εγγραφή και πώληση δισκετών και κασετών, τότε οι αμοιβές αυτές αποτελούν έσοδα οργανωμένης κερδοσκοπικής επιχείρησης και ως εκ τούτου αποτελούν εισόδημα Δ΄ κατηγορίας (από εμπορικές επιχειρήσεις) και υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

- Δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου οι αμοιβές που καταβάλλονται σε ελεγκτές ανωνύμων εταιριών, γιατί αυτές αποτελούν εισόδημα της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Ν.Δ. 3323/1955.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, από αυτόν που αναφέρθηκε παραπάνω, ο προσδιορισμός του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, ανεξάρτητα από την πηγή προέλευσης του εισοδήματος αυτού, (παροχή υπηρεσιών με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών), του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, που δεν τηρεί βιβλία ή τηρεί βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ.

Συγκεκριμένα ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος των επαγγελματιών αυτών θεωρείται αυτό που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της επαγγελματικής αμοιβής, δραχμές 2.500.000 για τη χρήση 1994, όπως ορίζεται στην υποπερίπτωση στ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το συντελεστή δισκογραφικής δραστηριότητας, δηλαδή στην περίπτωση αυτή δεν υπολογίζεται, εξ αντικειμένου μισθωτική αξία, Διευκρινίζεται ότι, στις διατάξεις αυτού του άρθρου υπάγονται μόνο οι καλλιτέχνες και οι τραγουδιστές των κέντρων διασκέδασης και όχι και οι λοιποί εκτελεστές μουσικών έργων, π.χ. οι μουσικοί των ορχηστρών αυτών. Επίσης, σημειώνεται ότι υπάγονται οι τραγουδιστές και οι καλλιτέχνες των κέντρων διασκέδασης με την ευρεία έννοια αυτών των χώρων διασκέδασης π.χ. αναψυκτήρια, συναυλίες κτλ., ενώ οπωσδήποτε δεν περιλαμβάνονται οι τραγουδιστές και οι καλλιτέχνες των θεάτρων και οι πλανόδιοι οργανοπαίκτες.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου καθορίζεται, κατά υπαγόμενο στα αντικειμενικά κριτήρια επάγγελμα, το ποσό της επαγγελματικής αμοιβής που υπολογίζεται για καθένα, ως εξής:

α) Του ιατρού το ποσό των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) δραχμών που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές ιατρού, επιμελητή Β΄ του Ε.Σ.Υ. στο πρώτο έτος υπηρεσίας.

β) Του οδοντιάτρου και του ψυχολόγου το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές οδοντιάτρου επιμελητή Γ΄ του Ε.Σ.Υ. στο πρώτο έτος υπηρεσίας.

γ) Του δικηγόρου, το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί σε εισόδημα δικηγόρου με τριάντα (30) παραστάσεις.

δ) Του φυσιοθεραπευτή και του κτηνιάτρου το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών, που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές μισθωτού - νοσηλευτή στο πρώτο έτος υπηρεσίας και κτηνιάτρου μισθωτού στο δημόσιο τομέα στο πρώτο έτος υπηρεσίας προσαυξημένες κατά 30%.

ε) Του οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή προγραμματιστή το ποσό του ενός εκατομμυρίου οκτακοσίων χιλιάδων (1.800.000) δραχμών που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες τακτικές αποδοχές μισθωτού λογιστή στο πρώτο έτος υπηρεσίας.

στ) Του καλλιτέχνη ή τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης το ποσό των δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων (2.500.000) δραχμών που θεωρείται ότι αντιστοιχεί στις ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές μουσικού με βάση το κατώτερο προβλεπόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό (30%).

Τα ποσά που αναφέρονται στις παραπάνω υποπεριπτώσεις (α έως και στ.στ΄) αναπροσαρμόζονται κάθε έτος ανάλογα με το συνολικό ποσοστό αύξησης του μισθού των υπαλλήλων του Δημοσίου βάσει της εισοδηματικής πολιτικής, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Κατά την αναπροσαρμογή τα ποσά στρογγυλοποιούνται στην πλησιέστερη εκατοντάδα χιλιάδας.

- Με την περίπτωση β΄ αυτής της παραγράφου ο συντελεστής δισκογραφικής δραστηριότητας που εφαρμόζεται κατά τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος του καλλιτέχνη ή του τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, προσδιορίζεται ως κατωτέρω και είναι αναλόγως με την κυκλοφορία των δίσκων και των συναφών εκδόσεων (π.χ. κασσετών κτλ.) του έτους φορολογίας και του αμέσως προηγούμενου έτους.

Εάν έχει δισκογραφήσει, σε οποιοδήποτε

συντ. δισκογ.

χρόνο, αλλά δεν έχει κυκλοφορία, κατά το έτος

δραστηριότητας

φορολογίας και το αμέσως προηγούμενο έτος

................... 1,5

με κυκλοφορία μέχρι 5.000

τεμάχια ................ 3

με κυκλοφορία από 5.001 έως 10.000

................... 4

με κυκλοφορία 10.001 έως 15.000

................... 5

με κυκλοφορία 15.001 έως 20.000

................... 7

με κυκλοφορία 20.001 έως 30.000

................... 9

με κυκλοφορία άνω των 30.000

................... 11

Τέλος, με την περίπτωση γ΄ προσδιορίζεται ειδικότερα η μισθωτική αξία της επαγγελματικής εγκατάστασης που λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, ως ποσοστό έξι τοις εκατό (6%) του ποσού που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό της τιμής ζώνης που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους σύμφωνα με τις διατάξεις περί φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων, με τον αριθμό των τετραγωνικών μέτρων της επιφάνειας αυτής. Για τις περιοχές οι οποίες δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, ως τιμή ζώνης λαμβάνεται η κατώτερη τιμή ζώνης που ισχύει για την πρωτεύουσα του νομού, όπου ασκείται το επάγγελμα.

Σε περίπτωση ελεύθερου επαγγελματία που χρησιμοποιούνται για την άσκηση του αυτού επαγγέλματος περισσότερες από μία επαγγελματικές εγκαταστάσεις, ως μισθωτική αξία λαμβάνεται το άθροισμα της μισθωτικής αξίας των εγκαταστάσεων αυτών.

Όταν πρόσωπα που υπάγονται στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού του εισοδήματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2, (εκτός των καλλιτεχνών και τραγουδιστών των κέντρων διασκέδασης για τους οποίους δεν υπολογίζεται μισθωτική αξία), συστεγάζονται στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, το συνολικό ποσό της μισθωτικής αξίας επιμερίζεται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων ελεύθερων επαγγελματιών. Η αντιστοιχούσα έκταση (επιφάνεια) επαγγελματία εγκατάστασης σε κάθε συστεγασμένο ελεύθερο επαγγελματία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα για τον καθένα εφόσον πρόκειται για δικηγόρο και σαράντα (40) τετραγωνικά μέτρα, εφόσον πρόκειται για ιατρό, οδοντίατρο, κτηνίατρο και ψυχολόγο.

Επομένως, για τον φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγο, σύμβουλο επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή-προγραμματιστή σε περίπτωση συστέγασης τους δεν τίθενται κατώτερο όριο τετραγωνικών μέτρων επιφανείας και συνεπώς το συνολικό ποσό της μισθωτικής αξίας θα επιμερίζονται ανάλογα με τον αριθμό των συστεγαζόμενων.

Όταν ο ιατρός, ο οδοντίατρος, ο ψυχολόγος και ο δικηγόρος χρησιμοποιούν ως επαγγελματική εγκατάσταση την κατοικία τους, για τον υπολογισμό της μισθωτικής αξίας λαμβάνεται υπόψη επιφάνεια σαράντα (40) τετραγωνικών μέτρων εφόσον πρόκειται για ιατρό, οδοντίατρο και ψυχολόγο και είκοσι (20) τετραγωνικών μέτρων εφόσον πρόκειται για δικηγόρο. Σημειώνεται όμως ότι, αν με την υποβαλλόμενη οικεία φορολογική δήλωση, δηλώνεται ότι χρησιμοποιείται ως επαγγελματική εγκατάσταση επιφάνεια της κατοικίας μεγαλύτερη των σαράντα (40) ή των είκοσι (20) τετραγωνικών μέτρων, για τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος θα ληφθεί υπόψη αυτή η μεγαλύτερη επιφάνεια.

Διευκρινίζεται ότι όταν τα παραπάνω πρόσωπα που αναφέρονται στην παραγρ. 1 του άρθρου αυτού, δεν συστεγάζονται και μισθώνουν επαγγελματική εγκατάσταση ή ασκούν το επάγγελμα τους σε δωρεάν παραχωρούμενη εγκατάσταση, δεν τίθεται θέμα κατώτερου ορίου τετραγωνικών μέτρων επιφανείας, όπως επίσης και όταν ιδιοχρησιμοποιούν ιδιόκτητα γραφεία, ιατρεία κ.λ.π. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η πραγματική επιφάνεια της επαγγελματικής εγκατάστασης. Επίσης δεν τίθεται κατώτερο όριο τετραγωνικών μέτρων επιφανείας για τον φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγο, κτηνίατρο, σύμβουλο επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή-προγραμματιστή, εάν και εφόσον χρησιμοποιούν ως επαγγελματική εγκατάσταση την κατοικία τους.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, εκτός από τον καλλιτέχνη ή τον τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης και τον δικηγόρο, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος δηλαδή, αυτό που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου, φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, σύμβουλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή προγραμματιστή, κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη άσκησης του επαγγέλματος, από το 4ο έτος μέχρι το 20ο, κατά δε τοις εκατό (10%) ανά έτος, μειούμενο από το 21ο έτος κατά δέκα τοις εκατό (10%) ανά έτος.

Για τον υπολογισμό του ποσοστού της κλιμάκωσης ως τέταρτο έτος, σε συδνυασμό και με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού του άρθρου και επομένως και αυτής της παραγράφου, για τα 3 πρώτα χρόνια άσκησης του επαγγέλματος και δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της τριετούς απαλλαγής ως πρώτο έτος λαμβάνεται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης επαγγέλματος, θεωρείται ουσιαστικά το πέμπτο έτος από το έτος έναρξης άσκησης επαγγέλματος.

Για παράδειγμα, ελεύθερος επαγγελματίας που έκανε έναρξη εργασιών μέσα στο έτος 1985, για το έτος 1994 κατατάσσεται στο 6ο κλιμάκιο (10-4) με προσαύξηση 6 έτη Χ 10% ανά έτος = 60%.

Σε περίπτωση ελεύθερου επαγγελματία με 24έτη άσκησης επαγγέλματος η προσαύξηση ανέρχεται, σε 120% η οποία υπολογίζεται ως ακολούθως: α) Από το 4ο έτος έως το 20ο έτος πραγματικής άσκησης ήτοι για 16 έτη (20 έτη μείον 4 έτη) έχουμε προσαύξηση 10% για κάθε έτος δηλαδή 160% (16 Χ 10%). β) Από το 21ο έτος έως και το 24ο έτος ήτοι για 4 έτη μείωση 40 (4 έτη Χ 10%). Κατά συνέπεια η συνολική προσαύξηση ανέρχεται σε 160% - 40% = 120%.

Σχετικά με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση διακοπής και επανέναρξης των εργασιών με το ίδιο ή συναφές αντικείμενο, από τα υπαγόμενα στις διατάξεις του άρθρου αυτού, η προσαύξηση αυτής της παραγράφου κλιμακώνεται ανάλογα με τα συνολικά έτη πραγματικής άσκησης του επαγγέλματος από την πρώτη υποβολή δήλωσης έναρξης, χωρίς να υπολογίζονται τα έτη της αποδεδειγμένης διακοπής αυτού.

Για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων λαμβάνονται υπόψη τα τυχόν προ της δήλωσης έναρξης άσκησης ατομικής δραστηριότητας έτη συμμετοχής σε υπόχρεους της παραγράφου του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955 με το ίδιο πάντα ή συναφές αντικείμενο εργασιών.

Σε περίπτωση μεταβολής του αντικειμένου εργασιών, για την κλιμάκωση της προσαύξης του συγκεκριμένου επαγγέλματος, δεν λαμβάνονται υπόψη τα έτη άσκησης του προηγούμενου επαγγέλματος, εφόσον βέβαια δεν πρόκειται για συναφές επάγγελμα.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται ότι, για τους δικηγόρους το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος κατά τα οριζόμενα στην υποπερίπτωση γγ΄ της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3 (το οποίο για τη χρήση 1994 ανέρχεται σε 1.800.000 δρχ.) και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής εγκατάστασης, προσαυξάνεται με βάση τον αριθμό και το είδος των παραστάσεων, ως κατωτέρω:

α) Κατά ένα τοις εκατό (1%) για κάθε γραμμάτιο προείσπραξης (είτε αυτό είναι σε ειρηνοδικείο είτε πρωτοδικείο είτε σε εφετείο, κακουργοδικείο κτλ.) πέραν των τριάντα (30) κατ΄ έτος.

Διευκρινίζεται ότι όπου στο άρθρο αυτό αναφέρεται ο όρος «γραμμάτιο προείσπραξης» νοείται παράσταση κατά την δικονομική έννοια.

Δεν περιλαμβάνονται κατά τον υπολογισμό της προσαύξησης, τα γραμμάτια προείσπραξης που αφορούν σε διεξαγωγές, παραστάσεις ενώπιον πταισματοδικείου και μεταβιβάσεις ακινήτου, τις κατ΄ αποκοπή παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, των δήμων και κοινοτήτων, των δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεις, των ασφαλιστικών εταιριών, του Επικουρικού Κεφαλαίου και των τραπεζών, καθώς και των εργατικών υποθέσεων για τις οποίες υποβάλλεται το εργολαβικό συμβόλαιο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Έτσι για παράδειγμα για δικηγόρο με σαράντα πέντε υπαγόμενα γραμμάτια προείσπραξης το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος του (1.800.000) δρχ. και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής του εγκατάστασης θα προσαυξηθεί κατά ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%), δηλαδή 45 υπαγόμενα γραμμάτια μείον 30 = 15 χ 1% = 15%.

Για όσους έχουν λιγότερα από τριάντα (30) υπαγόμενα γραμμάτια προείσπραξης κατ΄ έτος, το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος και της μισθωτικής αξίας μειώνεται κατά ένα και μισό τοις εκατό (1,5%) για κάθε γραμμάτιο προείσπραξης κάτω των τριάντα (30). Για παράδειγμα για δικηγόρο με είκοσι υπαγόμενα γραμμάτια προείσπραξης, το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής του εγκατάστασης θα μειωθεί κατά ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%), δηλαδή 30 γραμμάτια μείον 20 συνολικά γραμμάτια = 10 Χ 1,5 = 15%.

Για δικηγόρο με 45 γραμμάτια προείσπραξης εκ των οποίων 20 είναι μη υπαγόμενα, το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος και της μισθωτικής αξίας θα μειωθεί κατά 7,5% (45 συνολικά μείον 20 μη υπαγόμενα = 25 και 30 μείον 25 = 5 γραμ. Χ 1,5% = 7,5%).

Περαιτέρω, το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος (1.800.000 δρχ.) και της μισθωτικής αξίας, πριν από την διαμόρφωση του με τις παραπάνω προσαυξήσεις ή μειώσεις της περίπτωσης α΄ αυτής της παραγράφου, προσαυξάνεται ως εξής:

β) Κατά πέντε τοις εκατό (5%) για κάθε παράσταση σε πενταμελή εφετεία και κατά τρία τοις εκατό (3%) σε τριμελή εφετεία.

Δεν προσμετρώνται παραστάσεις σε αυτά τα εφετεία οι οποίες εξαιρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίπτωση α΄.

γ) Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για κάθε παράσταση σε εφετεία κακουργημάτων, κακουργοδικεία και ανώτατα δικαστήρια.

Δεν προσμετρώνται παραστάσεις στα δικαστήρια αυτά οι οποίες εξαιρούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη περίπτωση α΄. Διευκρινίζεται ότι οι παραπάνω προσαυξήσεις (3%, 5% και 10%) υπολογίζονται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα υπαγόμενα γραμμάτια προείσπραξης είναι κάτω των 30. Για παράδειγμα δικηγόρος με συνολικά γραμμάτια 28 εκ των οποίων 27 μη υπαγόμενα και ένα υπαγόμενο σε ανώτατο δικαστήριο (π.χ. Σ.τ.Ε.). Για το δικηγόρο αυτόν το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος και της μισθωτικής αξίας θα διαμορφωθεί ως ακολούθως: α) Μείωση του παραπάνω αθροίσματος κατά 43,5% (28 μείον 27 μη υπαγόμενα = 1 και 30 γραμ. μείον 1 γρ. = 29 Χ 1,5% = 43,5%). β) Προσαύξηση του παραπάνω (τεκμαρτού και μισθωτικής αξίας) κατά 10% (1 γραμ. Χ 10%).

δ) Στις περιπτώσεις των εργατικών υποθέσεων, όπου ο δικηγόρος αμείβεται με εργολαβικό συμβόλαιο, υποχρεούται από τη δημοσίευση του παρόντος, να υποβάλλει αντίγραφο του συμβολαίου αυτού στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., οι δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφελείας, οι Ο.Τ.Α., και τα Ν.Π.Ι.Δ. υποχρεούνται να παρακρατούν ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της αμοιβής του δικηγόρου. Τα ίδια πρόσωπα αποδίδουν τα ποσά της παρακράτησης της παραγράφου αυτής μέχρι τη 10η ημέρα του επόμενου μήνα. Μαζί με την οικεία δήλωση απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου γνωστοποιείται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. και αντίγραφο της απόφασης του δικαστηρίου. Σε περιπτώσεις εργατικών υποθέσεων που δεν έχει υποβληθεί το εργολαβικό συμβόλαιο, το καθαρό εισόδημα του δικηγόρου που προκύπτει με βάση το άρθρο αυτό προσαυξάνεται κατά δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές ανά ομόδικο των υποθέσεων αυτών.

ε) Με το πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού που προκύπτει από τις κατ΄ αποκοπή παραστάσεις για λογαριασμό του Δημοσίου, δήμων και κοινοτήτων, δημοσίων οργανισμών και επιχειρήσεων, ασφαλιστικών εταιριών και τραπεζών εφόσον το ποσό αυτό προκύπτει από σχετική βεβαίωση και με το πενήντα τοις εκατό (50%) του μερίσματος που διανέμεται κατ΄ έτος από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται η επαύξηση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος μετά την προβλεπόμενη κλιμάκωση αυτού και τις προσαυξήσεις κατά τα αναφερόμενα παραπάνω με βάση τα παρακάτω κριτήρια ως εξής:

Α) Για ιατρούς, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής (2.500.000 δρχ.), και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής τους εγκατάστασης, μετά την αναπροσαρμογή του με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος τους (παράγραφος 4 αυτού του άρθρου προσαυξάνεται ως εξής:

α) με βάση την ειδικότητα:

αα) Κατά σαράντα τοις εκατό (40%) για τους χειρούργους όλων των ειδικοτήτων, εφόσον ασκούν χειρουργική ειδικότητα σε οποιοδήποτε νοσηλευτικό ίδρυμα, μαιευτήρες, ορθοδοντικούς και γναθοχειρουργούς οδοντιάτρους. Διευκρινίζεται ότι η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται και για όσους οδοντίατρους εκτελούν ορθοδοντικές εργασίες έστω και χωρίς να έχουν την ειδικότητα αυτή του ορθοδοντικού.

ββ) Κατά είκοσι τοις εκατό (20%) για όλες τις κλινικές ειδικότητες ιατρών.

Στην προσαύξηση αυτή υπάγονται οι εξής ειδικότητες: αιματολογίας, ακτινοδιαγνωστική - ογκολογία αλλεργιολογία, αναισθησιολογία, γαστρεντολογία, γενική ιατρική, δερματολογία, αφροδισιολογία, ενδοκρινολογία, ιατροδικαστική, καρδιολογία, γυναικολογία, νευρολογία, νεφρολογία, ορθοπεδική, ουρολογία, οφθαλμολογία, παθολογία, παιδιατρική, παιδοψυχιατρική, πνευμονολογία -φυματιολογία, πυρηνική ιατρική, ρευματολογία, φυσική ιατρική και αποκατάσταση, ψυχιατρική, ωτορινολαρυγγολογία, ιατρική της εργασίας, κοινωνική ιατρική.

Δεν υπάγονται στην προσαύξηση αυτή οι ιατροί που ασκούν αποκλειστικά τις εργασιακές ειδικότητες της κυτταρολογίας, μικροβιολογία και παθολογικής ανατομικής. Επίσης, δεν υπάγονται και οι οδοντίατροι λόγω μη απαιτούμενης απόκτησης ειδικότητας με εξαίρεση τους γναθοχειρουργούς και ορθοδοντικούς.

Διευκρινίζεται ότι, για τις ειδικότητες που υπάγονται στην προσαύξηση της προηγούμενης υποπερίπτωσης αα΄ δεν εφαρμόζονται και οι διατάξεις της υποπερίπτωσης ββ΄.

β) Με βάση τους πανεπιστημιακούς και επαγγελματικούς τίτλους.

αα) Κατά 50% για τους καθηγητές πανεπιστημίου οποιασδήποτε βαθμίδας.

Στην έννοια του καθηγητή, για την εφαρμογή αυτής της διάταξης περιλαμβάνεται και ο αναπληρωτής καθώς και ο επίκουρος καθηγητής

ββ) Κατά είκοσι τοις εκατό (20%) για τους λέκτορες, καθώς και για όσους ιατρούς κατέχουν μεταπτυχιακούς και επαγγελματικούς τίτλους. Ως επαγγελματικός τίτλος για την εφαρμογή αυτής της διάταξης θεωρείται η θέση το υπεύθυνου διεύθυνσης ή τμήματος που κατείχε πριν την έναρξη άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος, σε οποιοδήποτε νοσηλευτικό ίδρυμα.

Από τη διατύπωση αυτής της διάταξης προκύπτει ότι, για τους ιατρούς καθηγητές Πανεπιστημίου εκτός από την προσαύξηση λόγω του πανεπιστημιακού τους τίτλου δεν υπολογίζεται και προσαύξηση λόγω επαγγελματικού τίτλου.

Επίσης, σημειώνεται ότι οι προσαυξήσεις που προβλέπονται λόγω ειδικότητας υπολογίζονται ανεξάρτητα από τις προσαυξήσεις που προβλέπονται λόγω πανεπιστημιακού ή επαγγελματικού τίτλου.

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που δεν προκύπτει η ειδικότητα αλλά φέρεται «ως ιατρός» δηλαδή Ιατρός γενικής Ιατρικής, κατά τον προσδιορισμό του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος θα υπολογίζεται προσαύξηση 20%.

Ομοίως διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση συνεργασίας δύο οδοντιάτρων σε κοινό οδοντιατρείο δηλαδή στην αυτή οδοντιατρική έδρα, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θα προσδιορίζεται ξεχωριστά για τον κάθε οδοντίατρο.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Φορολογούμενος ασκεί το ελευθέριο επάγγελμα του ιατρού με ειδικότητα χειρούργου επί 19 έτη και το έτος 1994 άσκησε αυτή την ειδικότητα σε νοσηλευτικό ίδρυμα, ενώ έχει και τον τίτλο του καθηγητή. Ως επαγγελματική του εγκατάσταση (ιατρείο του) χρησιμοποιεί χώρο 30 τ.μ. της κατοικίας του, η οποία βρίσκεται σε περιοχή της οποίας η τιμή ζώνης είναι 180.000 δρχ.

- Επαγγελματική αμοιβή:

2.500.000

- Μισθωτική αξία

Τιμή ζώνης 180.000 δρχ. χ 40 τετρ. Μέτρα χ 6% =

432.000 δρχ.

Άθροισμα

2.932.000 δρχ.

- Κλιμάκωση με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος:

19 έτη μείον 4 μη υπαγόμενα=15 Χ 10%=150% 2.932.000 δρχ. Χ 150% =

4.398.000 δρχ.

Σύνολο

7.330.000 δρχ.

- Προσαύξηση λόγω ειδικότητας 7.330.000 δρχ. Χ 40% =

2.932.000 δρχ.

- Προσαύξηση λόγω πανεπιστημιακού τίτλου 7.330.000 δρχ. Χ 50% =

3.665.000 δρχ.

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

13.927.000 δρχ.

Β. Για δικηγόρους, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα του τεκμαρτού εισοδήματος (1.800.000 δρχ.) και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής τους εγκατάστασης, μετά την προσαύξηση του με βάση τον αριθμό των γραμματίων κλπ., που προβλέπεται από την παράγραφο 5 προσαυξάνεται επίσης με βάση τους πανεπιστημιακούς τίτλους που αναφέρονται σε νομικά μαθήματα της εφαρμοσμένης νομικής επιστήμης ως εξής:

α) Κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους καθηγητές πανεπιστημίου, οποιασδήποτε βαθμίδας.

β) Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για τους λέκτορες.

Στην έννοια του καθηγητή περιλαμβάνονται και οι αναπληρωτές και επίκουροι καθηγητές, ενώ ως νομικά μαθήματα εφαρμοσμένης νομικής επιστήμης λαμβάνονται όλα τα δίκαια (Αστικό, Εμπορικό, Ποινικό κλπ.).

Σημειώνεται ότι όλοι οι καθηγητές της νομικής καθώς και οι λέκτορες έχουν από το νόμο δυνατότητα να δικηγορούν, ανεξάρτητα από το ποιο μάθημα διδάσκουν στο Πανεπιστήμιο.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Φορολογούμενος ασκεί το ελευθέριο επάγγελμα του δικηγόρου επί 15 έτη και κατέχει τον τίτλο του λέκτορα. Κατά το έτος 1994 πραγματοποίησε συνολικά 65 παραστάσεις από τις οποίες 20 σε πταισματοδικεία, 30 σε πρωτοδικεία, 3 σε τριμελή εφετεία από τις οποίες 2 για ιδιώτες και μια για λογαριασμό Τράπεζας από την οποία εισέπραξε κατ΄ αποκοπή 100.000 δρχ., σε πενταμελές Εφετείο για ιδιώτη, 1 σε κακουργοδικείο για ιδιώτη και 10 παραστάσεις σε μεταβιβάσεις ακινήτων. Επίσης, εισέπραξε και μέρισμα από το δικηγορικό σύλλογο 50.000 δρχ.

Μισθώνει επαγγελματική εγκατάσταση επιφάνειας 35 τετραγωνικών μέτρων, στην οποία και συστεγάζεται με άλλον δικηγόρο.

Η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου βρίσκεται, η επαγγελματική του εγκατάσταση είναι 180.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο.

Προσδιορισμός ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος

- Επαγγελματική αμοιβή:

1.800.000 δρχ.

- Μισθωτική αξία:

Τιμή ζώνης 180.000 δρχ. Χ 20 τετραγ. Μέτρα (35τ.μ.:2, μη δυνάμενο να είναι μικρότερο από 20τ.μ.) Χ 6% =

216.000 δρχ.

Σύνολο

2.016.000 δρχ.

- Προσαυξήσεις με βάση τον αριθμό των γραμματίων προείσπραξης (περίπτωση α΄, παραγράφου 5, άρθρου 2). Γραμμάτια που δε λαμβάνονται υπόψη: 20 (σε πταισματοδικεία) + 1 (σε τριμελές Εφετείο για λογαριασμό Τράπεζας) + 10 (σε μεταβιβάσεις ακινήτων) = 31.

Γραμμάτια που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της προσαύξησης:

65-31=34-30-4

Προσαύξηση: 4 Χ 1 % = 4%

2.016.000 δρχ. Χ 4% = 80.640 δρχ.

Περίπτωση β΄ παραγράφου 5

Παραστάσεις σε τριμελή εφετεία: 3 - 1 = 2 Χ 3% = 6%

2.016.000 δρχ. Χ 6% = 120.960 δρχ.

Παραστάσεις σε πενταμελές εφετείο: 1 Χ 5% = 5%

2.016.000 δρχ. Χ 5% = 100.800 δρχ.

Περίπτωση γ΄ παραγράφου 5

Παραστάσεις σε κακουργοδικείο: 1 Χ 10% =10%

2.016.000 δρχ. Χ 10% = 201.600 δρχ.

Περίπτωση ε΄ παραγράφου 5

Παραστάσεις σε τριμελές εφετείο για λογαριασμό τράπεζας:

100.000 δρχ. Χ 50% = 50.000 δρχ.

Μέρισμα Δικηγορικού Συλλόγου: 50.000 δρχ. Χ 50% = 25.000 δρχ.

Σύνολο 2.595.000 δρχ.

- Προσαυξήσεις λόγω πανεπιστημιακού τίτλου

2.595.800 δρχ. Χ 10% = 259.500 δρχ.

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος 2.854.580 δρχ.

Γ. Για οικονομολόγους, συμβούλους επιχειρήσεων, λογιστές ή φοροτέχνες και αναλυτές προγραμματιστές, το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα της επαγγελματικής αμοιβής (1.800.000 δρχ.) και της μισθωτικής αξίας της επαγγελματικής τους εγκατάστασης, μετά την αναπροσαρμογή του με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος τους (παράγραφος 4 αυτού του άρθρου), προσαυξάνεται επίσης, με βάση τους τίτλους σπουδών ως εξής:

α) Κατά δέκα τοις εκατό (10%) για τους πτυχιούχους ελληνικών ή ξένων πανεπιστημίων.

β) Κατά πέντε τοις εκατό (5%) για τους πτυχιούχους Τ.Ε.Ι ή αντιστοίχων σχολών εξωτερικού.

Αυτονόητο είναι ότι, ανεξάρτητα του αριθμού των τίτλων σπουδών ή της εκπαιδευτικής βαθμίδας αυτών, λαμβάνεται υπόψη μόνο ένα κριτήριο, αυτό με τη μεγαλύτερη προσαύξηση.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ:

Φορολογούμενος ασκεί το ελευθέριο επάγγελμα του λογιστή από το έτος 1988 και είναι πτυχιούχος των Τ.Ε.Ι. Η επαγγελματική του εγκατάσταση είναι ενοικιαζόμενο γραφείο επιφάνειας 36 τετραγωνικών μέτρων, στην οποία συστεγάζεται με άλλον επαγγελματία. Η επαγγελματική αυτή εγκατάσταση βρίσκεται στο νομό Μαγνησίας σε περιοχή που δεν είναι ενταγμένη στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων.

Προσδιορισμός ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος

- Επαγγελματική αμοιβή:

1.800.000 δρχ

- Μισθωτική αξία:

Τιμή ζώνης 53.000 (κατώτερη τιμή της πόλης του Βόλου, πρωτεύουσας του νομού Μαγνησίας) Χ 36 τετρ. μέτρα Χ 6% = 114.480:2 =

57.240 δρχ

Σύνολο

1.857.240 δρχ

- - Προσαύξηση με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος:

7-4 =3 Χ 10% =30% Χ 1.857.240 δρχ.=

557.172 δρχ

Σύνολο

2.414.412 δρχ

- Προσαύξηση με βάση το πτυχίο

2.414.412 δρχ. Χ 5% =

120.721 δρχ

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

2.535.133 δρχ

Δ. Για τα ελευθέρια επαγγέλματα του ψυχολόγου, φυσιοθεραπευτή, οδοντιάτρου, εκτός αυτού με ειδικότητα ορθοδοντικού και γναθοχειρουργού, κτηνιάτρου και καλλιτέχνη ή τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, δεν προβλέπεται προσαύξηση με βάση τις διατάξεις αυτής της παραγράφου.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενού νόμου ορίζεται ότι, αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (μισθούς-συντάξεις) και από άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, το συνολικό εισόδημα που προκύπτει με βάση τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους μειώνεται, όπως αναλύεται αμέσως παρακάτω:

α) Του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου και ψυχολόγου κατά πενήντα τοις εκατό (50%). Το συνολικό όμως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου μετά τη μείωση αυτή εισοδήματος, δεν μπορεί να είναι μικρότερο του συνολικού εισοδήματος, που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

β) Του φυσιοθεραπευτή, οικονομολόγου, συμβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη και αναλυτή-προγραμματιστή κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον διαθέτουν επαγγελματική εγκατάσταση. Ως επαγγελματική εγκατάσταση, για την εφαρμογή αυτής της διάταξης, νοείται οποιαδήποτε εγκατάσταση, εκτός από την περίπτωση που χρησιμοποιείται τμήμα του χώρου της κατοικίας του φορολογουμένου, μη σαφώς διακεκριμένο από τον υπόλοιπο χώρο αυτής με ξεχωριστή είσοδο.

Το συνολικό εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και του υπολοίπου μετά τη μείωση, με βάση τις διατάξεις αυτής της περίπτωσης, εισοδήματος δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το συνολικό εισόδημα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου.

Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή ισχύει ανάλογα και για την εφαρμογή της παραγράφου 12 του κοινοποιούμενου άρθρου (συμμετοχές σε εταιρίες) καθώς και για το συνολικό εισόδημα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου σε περίπτωση άσκησης από το ίδιο φυσικό πρόσωπο ατομικά περισσοτέρων του ενός ελευθεριών επαγγελμάτων από αυτά που υπάγονται στις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου 2 για τα οποία υπολογίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για καθένα από αυτά.

Για την έννοια του δηλωθέντος εισοδήματος από μισθωτές Υπηρεσίες, ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν στο άρθρο 1 του κοινοποιούμενου νόμου με τη σημείωση ότι η πάγια αντιμισθία των ιατρών θεωρείται εισόδημα από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Ελεύθερος επαγγελματίας λογιστής διατηρείται επαγγελματική εγκατάσταση εκτός της κατοικίας του και δηλώνει καθαρό εισόδημα από την ατομική άσκηση του επαγγέλματος 1.500.000 δραχμές και εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες 2.100.000 δραχμές. Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού για το ατομικό του επάγγελμα είναι έστω 3.500.000 δραχμές.

- Επειδή διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση, εκτός της κατοικίας του, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και διαμορφώνεται 3.500.000 δρχ. Χ 50% =1.750.000 δρχ.

- Επειδή το άθροισμα του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, που δηλώθηκε, και του μισού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος είναι μεγαλύτερο του ακέραιου ελάχιστου ποσού του καθαρού εισοδήματος (2.100.000 + 1.750.000 = 3.850.000) των 3.500.000 δρχ. ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος λαμβάνεται το ποσό των 1.750.000 δραχμών και κατά συνέπεια το εισόδημα που δηλώθηκε από την ατομική άσκηση του επαγγέλματος του θα προσαυξηθεί κατά 250.000 δραχμές (1.750.000-1.500.000 = 250.000).

Αν στο παραπάνω παράδειγμα υποτεθεί ότι το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που δηλώθηκε είναι 1.700.000 δραχμές, τότε:

- Επειδή διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση, εκτός της κατοικίας του, το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος περιορίζεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και διαμορφώνεται σε 3.500.000 Χ 50% = 1.750.000 δρχ.

- Επειδή όμως το άθροισμα του εισοδήματος από μισθωτές υπηρεσίες, που δηλώθηκε και του μισού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος είναι μικρότερο του ακέραιου ποσού του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος (1.700.000 + 1.750.000 = 3.450.000) των 3.500.000 δραχμών το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος διαμορφώνεται σε 1.800.000 (3.500.000 ? 1.700.000) δραχμές, σε τρόπο ώστε το ελάχιστο αυτό ποσό πλέον τα δηλούμενα εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες να ανέρχονται στο ποσό των 3.500.000 δραχμών.

Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που ο φυσιοθεραπευτής, ο οικονομολόγος, ο σύμβουλος επιχειρήσεων, ο λογιστής ή φοροτέχνης και ο αναλυτής προγραμματιστής δηλώνουν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, εφόσον χρησιμοποιούν ως επαγγελματική εγκατάσταση την κατοικία τους, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού του άρθρου.

γ) Το συνολικό εισόδημα του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, ψυχολόγου και φυσιοθεραπευτή, οι οποίοι αποκτούν και εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (μισθούς ή συντάξεις) μετά την εφαρμογή της παραπάνω μειώσεως, μειώνεται, επίσης, κατά τριάντα τοις εκατό (30%), εφόσον κατοικούν και ασκούν το επάγγελμα σε παραμεθόρια περιοχή. Διευκρινίζεται ότι η μείωση αυτή είναι ανεξάρτητη της μείωσης του εισοδήματος που αναφέρεται στην προηγούμενη περίπτωση α΄ της παραγράφου αυτής.

Για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής ως παραμεθόριες περιοχές λαμβάνονται οι αναφερόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955 περιοχές και ειδικότερα οι νομοί Ξάνθης, Ροδόπης, ΄Εβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου καθώς και οι περιοχές των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, οι οποίες περιλαμβάνονται σε ζώνη βάθους (20) χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή.

Επισημαίνεται η αθροιστική και όχι η διαζευκτική ύπαρξη των προϋποθέσεων του τόπου κατοικίας και του τόπου της επαγγελματικής εγκατάστασης, όπου ασκείται το επάγγελμα, προκειμένου να εφαρμοσθεί η μείωση αυτή.

Η μείωση αυτή χορηγείται στους ανωτέρω επαγγελματίες, ακόμα κι όταν η άσκηση του επαγγέλματος σε κάποια από τις παραπάνω περιοχές αναφέρεται σε χρονικό διάστημα μικρότερο του δωδεκαμήνου, όπως σε περίπτωση διακοπής ή έναρξης των εργασιών του Επαγγέλματος.

Σημειώνεται ότι η διάταξη αυτή, για τη μείωση του συνολικού εισοδήματος λόγω παραμεθορίου περιοχής, εφαρμόζεται και κατά τον προσδιορισμό ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος της παραγράφου 12 αυτού του άρθρου (συμμετοχή σε εταιρίες κλπ.).

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι δεν προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα αυτό και παράλληλα αποκτούν εισόδημα από πάγια αντιμισθία, ή είναι μισθωτοί ή συνταξιούχοι, εφόσον όμως σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις έχουν πραγματοποιήσει λιγότερες από πέντε (5) παραστάσεις σε Εφετεία κακουργημάτων, κακουργοδικεία και ανώτατα δικαστήρια συνολικά. Ανεξάρτητα, όμως, από το αν έχουν λιγότερες από πέντε (5) τέτοιες παραστάσεις, το συνολικό εισόδημα των δικηγόρων που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες και από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος δεν μπορεί να είναι κατώτερο από αυτό που προκύπτει κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου.

9. Συμφώνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου αυτού και επομένως δεν προσδιορίζεται ελάχιστο καθαρό εισόδημα κατά τα τρία (3) πρώτα χρόνια άσκησης του επαγγέλματος από τον ελεύθερο επαγγελματία, με την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν έχουν παρέλθει 10 έτη από την απόκτηση του πτυχίου. Για τον υπολογισμό της τριετίας ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου, μέσα στο οποίο ο φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης επαγγέλματος. Σημειώνεται ότι για την εφαρμογή αυτής της διάταξης απαιτείται η αθροιστική ύπαρξη των παραπάνω προϋποθέσεων.

Για το οίκον. έτος 1995 (διαχείριση 1.1 -31.12.94) εφαρμόζεται η παραπάνω απαλλακτική διάταξη για δηλώσεις έναρξης εργασιών που υποβλήθηκαν από ελεύθερους επαγγελματίες από 1.1.1991 και με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι μέχρι 31.12.1993 δεν έχουν συμπληρωθεί 10 έτη από την απόκτηση του πτυχίου τους.

Για την εφαρμογή αυτής της διάταξης ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν στην παράγραφο 11 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, δηλαδή λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που υποβλήθηκε για πρώτη φορά, δήλωση έναρξης άσκησης κάποιου από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 45 του Ν.Δ. 3323/1955 ελευθέριου επαγγέλματος, ανεξάρτητα του αντικειμένου του ήδη ασκούμενου επαγγέλματος.

Επίσης, λαμβάνονται υπόψη τα πτυχία από ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια, καθώς και των Τ.Ε.Ι. ή αντιστοίχων σχολών εξωτερικού. Κατά συνέπεια, σε όσες περιπτώσεις ασκείται ελευθέριο επάγγελμα, χωρίς να είναι αναγκαία κατοχή τέτοιου πτυχίου, η απαλλαγή της διάταξης αυτής χορηγείται με βάση μόνο τα έτη άσκησης του επαγγέλματος.

Για παράδειγμα, φορολογούμενος άσκησε από το έτος 1985 το ελευθέριο επάγγελμα του λογιστή, οπότε και υποβλήθηκε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης άσκησης επαγγέλματος, μέχρι το έτος 1988, οπότε και διέκοψε τη δραστηριότητα του αυτή.

Σε συνέχεια, το έτος 1992 άρχισε την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος, του συμβούλου επιχειρήσεων χωρίς μέχρι 31.12.1993 να έχει παρέλθει δεκαετία από την απόκτηση του πτυχίου του.

Για τον υπόψη φορολογούμενο, για το επάγγελμα του συμβούλου επιχειρήσεων, για το οίκον. έτος 1995 (διαχείριση 1.1-31.12.94), θα υπολογισθεί κανονικά ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, χωρίς να ληφθεί υπόψη η απαλλακτική διάταξη της παραγράφου 9, ως νέου επαγγελματία.

Για την εφαρμογή αυτού του άρθρου ως δήλωση έναρξης επαγγέλματος φυσικού προσώπου θεωρείται και η αναγραφή του ως μέλους στην υποβαλλόμενη δήλωση έναρξης νομικού προσώπου, του οποίου είναι μέλος ή στη δήλωση μεταβολών αυτού.

Σε περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί τέτοια δήλωση ή έχει υποβληθεί εκπρόθεσμα μετά την πάροδο εξαμήνου από την πραγματική έναρξη άσκησης του επαγγέλματος, οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη για απαλλαγή τα πρώτα χρόνια άσκησης επαγγέλματος.

Στην περίπτωση κατά την οποία η έναρξη επαγγέλματος ή η διακοπή εργασιών έγινε μέσα στην κρινόμενη περίοδο, το εισόδημα που προκύπτει με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα, όσα και οι μήνες λειτουργίας της επιχείρησης. Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ημέρες λογίζεται ολόκληρος μήνας.

Σημειώνεται ότι η απόδειξη της προϋποθέσεως του χρόνου απόκτησης του πτυχίου που τίθεται από το νόμο για την εφαρμογή όσων ορίζονται από την παράγραφο αυτή, θα πρέπει να αποδεικνύεται με την υποβολή με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος, αντιγράφου του σχετικού πτυχίου.

Για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων ισχύουν ανάλογα όσα αναφέρθηκαν στην παράγραφο 11 του άρθρου 1.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι τα πρόσωπα της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου (ιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, ψυχολόγοι, φυσιοθεραπευτές, οικονομολόγοι, σύμβουλοι επιχειρήσεων λογιστές ή φοροτέχνες και αναλυτές - προγραμματιστές), εφόσον πριν την έναρξη επαγγέλματος άσκησαν το επάγγελμα τους ως μισθωτοί ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας, περισσότερο από μια δεκαετία, τότε για την εφαρμογή του άρθρου αυτού κατατάσσονται στο 10ο έτος άσκησης του επαγγέλματος.

Σημειώνεται ότι, τα πρόσωπα που πληρούν την παραπάνω προϋπόθεση κατάταξης τους στο 10ο έτος άσκησης του επαγγέλματος, εφόσον με βάση τα έτη άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος, κατατάσσονται σε μεγαλύτερο του δέκατου κλιμακίου, θα ληφθεί υπόψη αυτό το μεγαλύτερο κλιμάκιο, χωρίς να προστεθούν τα έτη άσκησης του επαγγέλματος ως μισθωτοί.

Για παράδειγμα φορολογούμενος από το έτος 1968 μέχρι το έτος 1978 (11 έτη) εργάστηκε ως μισθωτός σε λογιστήριο και από το έτος 1979 μέχρι και το έτος 1994 (16 έτη) ασκεί το ελευθέριο επάγγελμα του λογιστή.

Για τον φορολογούμενο αυτόν, η κλιμάκωση θα γίνει με βάση τα έτη άσκησης του ελευθέριου επαγγέλματος του (16 - 4 = 12 Χ 10% = 120%) και όχι με βάση την κατάταξη λόγω της δεκαετίας ως μισθωτού (10 - 4=6 Χ 10=60%).

Σε περίπτωση διακεκομμένης χρονικά απασχόλησης ως μισθωτού ή με άλλη σχέση εργασίας λαμβάνεται υπόψη το άθροισμα του χρόνου απασχόλησης ως μισθωτού ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας ανεξάρτητα του προσώπου του εργοδότη.

Τέλος, για τον υπολογισμό της δεκαετίας προσμετράται ο χρόνος παροχής μισθωτών υπηρεσιών ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας ομοίων με τις υπηρεσίες του ασκούμενου ή συναφούς ελευθέριου επαγγέλματος.

Περαιτέρω ορίζεται ότι, στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 για την εφαρμογή αυτής της διάταξης περιλαμβάνονται οι προερχόμενοι ιατροί, οδοντίατροι, κτηνίατροι, ψυχολόγοι και φυσιοθεραπευτές απ΄ όλα το δημοσία ή ιδιωτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και συναφείς υπηρεσίες, όπως π.χ. κτηνίατροι σε Υγειονομικές Υπηρεσίες του Δημοσίου και όσοι παρείχαν οικονομολογικές, λογιστικές, φορολογικές καθώς και υπηρεσίες αναλυτή-προγραμματιστή σε οποιονδήποτε εργοδότη δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα.

Διευκρινίζεται ότι για τον ασκούντα το ελευθέριο επάγγελμα του συμβούλου επιχειρήσεων λογίζεται η σε ευρεία έννοια παροχή, ως μισθωτού ή με άλλη σχέση εργασίας, υπηρεσιών οικονομολογικού, λογιστικού, φορολογικού χαρακτήρα ή υπηρεσιών αναλυτή - προγραμματιστή.

Επειδή, από τη ρητή διατύπωση της διάταξη της παραγράφου 10 αυτού του άρθρου προκύπτει ότι, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού και επομένως και της παραγράφου 9, τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 που άσκησαν το επάγγελμα τους ως μισθωτοί ή με οποιαδήποτε άλλη σχέση εργασίας περισσότερο από μια δεκαετία κατατάσσονται στο 10ο έτος άσκησης του επαγγέλματος, για το πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζεται η απαλλακτική διάταξη της παραγράφου 9 σε περίπτωση που δεν έχει συμπληρωθεί η προβλεπόμενη τριετία, ακόμα κι όταν δεν έχει παρέλθει δεκαετία από την απόκτηση του πτυχίου, όπως συμβαίνει σε ειδικότερες περιπτώσεις. Για παράδειγμα απασχόληση φορολογουμένου ως μισθωτού στο λογιστήριο επιχείρησης (εμπειρικά ή ως φοιτητής της ΑΣΟΕΕ), από το έτος 1982, απέκτησε πτυχίο ΑΣΟΕΕ το έτος 1988 και έκανε έναρξη άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος το έτος 1992. Σε αυτή την περίπτωση για την χρήση 1994 θα προσδιορισθεί κανονικά το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος.

11. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος, όταν δεν τηρούν βιβλία αν και υπόχρεοι ή τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, όπως προσδιορίζεται αυτό με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που δηλώνεται ως προερχόμενο από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος και ο φόρος υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημα που προκύπτει με αυτόν τον τρόπο.

Ως δηλούμενο ποσό εισοδήματος που προσαυξάνεται με βάση αυτή τη διάταξη, θεωρείται το καθαρό φορολογούμενο εισόδημα (θετικό εισόδημα), το οποίο προέρχεται από την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, το οποίο υπάγεται κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου στον προσδιορισμό ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια. Κατά συνέπεια, ζημία που προέκυψε κατά την κρινόμενη περίοδο από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος από αυτά που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου δεν λαμβάνεται υπόψη και συνεπώς δεν συμψηφίζεται στο ελάχιστο καθαρό εισόδημα.

Επί παράλληλης άσκησης ατομικά περισσότερων του ενός επαγγελμάτων από τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού στην ίδια επαγγελματική εγκατάσταση, θεωρείται ως άσκηση ενός και μόνο ελευθέριου επαγγέλματος και λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται γι΄ αυτά τα επαγγέλματα. Αντίθετα, σε περίπτωση που η παράλληλη άσκηση διεξάγεται σε διαφορετικές επαγγελματικές εγκαταστάσεις υπολογίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος για καθένα από τα επαγγέλματα αυτά.

Ειδικότερα όμως, όταν από το φορολογούμενο παρέχονται είτε στην αυτή επαγγελματική εγκατάσταση είτε σε διαφορετική υπηρεσίες οικονομολογικού χαρακτήρα ?συμβούλου επιχειρήσεων - λογιστή ή φοροτέχνη, καθώς και υπηρεσίες αναλυτή-προγραμματιστή, λόγω της παρατηρούμενης στην πράξη συνάφειας μεταξύ αυτών των επαγγελμάτων, θεωρείται, για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ότι ασκείται ένα και μόνο ελευθέριο επάγγελμα.

Ανάλογα εφαρμόζονται και όσα αναφέρθηκαν στην παράγραφο 17 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

12. Με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος ελεύθερου επαγγελματία ο οποίος εκτός από την ατομική άσκηση του επαγγέλματος του αποκτά εισόδημα και από συμμετοχή σε μια ή περισσότερες εταιρίες της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955, που αποκτούν εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα, δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το ελάχιστο ποσό του καθαρού εισοδήματος που προκύπτει σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτού του άρθρου για την άσκηση αυτού του επαγγέλματος ατομικά.

Επειδή οι διατάξεις αυτού του άρθρου αναφέρονται και καθορίζουν κριτήρια για συγκεκριμένα μόνο επαγγέλματα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 45 του Ν.Δ. 3323/1955, για την εφαρμογή αυτού του εδαφίου λαμβάνονται υπόψη οι συμμετοχές του φορολογουμένου σε εταιρίες της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955, που αποκτούν εισόδημα μόνο από ελευθέρια επαγγέλματα (Ζ΄ κατηγορία) που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου. Σημειώνεται ότι λαμβάνονται υπόψη μόνο συμμετοχές στις αναφερόμενες στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955, εταιρίες και όχι συμμετοχές σε άλλης νομικής μορφής υπόχρεους της παραγράφου αυτής. Τέλος, δεν λαμβάνονται υπόψη συμμετοχές σε εταιρίες που έχουν ως αντικείμενο εργασιών κάποιο από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου ελευθέρια επαγγέλματα, εφόσον το εισόδημα που αποκτούν οι εταιρίες αυτές, χαρακτηρίζεται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις (Δ΄ κατηγορίας), δηλαδή όταν έχουμε οργανωμένη επιχείρηση με απασχόληση υπαλληλικού προσωπικού κλπ.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον το άθροισμα του δηλούμενου καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ατομικά του ελευθέριου επαγγέλματος και του εισοδήματος που προκύπτει από συμμετοχή σε εταιρία ή εταιρίες, όπως αυτές προσδιορίστηκαν παραπάνω, είναι μεγαλύτερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προσδιορίζεται με τα αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με όλες τις διατάξεις του κοινοποιούμενου άρθρου, για άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος ατομικά, τότε δεν τίθεται θέμα προσαύξησης και ο φόρος υπολογίζεται με βάση τα ποσά εισοδήματος που δηλώθηκαν. Αν, όμως, το άθροισμα αυτό είναι μικρότερο του προσδιοριζόμενου ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, τότε λαμβάνεται υπόψη αυτό το μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος. Για τον υπολογισμό όμως του φόρου, από το μεγαλύτερο αυτό ποσό εισοδήματος αφαιρείται το ποσό του εισοδήματος, που του αναλογεί και το οποίο φορολογήθηκε αυτοτελώς στο όνομα της εταιρίας ή σε περίπτωση περισσοτέρων συμμετοχών, των εταιριών.

Επειδή οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναφέρονται σε προσδιορισμό εισοδήματος από άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος (Ζ΄ κατηγορίας εισόδημα) ως εισόδημα του φορολογούμενου προερχόμενο από συμμετοχή του σε εταιρία, για την εφαρμογή αυτού του εδαφίου, λαμβάνεται αυτό που αναλογεί με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία, από το εισόδημα που αποκτά το νομικό πρόσωπο από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος (Ζ΄ κατηγορίας). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο αποκτά εισοδήματα και από άλλες κατηγορίες π.χ. από εκμίσθωση ακινήτων, αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη. Στην περίπτωση αυτή ως αυτοτελώς φορολογούμενο εισόδημα, το οποίο αφαιρείται για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος, λαμβάνεται αυτό που προκύπτει, με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στο αυτοτελώς φορολογηθέν εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα του νομικού προσώπου. Ως αυτοτελώς φορολογηθέν εισόδημα λαμβάνεται αυτό που προκύπτει μετά από την αφαίρεση του κύριου και συμπληρωματικού φόρου του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 1ο

Ελεύθερος επαγγελματίας με την υποβολή της δήλωσης οίκον, έτους 1995 (διαχείριση 1.1 31.12.94) δηλώνει από την άσκηση ατομικά του ελευθέριου επαγγέλματος του συμβούλου επιχειρήσεων, το οποίο ασκεί από το έτος 1990, καθαρό εισόδημα 1.500.000 δρχ.

Ασκεί το επάγγελμα του αυτό σε μισθούμενο γραφείο επιφάνειας 30 τετραγωνικών μέτρων και η τιμή ζώνης της περιοχής, όπου ευρίσκεται είναι 120.000 δρχ. το τετραγωνικό μέτρο.

Επίσης, συμμετέχει ως ομόρρυθμος εταίρος από το έτος 1985 με ποσοστό 20% σε ομόρρυθμη εταιρία με το ίδιο αντικείμενο εργασιών, η οποία έχει καθαρό συνολικό εισόδημα από την άσκηση του επαγγέλματος 3.000.000 δρχ. Από την εταιρία αυτή δικαιούται επιχειρηματική αμοιβή 300.000 δρχ. (3.000.000 Χ 50% Χ 20%) την οποία δηλώνει ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις και αυτοτελώς φορολογηθέντα κέρδη στο όνομα της εταιρίας που του αναλογούν 195.000 δρχ. Δηλαδή, για 3.000.000 καθαρό εισόδημα της εταιρίας με βάση το ποσοστό μετοχής του 20% δικαιούται ποσό 495.000, από το οποίο οι 300.000 υπό μορφή επιχείρηματικής αμοιβής και οι υπόλοιπες 195.000 δρχ. αποτελούν κέρδη (μετά την αφαίρεση του φόρου) φορολογηθέντα αυτοτελώς στο όνομα της εταιρίας.

Απέκτησε πτυχίο από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα το έτος 1984.

Με βάση τα παραπάνω το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος προσδιορίζεται ως ακολούθως:

- Επαγγελματική αμοιβή

1.800.000 δρχ.

- Μισθωτική αξία

Τιμή ζώνης 120.000 δρχ. Χ 30 τ.μ. Χ 6%

216.000 δρχ.

Σύνολο

2.016.000 δρχ.

- Κλιμάκωση με βάση τα έτη άσκησης του επαγγέλματος 1994-1985 = 10 έτη - 4 = 6 Χ 10% = 60%.

και 2.016.000 δρχ. Χ 60%

1.209.600 δρχ.

Σύνολο

3.225.600 δρχ.

- Προσαύξηση λόγω πτυχίου 3.225.600 δρχ. χ 10%

322.560 δρχ.

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

3.548.160 δρχ.

Το εισόδημα που του αναλογεί από τη συμμετοχή του στο εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα που απέκτησε η εταιρία ανέρχεται στο ποσό των 495.000 δρχ.

Επειδή 1.500.000 δρχ. (δηλωθέν εισόδημα από ατομική άσκηση επαγγέλματος) + 495.000 δρχ. (από Ο.Ε.) = 1.995.000 δρχ. μικρότερο των 3.548.160 θα ληφθεί υπόψη αυτό το ελάχιστο ποσό των 3.548.160 δρχ. Από το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί το ποσό των 195.000 δρχ. που φορολογήθηκε αυτοτελώς στο όνομα της εταιρίας και το υπόλοιπο των 3.353.160 δρχ. αποτελεί το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος του φορολογουμένου από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος (Ζ κατηγορίας) που θα υπαχθεί σε φόρο.

Για τον υπολογισμό του φόρου στο ποσό των 3.353.160 δρχ. θα προστεθεί το ποσό της επιχειρηματικής αμοιβής (εισόδημα Δ΄ κατηγορίας) και τυχόν άλλα εισοδήματα.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 2ο

Στην Ο.Ε. «Α» με αντικείμενο εργασιών κάποιο από τα υπαγόμενα στις διατάξεις του άρθρου 2 ελευθέριο επάγγελμα συμμετέχουν οι «Χ» και «ψ» με ποσοστό συμμετοχής 50% ο καθένας. Από τους εταίρους αυτούς μόνο ο «Ψ» έλαβε επιχειρηματική αμοιβή ποσού δρχ. 600.000 από την εμπορική ομόρρυθμη εταιρία Β. Και οι δύο εταίροι ασκούν και ατομικά το επάγγελμα τους, από την ατομική άσκηση του οποίου δηλώνουν καθαρό εισόδημα 1.800.000 δρχ. και 2.100.000 δρχ. αντίστοιχα. Η Ο.Ε. «Α» αποκτά συνολικό καθαρό εισόδημα δρχ. 2.500.000 από το οποίο, από ελευθέρια επαγγέλματα 2.000.000 δρχ. και από εκμίσθωση ακινήτων 500.000 δρχ. Το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2, για το επάγγελμα που ασκείται ατομικά, είναι έστω, 3.000.000 δρχ. για τον εταίρο «Χ» και δρχ. 2.500.000 για τον εταίρο «Ψ».

- Εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα της Ο.Ε. «Α» δρχ. 2.000.000

- Συμμετοχή του εταίρου Χ σε αυτό 2.000.000 Χ 50% = 1.000.000 δρχ.

- Συμμετοχή του εταίρου Ψ σε αυτό 2.000.000 Χ 50% = 1.000.000 δρχ.

Εταίρος Χ:

Δηλωθέν εισόδημα από ατομική άσκηση επαγγέλματος 1.800.000 δρχ.

- Εισόδημα από συμμετοχή στα κέρδη από ελευθέρια επαγγέλματα της εταιρίας:

Από επιχειρηματική αμοιβή δρχ. 500.000

Φορολογηθέντα κέρδη αυτοτελώς δρχ. 500.000 μείον 175.000 ο αναλογών φόρος 325.000 825.000 δρχ.

- Σύνολο δηλωθέντων εισοδημάτων και από τις δύο δραστηριότητες του ελευθέριου επαγγέλματος

2.625.000 δρχ.

- Προσδιοριζόμενο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

3.000.000 δρχ.

Διαφορά

375.000 δρχ.

- Δηλωθέντα εισοδήματα πλέον διαφορά 2.625.000 + 375.000

3.000.000 δρχ.

Εταίρος Ψ:

- Δηλωθέν εισόδημα από ατομική άσκηση επαγγέλματος

2.100.000 δρχ.

- Εισόδημα από συμμετοχή στα κέρδη από ελευθέρια επαγγέλματα της εταιρίας (Δρχ. 1.000.000 μείον φόρος δρχ. 350.000)

650.000 δρχ.

- Σύνολο δηλωθέντων εισοδημάτων και από τις δύο δραστηριότητες του ελευθέριου επαγγέλματος

2.750.000 δρχ.

- Προσδιοριζόμενο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

2.500.000 δρχ.

Διαφορά

0

Κατά συνέπεια ο εταίρος «Ψ» θα φορολογηθεί με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματα του.

Σημειώνεται ότι στους ανωτέρω υπολογισμούς δεν λήφθηκε υπόψη η επιχειρηματική αμοιβή του εταίρου «Ψ» που έλαβε από την εμπορική ομορ. εταιρία «Β»

- Κέρδη της Ο.Ε. «Α» φορολογηθέντα αυτοτελώς 1.875.000 δρχ. (μετά την αφαίρεση της επιχειρηματικής αμοιβής ποσού 625.000 δρχ. για τον εταίρο «Χ» δηλαδή 2.500.000 Χ 50% Χ 50%).

- Εισόδημα της εταιρίας από παροχή υπηρεσιών ελευθέριων επαγγελμάτων που αναλογεί στα αυτοτελώς φορολογηθέντα:

1.875.000 Χ 2.000.000 / 2.500.000 δρχ. = 1.500.000

- Συμμετοχή του εταίρου Χ στα αυτοτελώς φορολογηθέντα εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα της εταιρίας

625.000 Χ 1 500.000/ 1.875.500

= 500.000δρχ.

- Δηλωθέντα εισοδήματα εταίρου «Χ» από δραστηριότητες ελευθέριου επαγγέλματος πλέον προστιθέμενη διαφορά

3.000.000 δρχ.

- Μείον εισόδημα του από συμμετοχή του στα αυτοτελώς φορολογηθέντα εισοδήματα από ελευθέρια επαγγέλματα

325.000 δρχ.

(Δρχ. 500.000 μείον ο αναλογών φόρος)

- Διαφορά

2.675.000 δρχ.

- Εισοδήματα του εταίρου «Χ» και επί των οποίων θα υπολογισθεί ο φόρος εισοδήματος:

- Εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις ως η επιχειρηματική του αμοιβή

625.000 δρχ.

- Εισόδημα από δραστηριότητες ελευθερίων επαγγελμάτων, ατομικά και από συμμετοχές

2.675.000 δρχ.

- Σύνολο εισοδημάτων επί των οποίων θα υπολογισθεί ο φόρος της κλίμακας μετά την αφαίρεση τυχόν εκπτώσεων του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955

3.300.000 δρχ.

Σημειώνεται ότι, επειδή με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 12 προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού για ελεύθερο επαγγελματία με δραστηριότητα τόσο ατομική όσο και εταιρική, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμμετοχή του αυτή για την εφαρμογή των λοιπών διατάξεων του άρθρου αυτού. Έτσι, για την εφαρμογή της παραγράφου 4, για την κλιμάκωση του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος του εδαφίου αυτού, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος σύστασης ή συμμετοχής στην εταιρία, εφόσον αυτός είναι προγενέστερος του χρόνου άσκησης της ατομικής δραστηριότητας και σε περίπτωση περισσοτέρων της μιας συμμετοχών ο χρόνος της εταιρίας με την προγενέστερη σύσταση ή συμμετοχή.

Επίσης, οι διατάξεις της παραγράφου 9 εφαρμόζονται ανάλογα και για τις παραπάνω εταιρίες.

Με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 12 του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου, ορίζεται ότι όταν ελεύθερος επαγγελματίας δεν ασκεί ατομικά ελευθέριο επάγγελμα αλλά το εισόδημα του προέρχεται από συμμετοχή σε μία ή περισσότερες εταιρίες ελεύθερων επαγγελματιών, ως ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος θεωρείται αυτό που θα πρέκυπτε, αν ασκούσε το ελευθέριο επάγγελμα του ατομικά.

Σχετικά διευκρινίζεται ότι πρόκειται για συμμετοχές σε εταιρίες της παραγράφου 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955, που παρέχουν υπηρεσίες ελευθέριου επαγγέλματος, έστω και διάφορου αντικειμένου, αλλά από τα επαγγέλματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή ως επαγγελματική εγκατάσταση ελεύθερου επαγγελματία θεωρείται αυτή που αντιστοιχεί στην εταιρία που συμμετέχει με το μεγαλύτερο ποσοστό. Το εμβαδόν όμως της επαγγελματικής του εγκατάστασης δεν μπορεί να είναι κάτω των σαράντα (40) τετραγωνικών μέτρων για ιατρό, οδοντίατρο, κτηνίατρο, ψυχολόγο και είκοσι (20) τετραγωνικά μέτρα για τα λοιπά ελευθέρια επαγγέλματα.

Ειδικά για τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος με βάση τις διατάξεις αυτού του εδαφίου, σε περίπτωση συμμετοχής του φορολογουμένου σε εταιρίες με διάφορο αντικείμενο εργασιών αλλά από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου λαμβάνονται υπόψη, πλην της επιφάνειας της επαγγελματικής εγκατάστασης που ορίζεται ρητά από την παραπάνω διάταξη, τα κριτήρια που ορίζονται από τις λοιπές διατάξεις αυτού του άρθρου για το επάγγελμα με βάση τα οποία προκύπτει το μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος.

Σε περίπτωση που το άθροισμα των δηλουμένων εισοδημάτων του φορολογουμένου από τις συμμετοχές αυτές είναι μικρότερο του προσδιοριζόμενου, σύμφωνα με τα παραπάνω, ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, το οποίο και λαμβάνεται υπόψη, από το ελάχιστο αυτό ποσό, για τον υπολογισμό του φόρου εισοδήματος, αφαιρείται μόνο το ποσό του εισοδήματος που φορολογήθηκε αυτοτελώς στο όνομα της εταιρίας εκείνης για την οποία προσδιορίστηκε το μεγαλύτερο ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα όσα αναφέρθηκαν για το πρώτο εδάφιο της παραγράφου αυτής.

Οι διατάξεις της παραγράφου 12 εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση που το εισόδημα της εταιρίας, η οποία ασκεί ένα από τα επαγγέλματα που υπάγονται στις διατάξεις αυτού του άρθρου, θεωρείται ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα. Αντίθετα, αν το εισόδημα της παραπάνω εταιρίας θεωρείται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Φορολογούμενος πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ συμμετέχει:

α) Με ποσοστό 40%, ως ομόρρυθμος εταίρος δικαιούμενος επιχειρηματικής αμοιβής, στην Ο.Ε. «Α», η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παροχή λογιστικών υπηρεσιών. Στην εταιρία αυτή συμμετέχει (έναρξη εργασιών της) από το έτος 1989, ενώ ο φορολογούμενος αυτός από το έτος 1984 ασκούσε ατομικά το ελευθέριο επάγγελμα του λογιστή έως και το έτος 1989 οπό και διέκοψε.

Η εταιρία αυτή έχει μισθούμενη επαγγελματική εγκατάσταση επιφανείας 50 τετραγωνικών μέτρων και η τιμή ζώνης της περιοχής της είναι 150.000 δρχ. Το καθαρό συνολικό εισόδημα της εταιρίας από την άσκηση του επαγγέλματος είναι 2.000.000 δρχ.

β) Με ποσοστό 50%, ως ομόρρυθμος έταιρος στην Ε.Ε. «Β» η οποία έχει ως αντικείμενο εργασιών την παροχή υπηρεσιών φυσιοθεραπευτή.

Στην εταιρία αυτή συμμετέχει (έναρξη εργασίων της) από το έτος 1988.

Η εταιρία αυτή έχει μισθούμενη επαγγελματική εγκατάσταση επιφανείας 19 τετρ. μέτρων και η τιμή ζώνης της περιοχής της είναι 120.000 δρχ. Το καθαρό συνολικό εισόδημα της εταιρίας από την άσκηση του επαγγέλματος είναι 1.800.000 δρχ.

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος φορολογουμένου από Α. Εταιρία « Α»

Επαγγελματική αμοιβή:

1.800.000 δρχ

Μισθωτική αξία: Τιμή ζώνης 120.000 Χ 20 τετρ. μέτραΧ 6% =

144.000 δρχ

(ελάχιστη επιφάνεια 20 τετρ. μέτρα)

Σύνολο

1.944.000 δρχ

Προσαύξηση λόγω ετών άσκησης επαγγέλματος:

11 - 4 = 7 Χ 10% = 70% Χ 1.944.000 =

1.360.800 δρχ

(λαμβάνεται υπόψη το έτος έναρξης άσκησης του ατομικού επαγγέλματος)

Σύνολο

3.304.800 δρχ

Προσαύξηση λόγω πτυχίου 3.304.800 Χ 10% =

330.480 δρχ

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος

3.635.280 δρχ

Β. Εταιρία «Β»

Επαγγελματική αμοιβή:

1.800.000 δρχ.

Μισθωτική αξία: Τιμή ζώνης 120.000 Χ 20 τετρ. μέτρα Χ 6% =

144.000 δρχ.

(ελάχιστη επιφάνεια 20 τετρ. μέτρα)

Σύνολο

1.944.000 δρχ.

Προσαύξηση λόγω ετών άσκησης επαγγέλματος:

7 - 4 = 3 χ 10% = 30% χ 1.944.000 =

583.200 δρχ.

Σύνολο το οποίο αποτελεί και το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την εταιρία αυτή 2.527.200 δρχ. Επειδή το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος με βάση την εταιρία «Α» είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της εταιρίας «Β» λαμβάνεται υπόψη το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος της εταιρίας «Α»

Γ. Εισοδήματα δηλούμενα από συμμετοχές

1. Από την εταιρία Α

Επιχειρηματική αμοιβή 2.000.000 Χ 50% Χ 40% =

400.000 δρχ.

Αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό δρχ. 400.000 μείον ο αναλογών φόρος

260.000 δρχ.

2. Από την εταιρία Β

Αυτοτελώς φορολογούμενο ποσό δρχ. 1.800.000 Χ 50%

μείον ο αναλογούν φόρος

585.000 δρχ.

Σύνολο

1.245.000 δρχ.

Επειδή το εισόδημα του από τις συμμετοχές είναι μικρότερο από το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τα στοιχεία της εταιρίας Α (3.635.280 μεγαλύτερο από 1.245.000), για τον προσδιορισμό του εισοδήματος του φορολογουμένου λαμβάνεται υπόψη αυτό το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, δηλαδή το ποσό των 3.635.280 δρχ.

Μείον ποσοστό συμμετοχής τους στα αυτοτελώς φορολογηθέντα κέρδη της εταιρίας «Α» 260.000 δρχ.

(2.000.000 Χ 50% Χ 40% = 400.000 μείον ο φόρος

400.000 Χ 35% = 140.000 δρχ.)

Ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος 3.375.280

Σημειώνεται ότι ο φορολογούμενος θα φορολογηθεί και για την επιχειρηματική αμοιβή από συμμετοχή του στην εταιρία «Α» ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις

2.000.000 χ 50% Χ 40% = 400.000 δρχ.

13. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, σύμφωνα με την περίπτωση α του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν κατά το οίκον, έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Άρθρο 3
Συμπληρωματικές διατάξεις

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι ο προσδιορισμός του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2, αυτού του νόμου, δεν αποκλείει τον κατά τις ισχύουσες διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955 λογιστικό ή εξωλογιστικό προσδιορισμό εισοδήματος μεγαλύτερου από αυτό που πρέπει να προσδιορισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων αυτών.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 αυτού του νόμου ορίζεται ότι, σε περίπτωση που το ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος το οποίο προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού του νόμου είναι μεγαλύτερο από αυτό που δηλώνεται με την ετήσια αρχική δήλωση του φορολογουμένου, τούτο θεωρείται οριστικό εφόσον δεν διαπιστωθεί παράβαση του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων που θα θίγει το κύρος των βιβλίων, κατά την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Π.Δ. 186/1992 () (ΦΕΚ 84 Α") μέσα σε μία πενταετία.

Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης διευκρινίζεται ότι κρίνεται χωριστά τόσο το δηλούμενο και υπαγόμενο στις διατάξεις του άρθρου 1 εισόδημα όσο και το εισόδημα που δηλώνεται και υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου.

Όσον αφορά τις προβλεπόμενες παραβάσεις αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Μη εμφάνιση ή ανακριβής εμφάνιση εσόδων ή εξόδων στα βιβλία.

β) Μη απογραφή ή ανακριβής απογραφή περιουσιακών στοιχείων.

γ) Μη έκδοση ή ανακριβής έκδοση ή έκδοση πλαστών ή εικονικών στοιχείων διακίνησης ή αξίας, ως προς την ποσότητα ή την αξία ή τον αντισυμβαλλόμενο, λήψη ανακριβών ή εικονικών στοιχείων.

Αντίθετα, η υπερτίμηση ή υποτίμηση των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων κατά την απογραφή καθώς και η καταχώρηση εσόδου ή εξόδου σε άλλη χρήση από εκείνη που αφορά δεν συνιστούν ανακρίβεια των βιβλίων.

δ) Μη εμφάνιση της πραγματικής κατάστασης της επιχείρησης.

ε) Μη τήρηση ή μη διαφύλαξη των πρόσθετων βιβλίων της παραγρ. 5 του άρθρου 10 του Κ.Β.Σ. και της παραγρ. 11 του άρθρου 64 του Ν. 2065/1992.

Τέλος, σημειώνεται ότι στην περίπτωση αυτή αρκεί η ύπαρξη των παραπάνω παραβάσεων, ανεξάρτητα της έκτασης αυτών ή πρόθεσης του

επιτηδευματία για απόκρυψη φορολογητέας ύλης, για τη μη οριστικοποίηση του εισοδήματος.

Τονίζεται ότι επειδή για το νομικό πρόσωπο της εταιρίας ελευθέρων επαγγελματιών του άρθρου 3 παραγρ. 3 του Ν.Δ. 3323/1955 δεν προσδιορίζεται ελάχιστο ποσό καθαρού εισοδήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του κοινοποιούμενου νόμου, ο προσδιορισμός του καθαρού εισοδήματος των προσώπων αυτών θα γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 ατομικές επιχειρήσεις που ασκούνται από άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών και ελεύθερους επαγγελματίες ηλικίας άνω των 65 ετών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ασκούν την επιχείρηση ή το επάγγελμα για δέκα (10) τουλάχιστον συνεχή χρόνια αμέσως πριν συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους, καθώς και από άτομα που είναι τυφλοί και είναι γραμμένοι στο γενικό μητρώο τυφλών της οικείας νομαρχίας ή είναι ανάπηροι με ποσοστό αναπηρίας πάνω από 80%.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του κοινοποιούμενου νόμου δεν εφαρμόζονται, μετά τη συμπλήρωση της δεκαετίας και για τους φορολογουμένους που συμπληρώνουν δέκα (10) έτη συνεχούς άσκησης του επαγγέλματος τους μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι η εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 αυτού του νόμου αφορά τον προσδιορισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος κατά τις γενικές διατάξεις του αντικειμενικού συστήματος των παραγράφων 1 έως και 12 του άρθρου 1 και όχι την εφάπαξ καταβολή φόρου που προβλέπεται από τις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15, καθώς και του ειδικού προσδιορισμού του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγρ. 13 του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι το προσδιοριζόμενο εισόδημα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του παρόντος, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, αν από τα στοιχεία που προσκομίζει ο φορολογούμενος αποδεικνύεται ότι από γεγονότα ανώτερης βίας, ή από λόγους που αναφέρονται στην προσωπική του κατάσταση, όπως η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας του, η νοσηλεία σε νοσοκομείο ή κλινική, καθώς και η φυλάκιση, το πραγματικό καθαρό εισόδημα είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις αυτών των άρθρων, κατά περίπτωση.

Με τις ίδιες διατάξεις ορίζεται ότι, δεν συνιστούν και δεν αποδεικνύουν λόγους ανώτερης βίας μόνες οι εγγραφές στα τηρούμενα βιβλία του φορολογούμενου. Σημειώνεται ότι, δεν αποδεικνύουν τέτοιους λόγους και τα αντίστοιχα προβλεπόμενα δικαιολογητικά στοιχεία των εγγραφών, στις περιπτώσεις που δεν τηρούνται βιβλία του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων.

Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων γίνεται με την προσφυγή η οποία ασκείται από το φορολογούμενο, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους. Αν ο φορολογούμενος λάβει το εκκαθαριστικό σημείωμα μετά τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου οικονομικού έτους, η προσφυγή ασκείται μέσα στις προθεσμίες, που ορίζονται στο άρθρο 77 του Ν. 4125/1960 (ΦΕΚ 202 Α·).

Ισχυρισμοί που δεν περιέχονται στην προσφυγή αυτή δεν μπορούν να προβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός αν η όψιμη προβολή τους κρίνεται από το διοικητικό πρωτοδικείο αποχρώντος δικαιολογημένη. Η άσκηση προσφυγής κατά τα ανωτέρω δεν αναστέλλει τη βεβαίωση του φόρου που οφείλεται και την είσπραξη του πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς του φόρου που βεβαιώθηκε λόγω εφαρμογής του αντικειμένου προσδιορισμού του εισοδήματος στις τυχόν, μετά την άσκηση της προσφυγής μη ληξιπρόθεσμες δόσεις.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του κοινοποιούμενου νόμου παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών όπως με αποφάσεις του αναπροσαρμόζει το ελάχιστο εισόδημα των περιπτώσεων της παραγράφου 13 του άρθρου 1 αυτού του νόμου, (ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια, κάμπιγκ, αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης). Η αναπροσαρμογή όμως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους, όπως αυτός προκύπτει από τα στοιχεία της Ε.Σ.Υ.Ε. Επίσης, ο τρόπος και η διαδικασία καθώς και λοιπές λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 1 και 2 αυτού του νόμου, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.

6. Σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 ισχύουν από το οικονομικό έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1 Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου δεν έχουν εφαρμογή για περιπτώσεις υπόχρεων που αναφέρονται στην παραγρ. 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955 (ομόρρυθμες, ετερόρρυθμες εταιρίες κτλ.) που λύθηκαν, μετατράπηκαν ή συγχωνεύθηκαν κατά τη διάρκεια της χρήσεως 1994 εφόσον η δήλωση φόρου εισοδήματος (άρθρου 16α) υποβληθεί μέχρι 31.12.1994, τούτο γιατί ο νόμος θέτει δύο προϋποθέσεις δηλαδή η δήλωση να είναι οίκον. έτους 1995 και τα εισοδήματα κτηθέντα μέσα στο έτος 1994.

7. Λόγω της σπουδαιότητας αφενός του συστήματος του αντικειμενικού προσδιορισμού ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος, στις εμπορικές επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες και αφετέρου της βαρύτητας που δίδει η Υπηρεσία στη ορθή εφαρμογή αυτού, οι προϊστάμενοι των Δ.Ο.Υ. θα πρέπει να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσπάθεια για την πλήρη αφομοίωση του συστήματος αυτού από τους υπαλλήλους και ιδιαίτερα των υπαλλήλων του τμήματος της φορολογίας εισοδήματος και τους ασχολούμενους με τον έλεγχο των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος.

Άρθρο 4
Προσδιορισμός ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομών.

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, προκειμένου να εφαρμοσθούν οι ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις περί φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας από τις επιχειρήσεις των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά από κάθε επιτηδευματία, που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε αναγειρόμενη οικοδομή, καθώς και των τεχνικών επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη νομική τους μορφή, που ασχολούνται με την κατασκευή και πώληση οικοδομών γενικά, καθιερώνεται σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού του ελάχιστου συνολικού κόστους κατασκευής των οικοδομών και των ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών στο συνολικό κόστος. Με τον τρόπο αυτό τόσο ο κατασκευαστής επαγγελματίας, όσο και ο ιδιώτης θα γνωρίζει εκ των προτέρων ποιες είναι οι ελάχιστες υποχρεώσεις του απέναντι στις Δ.Ο.Υ., ώστε να γνωρίζει το ελάχιστο κόστος των εργασιών, να συγκεντρώνει τα φορολογικά στοιχεία αγορές υλικών, υπηρεσιών τα οποία θα ζητηθούν κατά την ηλεκτροδότηση του κτιρίου.

Συνεπώς υποκείμενοι στο σύστημα αυτό είναι οι τεχνικές οικοδομικές επιχειρήσεις που ασχολούνται με την κατασκευή και πώληση οικοδομών (παράγραφος 1 άρθρου 36α του N.Δ. 3323/1955) καθώς και οι εργολάβοι και υπεργολάβοι και γενικά οι επιτηδευματίες που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω οι κάθε μορφής εργολαβικές εργασίες όπως αυτές που αφορούν κατεδαφίσεις, εσκαφές θεμελίων, κατασκευές μπετόν αρμέ, λιθοδομές, αμμοκονιάμματα, υδραυλικές και ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, υδροχρωματισμούς και ελαιοχρωματισμούς, διακοσμήσεις, εγκαταστάσεις ανελκυστήρων, τοποθετήσεις κουφωμάτων, σιδηροκατασκευές κτλ. υπάγονται στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Αντίθετα δεν περιλαμβάνονται, όσοι ασκούν καθαρώς εμπορική ή βιοτεχνική επιχείρηση όπως είναι οι προμηθευτές οικοδομικών υλικών.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται μόνο για οικοδομές και όχι για ιδιωτικά τεχνικά έργα ή για τεχνικά έργα του δημοσίου, δήμων, κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου γενικά.

Το προσδιοριζόμενο ελάχιστο συνολικό κόστος κατασκευής και τα ελάχιστα κόστη των επί μέρους εργασιών αποτελούν τη βάση προσδιορισμού των φορολογικών υποχρεώσεων των επιτηδευματιών της παραγράφου αυτής.

Με τον όρο "κόστος" νοείται το καθαρό κατασκευαστικό κόστος το οποίο περιλαμβάνει την αξία αγοράς των υλικών με το Φ.Π.Α., όταν ο Φ.Π.Α. δεν εκπίπτει ως φόρος εισροών και την αμοιβή εργασίας, η οποία προσφέρεται απευθείας ή μέσω υπεργολάβου.

Δεν περιλαμβάνονται, δηλαδή, οι ασφαλιστικές εισφορές, η αμοιβή του μηχανικού, και οι δαπάνες προς Δημόσιες Υπηρεσίες (π.χ. έξοδα έκδοσης άδειας).

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό τόσο του συνολικού ελάχιστου κόστους κατασκευής της οικοδομής όσο και των ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών σε αυτό το ελάχιστο συνολικό κόστος της οικοδομής. Τα στοιχεία αυτά είναι:

α) Οι τιμές εκκίνησης κόστους κατά τετραγωνικό μέτρο οι οποίες αναπροσαρμόζονται με βάση τη μεταβολή του δείκτη κόστους κατασκευής κτηρίων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας.

β) Συντελεστές αναγωγής των βοηθητικών χώρων των διαφόρων κατηγοριών οικοδομών σε κύριους χώρους.

γ) Συντελεστές αυξομείωσης των τιμών εκκίνησης για τον προσδιορισμό του συνολικού κόστους, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου κτηρίου, όπως μέγεθος, ποιότητα, αριθμός όψεων.

δ) Πίνακες των ελάχιστων ποσοστών συμμετοχής των επί μέρους εργασιών στο συνολικό κόστος. Σε επιμέρους εργασίες ή σε κτήρια με ιδιαιτερότητες, όπου δεν ορίζονται ελάχιστα ποσοστά συμμετοχής, αυτά καθορίζονται από το μηχανικό μελετητή της οικοδομής πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Το συνολικό κατασκευαστικό κόστος θα κατανέμεται στις επί μέρους εργασίες, ως ποσοστό ελάχιστης συμμετοχής. Ο μηχανικός -μελετητής θα συμπληρώνει πίνακα κόστους με ανάλυση του στις επί μέρους εργασίες, κατά την έκδοση της άδειας.

Μετά το πέρας των εργασιών, ο κύριος της οικοδομής, αν πρόκειται για επιμέρους εργασίες που έγιναν στην ανεγειρόμενη οικοδομή του από εργολάβους, υπεργολάβους και γενικά από επιτηδευματίες, ή η επιχείρηση που ασχολείται με την κατασκευή και πώληση αυτής, υποβάλλει τελικό πίνακα με τα τελικά ποσά κόστους των επιμέρους εργασιών, τα πλήρη στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, το συνολικό αριθμό των εκδοθέντων στοιχείων και τη συνολική αξία αυτών.

Εξαιρετικά, προκειμένου για επί μέρους εργασίες που έγιναν χωρίς την ανάθεση τους σε εργολάβο ή υπεργολάβο, αλλά με τη χρησιμοποίηση ημερομίσθιων τεχνιτών και εργατών, αυτό γίνεται δεκτό για συνολικό ποσό μέχρι το είκοσι τοις εκατό (20%) του ελάχιστου συνολικού κόστους της κατασκευής. Το όριο αυτό δεν ισχύει για επιχειρήσεις που αποδεδειγμένα απασχολούν δικό τους προσωπικό για το σκοπό αυτόν.

Σημειώνεται ότι υπέρβαση του παραπάνω ποσοστού δεν μπορεί να γίνει ακόμα και όταν με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις, που έχουν υποβληθεί στο ΙΚΑ, προκύπτει μεγαλύτερο ποσοστό.

Εάν κατά την εκτέλεση των εργασιών υπάρξουν μεταβολές στα ποσοστά συμμετοχής του αρχικού πίνακα, οι ως άνω υπόχρεοι συμπληρώνουν στον τελικό πίνακα τα αναθεωρημένα ποσοστά συμμετοχής με αιτιολόγηση των μεταβολών αυτών.

Η προσκόμιση βεβαίωσης της αρμόδιας για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ. του ιδιοκτήτη ή της επιχείρησης κατασκευής και πώλησης οικοδομών, από την οποία θα προκύπτει ότι υποβλήθηκαν οι πίνακες που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική ηλεκτροδότηση της οικοδομής. Συνεπώς για τη χορήγηση της βεβαίωσης, ο κατασκευαστής επιτηδευματίας ή ιδιώτης, είναι υποχρεωμένος, πριν την ηλεκτροδότηση του κτιρίου από τη ΔΕΗ, να υποβάλλει όπως αναφέρουμε και πιο πάνω στην Δ.Ο.Υ., τελικό πίνακα με τα τελικά ποσά κόστους των επί μέρους εργασιών, τα πλήρη στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, το συνολικό αριθμό των εκδοθέντων στοιχείων και τη συνολική αξία αυτών, η οποία θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με τα ποσά που προσδιορίστηκαν από το ανωτέρω σύστημα.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 4 του κοινοποιούμε νου νόμου ορίζεται ότι, όταν ο τελικός πίνακας περιέχει ανακριβή στοιχεία ως προς τα μεγέθη του έργου και την αξία των δηλωθέντων φορολογικών στοιχείων επιβάλλεται σε βάρος του υπόχρεου, ιδιοκτήτη της οικοδομής ή της επιχείρησης ανέγερσης και πώλησης οικοδομών, πρόστιμο ίσο με το πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) που προκύπτει από την ανακρίβεια.

Όταν η ανακρίβεια αναφέρεται στα στοιχεία των εργολάβων, υπεργολάβων και προμηθευτών, από την οποία δεν προκύπτει διαφορά φόρου, επιβάλλεται πρόστιμο μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές.

Για την διαδικασία επιβολής, βεβαίωσης και είσπραξης τους προστίμου αυτού γενικά, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955, όπως ισχύουν κάθε φορά.

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου προβλέπεται ότι τα στοιχεία που ορίζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου, για τον προσδιορισμό του ελάχιστου κόστους κατασκευής οικοδομών, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση καθ΄ ύλην, αρμόδιου υπουργού, μετά από εισήγηση της επιτροπής που θα αποτελείται από τρείς (3) οικονομικούς υπαλλήλους, τον προϊστάμενο του τμήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων της Διεύθυνσης Φορολ. Κεφαλαίου του Υπουργείου Οικονομικών, ένα (1) μηχανικό, μόνιμο υπάλληλο του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. έναν (1) εκπρόσωπο του Τ.Ε.Ε., έναν (1) εκπρόσωπο της Ελληνικής Ομοσπονδίας Κατασκευαστών και Οικοδομικών Επιχειρήσεων (Ε.Ο.Κ.Ο.Ε.) και μέχρι δύο (2) ακόμη πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία.

Με την παράγραφο 5 του άρθρου 4 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών όπως με αποφάσεις του καθορίζει:

α) Τις λεπτομέρειες και τη διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Τη συγκρότηση της επιτροπής που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου, καθώς και η κάθε αναγκαία δαπάνη για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

γ) Τον τύπο, το περιεχόμενο, τη διαδικασία και το χρόνο υποβολής των δηλώσεων, που απαιτούνται για την -εφαρμογή των διατάξεων αυτού του άρθρου.

δ) Τις υποχρεώσεις των προσώπων της παραγράφου αυτού του άρθρου, δηλαδή των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά επιτηδευματιών που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή, καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την κατασκευή και πώληση οικοδομών.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 4 ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται για οικοδομικές εργασίες που θα διενεργηθούν με βάση άδειες οικοδομής, που θα εκδοθούν μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994 και μετά.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 4 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι, για όσες υποθέσεις εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού του άρθρου, δηλαδή για οικοδομικές εργασίες που γίνονται με βάση οικοδομικές άδειες οι οποίες εκδίδονται μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του Ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43 Α΄), οι οποίες ως γνωστόν αναφέρονται στη διαδικασία ηλεκτροδότησης των ακινήτων.

Άρθρο 5
Προσδιορισμός ακαθάριστων εσόδων των εργολάβων, υπεργολάβων και εν γένει επιτηδευματιών, που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενες οικοδομές.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι τα ακαθάριστα έσοδα, που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά επιτηδευματιών που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται με την κατασκευή και πώληση οικοδομών, δεν μπορεί να είναι κατώτερα από εκείνα που προκύπτουν με βάση το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού του ελάχιστου κόστους (συνολικό ή επί μέρους, κατά περίπτωση) κατασκευής οικοδομών.

Τυχόν προκύπτοντα επιπλέον ακαθάριστα έσοδα, με βάση τις διατάξεις του παρόντος, θεωρούνται ως ακαθάριστα έσοδα:

α) Της χρήσης μέσα στην οποία υποβλήθηκε ο τελικός πίνακας της παραγράφου 2 του άρθρου 4 αυτού του νόμου για τους εργολάβους, υπεργολάβους και γενικά επιτηδευματίες, που εκτελούν οποιαδήποτε εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή.

β) Της χρήσης που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955, για τις επιχειρήσεις ανέγερσης και πώλησης οικοδομών. Σημειώνεται ότι η χρήση αυτή είναι η χρήση μέσα στην οποία συντάσσεται το οριστικό συμβόλαιο. Στην περίπτωση όμως που έχει συνταχθεί συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και το οριστικό συμβόλαιο δεν θα συνταχθεί μέσα σε διάστημα δύο (2) ετών από την ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, θα ληφθεί υπόψη η χρήση μέσα στην οποία συμπληρώνονται δύο (2) έτη από την ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου.

Σημειώνεται ότι, για τις. επιχειρήσεις εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά κάθε επιτηδευματία που εκτελούν οποιεσδήποτε εργασίες σε αναγειρόμενες οικοδομές, αν τα καθαρά κέρδη που προκύπτουν από τον πολλαπλασιασμό των ακαθάριστων εσόδων, όπως αυτά προσδιορίσθηκαν με την εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 του κοινοποιούμενου νόμου και εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από αυτά που προκύπτουν με βάση τα βιβλία και στοιχεία, με τους αντίστοιχους συντελεστές καθαρού κέρδους που ορίζονται στην παραγρ. 2 του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955, είναι μικρότερα του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος που προκύπτει με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια των διατάξεων του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, ο φόρος θα υπολογισθεί επί αυτού του μεγαλύτερου ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος.

Τα παραπάνω δεν ισχύουν για επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εργοληπτική κατασκευή τεχνικών έργων του δημοσίου, δήμων, κοινοτήτων, δημόσιων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γενικά, γιατί στις επιχειρήσεις αυτές δεν εφαρμόζονται τα αντικειμενικά κριτήρια που καθιερώθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 4 και 5 του κοινοποιούμενου νόμου. Διευκρινίζεται ότι, ειδικά για τη χρήση 1994, τα καθαρά κέρδη των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά των επιτηδευματιών που εκτελούν οποιεσδήποτε επιμέρους εργασίες σε ανεγειρόμενες οικοδομές, θα προσδιορισθούν αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου. Τέλος διευκρινίζεται ότι για τις επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εκτέλεση ιδιωτικών τεχνικών έργων το καθαρό εισόδημα τους θα προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του κοινοποιούμενου νόμου, εφόσον συντρέχει περίπτωση.

Με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζονται οι φορολογικές υποχρεώσεις για φόρο προστιθέμενης αξίας των εργολάβων, υπεργολάβων και γενικά των επιτηδευματιών που εκτελούν οποιαδήποτε επί μέρους εργασία σε ανεγειρόμενη οικοδομή, για τις οποίες θα σας παρασχεθούν σχετικές οδηγίες από την αρμόδια διεύθυνση με ιδιαίτερη διαταγή.

Με την παράγραφο 4 του άρθρου 5 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών όπως με αποφάσεις του καθορίζει:

α) Τις λεπτομέρειες και τη διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

β) Τον τύπο, το περιεχόμενο, τη διαδικασία και το χρόνο υποβολής των δηλώσεων που απαιτούνται για την υλοποίηση της εφαρμογής των διατάξεων αυτού του άρθρου.

γ) Τις υποχρεώσεις των προσώπων των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτού του άρθρου.

Με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 ορίζεται ότι, οι διατάξεις αυτού του άρθρου εφαρμόζονται για οικοδομές των οποίων η οικοδομική άδεια θα εκδοθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994.

Με την παράγραφο 6 του άρθρου 5 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι για υποθέσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού του άρθρου, δηλαδή για οικοδομές των οποίων η οικοδομική άδεια θα εκδοθεί μετά την 31η Δεκεμβρίου 1994, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 2065/1992, οι οποίες αναφέρονται στον προσδιορισμό του κόστους οικοδομών για τον έλεγχο και απόδοση του Φ.Π.Α. από τους ιδιοκτήτες κατασκευαστές. Κάθε άλλη αντίθετη διάταξη παύει να ισχύει από την ισχύ αυτού του άρθρου.

Άρθρο 12
Τεκμήρια δοκάνων διαβίωσης

Με τις διατάξεις αυτού του άρθρου τροποποιούνται, συμπληρώνονται ορισμένες διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 και προσθέτονται νέες, που αναφέρονται στον προσδιορισμό του συνολικού ετήσιου φορολογητέου εισοδήματος με βάση τις δαπάνες διαβίωσης του φορολογουμένου. Ειδικότερα :

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του κοινοποιούμε νου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 που αναφέρεται στον προσδιορισμό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου με βάση το διπλάσιο ποσό του ετήσιου τεκμαρτού ή καταβαλλόμενου μισθώματος για δευτερεύουσες κατοικίες.

Όπως προκύπτει από τις νέες διατάξεις εάν ο φορολογούμενος έχει μόνο μία (μοναδική) δευτερεύουσα κατοικία (είτε αυτή είναι εξοχική ή μη εξοχική, είτε είναι ιδιόκτητη, είτε ενοικιάζεται από τρίτο) εφόσον η επιφάνεια της υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα, ως τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση αυτή ορίζεται το διπλάσιο ποσό του ετήσιου τεκμαρτού ή καταβαλλόμενου μισθώματος.

Διευκρινίζεται ότι, όταν η δευτερεύουσα κατοικία είναι εξοχική, έχουν εφαρμογή για την εξεύρεση του ετήσιου τεκμαρτού μισθώματος της οι οικείες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν.Δ. 3323/1955, δηλαδή θα υπολογισθεί τεκμαρτό μίσθωμα για τρεις μήνες το έτος.

- Αν ο φορολογούμενος, η σύζυγος του και τα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν και τον βαρύνουν έχουν στην κατοχή ή στην κυριότητα τους περισσότερες από μία δευτερεύουσες κατοικίες με συνολική επιφάνεια, όλες μαζί πάνω από 120 τετραγωνικά μέτρα, οι οποίες χρησιμοποιούνται από αυτούς ως δευτερεύουσες κατοικίες, τότε για τον υπολογισμό του πραγματικού ή του τεκμαρτού μισθώματος τους λαμβάνονται υπόψη όλες οι μισθούμενες ή ιδιοκατοικούμενες κατοικίες τους.

- Για να θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν περισσότερα από ένα ακίνητα (κατοικίες), θα πρέπει αυτά να τα έχουν ταυτόχρονα στην κατοχή ή στην κυριότητα τους και αυτά τα ακίνητα να έχουν συνολικά επιφάνεια μεγαλύτερη από 120 τετραγωνικά μέτρα. έτσι π.χ. εάν κάποιος τον Ιούνιο και τον Ιούλιο είχε νοικιάσει μία δευτερεύουσα κατοικία επιφανείας 70 τ.μ. και τον Αύγουστο αγόρασε μία κατοικία 60 τ.μ. που τη χρησιμοποίησε ως δευτερεύουσα κατοικία δεν θα υπολογισθεί γι΄ αυτόν δαπάνη διαβίωσης, εάν όμως την κατοικία αυτή την αγόρασε του Ιούλιο, τότε θα του υπολογισθεί τεκμήριο για τον Ιούλιο με βάση και τις δύο κατοικίες .

- Για τον υπολογισμό της συνολικής επιφάνειας αυτών των κατοικιών σε περίπτωση συνιδιοκτησίας με τρίτα πρόσωπα (εκτός δηλαδή του άλλου συζύγου και των προσώπων που βαρύνουν τους δύο συζύγους) το εμβαδόν της κατοικίας πολλαπλασιάζεται με το ποσοστό συνιδιοκτησίας του φορολογουμένου.

Τέλος είναι αυτονόητο ότι η εξαίρεση που προβλέπεται από το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 εξακολουθεί να ισχύει. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη η τεκμαρτή δαπάνη για δευτερεύουσα κατοικία που βρίσκεται σε χωριό ή πόλη με πληθυσμό κάτω από 5.000 κατοίκους και έχει περιέλθει αυτή στο φορολογούμενο ή τη σύζυγο του από κληρονομιά, προίκα ή γονική παροχή, εκτός των κατοικιών που βρίσκονται σε περιοχές που είναι χαρακτηρισμένοι ως τουριστικοί τόποι.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄και γγ΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αυτές ίσχυαν μετά την αντικατάσταση τους με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994 (ΦΕΚ Α΄ 16) και τυπικά καταργείται η υποπερίπτωση δδ΄ αυτού (μείωση τεκμαρτής δαπάνης αυτοκινήτου ειδικά διασκευασμένου για αναπήρους), ενώ στην πραγματικότητα η υποπερίπτωση αυτή Εντάχθηκε στην γγ΄ υποπερίπτωση, με ορισμένες μεταβολές της.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνονται τα ποσοστά μείωσης της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης η οποία αντιστοιχεί, κατά κατηγορία φορολογήσιμης ιπποδύναμης των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, είτε με βάση την παλαιότητα τους, η οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία της πρώτης κυκλοφορίας τους στην Ελλάδα, είτε με βάση την τυχόν αγορά του αυτοκινήτου από τον ΟΔΔΥ, είτε με βάση ορισμένα άλλα κριτήρια.

Ειδικότερα, με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι η τεκμαρτή δαπάνη με βάση τη φορολογήσιμη ιπποδύναμη του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μειώνεται ανάλογα με την παλαιότητα, η οποία υπολογίζεται από το έτος που το αυτοκίνητο για πρώτη φορά κυκλοφόρησε στην Ελλάδα κατά ποσοστό:

α) 20% για χρονικό διάστημα πάνω από 5 μέχρι 10 έτη.

β) 30% για χρονικό διάστημα πάνω από 10 έτη και μέχρι 15 έτη.

γ) 50% για χρονικό διάστημα πάνω από 15 έτη.

Το ίδιο ποσοστό μείωσης δηλαδή το 50% υπολογίζεται:

- Για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση το αυτοκίνητο που έχει αγοραστεί από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Υλικού (Ο.Δ.Δ.Υ.).

- Για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση αυτοκίνητο που ανήκει στην κυριότητα του φορολογουμένου για χρονικό διάστημα πάνω από 10 έτη, εφόσον αυτός έχει ηλικία πάνω από 60 ετών και αποκτά αποκλειστικώς εισοδήματα από συντάξεις ή και από ιδιοκατοίκηση κύριας και δευτερεύουσας κατοικίας, φορολογούμενης ή μη.

- Για τη δαπάνη που προκύπτει με βάση επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, τα οποία είναι ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους. Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασμένα για αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν ύστερα από άδεια της αρμόδιας αρχής (δηλαδή της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών) για να οδηγούνται από πρόσωπα (δηλαδή από το φορολογούμενο ή τη σύζυγο του ή από τα πρόσωπα που βαρύνουν αυτούς) που παρουσιάζουν αναπηρία με ποσοστό τουλάχιστον 67% από φυσική αναπηρία, νοητική καθυστέρηση ή ψυχική πάθηση ή για να μεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα μαζί με τα αντικείμενα που είναι απαραίτητα για τη μετακίνηση τους.

- Επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994 είχε αντικατασταθεί ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 και είχαν αναπροσαρμοσθεί από το οικονομικό έτος 1994 τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που αντιστοιχούν στη φορολογήσιμη ιπποδύναμη των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής ή μικτής χρήσης, τα οποία αναφέρονται στον πίνακα αυτό.

Με βάση τα ποσά της τεκμαρτής αυτής δαπάνης που ορίσθηκαν με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994, σε συνδυασμό και με τη μεταβολή που έγινε, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του κοινοποιούμενου νόμου, στα ποσοστά μείωσης της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης ή αυτοκινήτων μικτής χρήσης, η δαπάνη αυτή διαμορφώνεται από το οικον. έτος 1995, ως εξής:

ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΚΜΑΡΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟΥΣ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΙΜΟΥΣ ΙΠΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Ε.Ι.Χ. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ κτλ.

Φορ/μοι ίπποι

Μέχρι και 5 έτη

Πάνω από 5 μέχρι και 10 έτη Μείωση 20%

Πάνω από 10 μέχρι και 15 έτη Μείωση 30%

α) Πάνω από 15 έτη έτη, β) Προέλευση από Ο.Δ.Δ.Υ. γ) Σε περίπτωση κυριότητας ΕΙΧ αυτ/του πάνω από 10 έτη από συνταξιούχο ηλικίας πάνω από 60 ετών, δ) Προκειμένου για ΕΙΧ αυτ/το ειδικά διασκευασμένο για τη χρησιμοποίηση (οδήγηση) του ή για τη μεταφορά με αυτό αναπήρων με αναπηρία 67% και πάνω. Μείωση 50%

μέχρι 7

1.150.000

920.000

805.000

575.000

« 8

1.400.000

1.120.000

980.000

700.000

« 9

1.750.000

1.400.000

1.225.000

875.000

« 10

2.100.000

1.680.000

1.470.000

1.050.000

« 11

2.550.000

2.040.000

1.785.000

1.275.000

« 12

3.000.000

2.400.000

2.100.000

1.500.000

« 13

3.600.000

2.880.000

2.520.000

1.800.000

« 14

4.300.000

3.440.000

3.010.000

2.150.000

« 15

5.850.000

4.680.000

4.095.000

2.925.000

« 16

7.150.000

5.720.000

5.005.000

3.575.000

« 17

8.450.000

6.760.000

5.915.000

4.225.000

« 18

9.750.000

7.800.000

6.825.000

4.875.000

« 19

11.700.000

9.360.000

8.190.000

5.850.000

« 20

13.650.000

10.920.000

9.555.000

6.825.000

« 21

16.250.000

13.000.000

11.375.000

8.125.000

22 και άνω

19.500.000

15.600.000

13.650.000

9.750.000

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 12 αντικαθίσταται η πρώτη περίοδος του τρίτου εδαφίου και η υποπερίπτωση ι΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ουσιαστικά προστέθηκαν οι κοινωνίες και οι κοινοπραξίες που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, στη ρύθμιση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, στις περιπτώσεις εταιριών ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή ανώνυμων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελμα, οι οποίες έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, η τεκμαρτή δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των ομόρρυθμων ή απλών εκτός των ετερόρρυθμων εταίρων ή κοινωνών ή μελών της κοινοπραξίας, φυσικών προσώπων, μεριζόμενη μεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία, προκειμένου περί ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή αστικών εταιριών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία.

Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τα τελευταία εδάφια της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, για την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων λαμβάνεται υπόψη η τεκμαρτή δαπάνη τόσο των επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης όσο και των αυτοκινήτων μικτής χρήσης ή αυτοκινήτων τύπου JEEP.

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που μία ετερόρρυθμη εταιρία Χ έχει ομόρρυθμα μέλη, το φυσικό πρόσωπο Α με ποσοστό συμμετοχής 10%, το φυσικό πρόσωπο Β με ποσοστό 20% και την ομόρρυθμη εταιρία Γ με ποσοστό 25% και ως ετερόρρυθμα μέλη, το φυσικό πρόσωπο Δ με ποσοστό 15% και την ανώνυμη εταιρία Ε με ποσοστό 30% και έχει στην κυριότητα ή κατοχή της, δύο (2) ιδιωτικής χρήσης επιβατικά αυτοκίνητα, ένα (1) αυτοκίνητο μικτής χρήσης και ένα φορτηγά τύπου JΕΕΡ, με αντίστοιχη τεκμαρτή δαπάνη 3.000.000, 1.500.000, 1.800.000 και 1.400.000 δρχ., η συνολική τεκμαρτή δαπάνη αυτών των αυτοκινήτων, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, θα βαρύνει μόνο τα φυσικά πρόσωπα Α και Β.

Για την εξεύρεση του ποσού της δαπάνης που αναλογεί στον Λ και Β, θα θεωρηθεί ότι στο άθροισμα των ποσοστών της συμμετοχής στην εταιρία Χ των Α΄ και Β΄ αντιστοιχεί το άθροισμα της τεκμαρτής δαπάνης όλων των αυτοκινήτων, δηλαδή ότι στο 30% αντιστοιχεί τεκμαρτή δαπάνη 7.700.000.

Έτσι με βάση τα παραπάνω στον Α αντιστοιχεί δαπάνη 2.566.666 δρχ.,(7.700.000 Χ 10/30 = 2.566.000 και στον Β΄ 3.000.000 δρχ., (7.700.000 Χ 20/30 = 5.133.333 μη δυναμένη να υπερβεί την μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρίας.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 12 αντικαταστάθηκε η υποπερίπτωση ιιιι΄ του τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις που υπήρχαν σχετικά με το εάν βαρύνεται και ο διευθύνων σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με βάση την τεκμαρτή δαπάνη της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5, που προκύπτει από αυτοκίνητα που έχει στην κυριότητα ή στην κατοχή της η ανώνυμη εταιρία.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, η υπόψη τεκμαρτή δαπάνη μερίζεται ισομερώς μεταξύ των διευθυνόντων και εντεταλμένων συμβούλων, διοικητών ανώνυμων εταιριών και προέδρων των διοικητικών συμβουλίων τους.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, μετά το τρίτο εδάφιο, προστίθενται δύο νέα εδάφια. Με τις νέες διατάξεις αφ΄ ενός μεν γίνεται νομοτεχνική τακτοποίηση, ώστε να υπαχθούν στο τεκμήριο αυτοκινήτου τα μέλη (φυσικά πρόσωπα, τον Πρόεδρο, το Διοικητή, τον διευθύνοντα και εντεταλμένο σύμβουλο της ανώνυμης εταιρίας) των νομικών προσώπων, τα οποία είναι μέλη άλλων νομικών προσώπων ή κοινοπραξιών και αφ΄ ετέρου η υπαγωγή των αλλοδαπών επιχειρήσεων στις διατάξεις περί τεκμηρίου αυτοκινήτων.

Συγκεκριμένα με τις διατάξεις του νέου τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, αν οι εταίροι (όλοι οι εταίροι όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του τρίτου και τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 όπως διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις αυτού του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου) των ομόρρυθμων ή ετερόρρυθμων ή περιορισμένης ευθύνης ή αστικών εταιριών, καθώς και των κοινωνιών ή κοινοπραξιών είναι νομικά πρόσωπα, η τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει με βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έχουν στην κυριότητα ή την κατοχή τους οι υπόψη εταιρίες ή κοινωνίες ή κοινοπραξίες, λογίζεται ως τεκμαρτή δαπάνη των φυσικών προσώπων, που μετέχουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα, δηλαδή λογίζεται ως δαπάνη των φυσικών προσώπων που θα βαρύνονταν με την οικεία δαπάνη, αν τα αυτοκίνητα ανήκαν στα νομικά πρόσωπα μέλη (ομόρρυθμα προκειμένου για ετερόρρυθμη εταιρία) των εταιριών κτλ. αυτών.

Έτσι για παράδειγμα αν στην ομόρρυθμη εταιρία Σ, συμμετέχουν:

- η ομόρρυθμη εταιρία Τ με ποσοστό συμμετοχής 20%

- η ανώνυμη εταιρία Φ με ποσοστό συμμετοχής 80% και η εταιρία αυτή (δηλαδή η Σ) έχει στην κυριότητα ή κατοχή της τα ΕΙΧ αυτοκίνητα α, β, και γ, τα φορτηγά αυτοκίνητα τύπου JEEP δ΄ και ε΄ και το αυτοκίνητο μικτής χρήσης στ΄ με αντίστοιχη τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης έκαστο:

3.600.000 δρχ., 1.400.000 δρχ., 3.010.000 δρχ., 2.400.000 δρχ., 2.880.000 δρχ. και 2.100.000 δρχ.

δηλαδή η συνολική δαπάνη είναι 15.390.000 δρχ. και η μεγαλύτερη δαπάνη που προκύπτει με βάση αυτοκίνητο της εταιρίας είναι 3.600.000 δρχ.

Με βάση αυτά που έχουν προαναφερθεί θα γίνει κατ΄ αρχή κατανομή της συνολικής δαπάνης στα νομικά πρόσωπα ομόρρυθμα μέλη της εταιρίας με βάση τα ποσοστά συμμετοχής τους στην εταιρία, χωρίς σε αυτό το στάδιο να γίνεται η σύγκριση του ποσού που αναλογεί σε κάθε νομικό πρόσωπο μέλος της εταιρίας με βάση το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία τη μεγαλύτερη δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρίας. Έτσι αναλογεί δαπάνη:

Στην ομόρρυθμη εταιρία Τ 15.390.000 Χ 20/100 = 3.078.000 δρχ.

Στην ανώνυμη εταιρεία Φ 15.390.000 Χ 80/100 =12.312.000 δρχ.

Στη συνέχεια θα κατανεμηθεί η δαπάνη που αναλογεί σε κάθε εταιρία στα φυσικά πρόσωπα μέλη της, που ανάλογα με την μορφή της εταιρίας, βαρύνονται με τη δαπάνη των αυτοκινήτων της εταιρίας. Σε αυτό το στάδιο γίνεται σύγκριση της δαπάνης που αναλογεί σε κάθε μέλος της εταιρίας, με τη μεγαλύτερη δαπάνη που προκύπτει με βάση τα αυτοκίνητα της εταιρίας στην οποία συμμετέχει η παρούσα εταιρία δηλαδή στο παράδειγμα αυτό θα γίνεται σύγκριση με τη δαπάνη των 3.600.000 δρχ.

Με βάση τα παραπάνω:

α) Αν μέλη της ΟΕ Τ είναι τα φυσικά πρόσωπα ΒΑ και ΒΒ με ποσοστό συμμετοχής αντίστοιχα 60% και 40% τότε:

αα) στον ΒΑ αναλογεί δαπάνη 3.078.000 Χ 60% = 1.846.800 δρχ.

ββ) στον ΒΒ αναλογεί δαπάνη 3.078.000 Χ 40% = 1.231.200 δρχ.

β) Αν πρόεδρος του Δ.Σ της Α.Ε Φ είναι ο ΔΑ και διευθύνων σύμβουλος αυτής ο ΔΒ τότε στους ΔΑ και ΔΒ αντιστοιχεί στον καθένα δαπάνη 12.312.000:2=6.156.000 δρχ. περιοριζόμενη στις 3.600.000 Χ δρχ. Περαιτέρω αν η ΑΕ Φ έχει στην ιδιοκτησία της τρία ΕΙΧ αυτοκίνητα με τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης 1.400.000, 3.000.000 και 3.400.000 αντίστοιχα, στον ΔΑ και ΔΒ αναλογεί τεκμαρτή δαπάνη (1.400.000 + 3.000.000 + 3.400.000):2= 3.900.000 δρχ. η οποία περιορίζεται σε 3.400.000 δρχ. και συνολικά στον ΔΑ και στον ΔΒ αντιστοιχούν στον καθένα 3.400.000 + 3.600.000 = 7.000.000 δρχ.

Όπως προκύπτει από τις οικείες διατάξεις και όπως καταδεικνύεται στο παραπάνω παράδειγμα τα φυσικά πρόσωπα βαρύνονται και με την τεκμαρτή δαπάνη των αυτοκίνητων της εταιρίας στην οποία άμεσα συμμετέχουν και με την τεκμαρτή δαπάνη των αυτοκινήτων της εταιρίας κτλ στην οποία έμμεσα συμμετέχουν εφόσον βέβαια όλα τα μέλη αυτής της τελευταίας εταιρίας είναι νομικά πρόσωπα.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου πέμπτου εδαφίου αυτής της περίπτωσης (β), για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, που δεν υπάγονται στις διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 6 αυτού του άρθρου, δηλαδή που δεν υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967, του Α.Ν. 378/1968 και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, που προκύπτει με βάση αυτοκίνητα ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου, υποκαταστήματος ή πρακτορείου τους εγκατεστημένου στην Ελλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα την αλλοδαπή επιχείρηση και προΐσταται του οικείου γραφείου ή υποκαταστήματος ή πρακτορείου.

Είναι αυτονόητο ότι οι διατάξεις του παλαιού τέταρτου σημερινού έκτου εδαφίου της περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 εξακολουθούν να ισχύουν και κατά συνέπεια το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης που

προκύπτει με βάση τα αυτοκίνητα εταιριών αλλοδαπών επιχειρήσεων κτλ. δεν μπορεί για κάθε ένα από τα φυσικά πρόσωπα που βαρύνει και για κάθε μια από αυτές τις επιχειρήσεις (π.χ. ομόρρυθμο μέλος, εκπρόσωπος υποκαταστήματος αλλοδαπής επιχείρησης κτλ.) να είναι ανώτερη από τη μεγαλύτερη τεκμαρτή δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της επιχείρησης.

Τούτο ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής ή κατοικίας των φυσικών αυτών προσώπων.

6. Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994 (ΦΕΚ Α 16) τροποποιήθηκαν ορισμένες διατάξεις του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955. Ειδικότερα:

Α. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994 από το οικον. έτος 1994 (χρήση 1993) έχει αντικατασταθεί η υποπερίπτωση αα΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955. Σύμφωνα με τη νέα διάταξη από το οικον. έτος 1994 (χρήση 1993),για μηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και μη, ολικού μήκους μέχρι πέντε (5) μέτρα, η οικεία δαπάνη ορίζεται στο ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) δραχμών, που προσαυξάνεται με το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) δραχμών για κάθε μέτρο μήκους πάνω από τα πέντε (5) μέτρα.

Επισημαίνεται ότι για την εξεύρεση του μήκους του σκάφους για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, λαμβάνεται το μήκος της ευθείας γραμμής που ενώνει τα πιο απομακρυσμένα σημεία την πλώρης και της πρύμνης του σκάφους. Κάθε παλαιότερη διαταγή μας ως προς το θέμα αυτό, αντιθέτου περιεχομένου, παύει να ισχύει από το οικον. έτος 1995.

Β. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994, είχε αντικατασταθεί ο πίνακας του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, και είχαν αναπροσαρμοσθεί από το οικονομικό έτος 1994 (χρήση 1.1 - 31.12.93) τα ποσά της τεκμαρτής δαπάνης για τα ιστιοφόρα ή μηχανοκίνητα ή μικτά σκάφη με χώρο ενδιαίτησης.

Με βάση τα νέα ποσά της τεκμαρτής αυτής δαπάνης σε συνδυασμό με τη μείωση των ποσών αυτών που προβλέπεται από το δεύτερο εδάφιο της υποπερίπτωσης ββ΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, η ετήσια τεκμαρτή δαπάνη με βάση την κυριότητα ή κατοχή αυτών των σκαφών καθορίζεται ως εξής:

ΕΤΗΣΙΑ ΤΕΚΜΑΡΤΗ ΔΑΠΑΝΗ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΜΗΚΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΤΗ ΝΗΟΛΟΓΗΣΗΣ ΙΣΤΙΟΦΟΡΟΥ Ή ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΟΥ Ή ΜΙΚΡΟΥ ΣΚΑΦΟΥΣ ΜΕ ΧΩΡΟ ΕΝΔΙΑΙΤΗΣΗΣ

Μήκος σκάφους

Ετήσια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης

Μέχρι και 5 έτη

Πάνω από 5 μέχρι και 10 έτη (Μείωση 10%)

Πάνω από 10 έτη (Μείωση 20%)

Μέχρι 8 μέτρα

2.500.000

2.250.000

2.000.000

9 και 10 μέτρα

4.500.000

4.050.000

3.600.000

11 και 12 μέτρα

6.000.000

5.400.000

4.800.000

13 και 14 μέτρα

7.700.000

6.930.000

6.160.000

15 και 16 μέτρα

10.000.000

9.000.000

8.000.000

17 και 18 μέτρα

12.500.000

11.250.000

10.000.000

19 και 20 μέτρα

15.600.000

14.040.000

12.480.000

21 και 22 μέτρα

19.500.000

17.550.000

15.600.000

23 και 24 μέτρα

25.000.000

22.000.000

20.000.000

25 και 26 μέτρα

30.000.000

27.000.000

24.000.000

27 μέτρα και άνω

36.000.000

32.400.000

28.800.000

Γ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994, αντικαταστάθηκαν από το οικον. έτος 1994 (χρήση 1.1 - 31.12.1993) οι υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄ και γγ΄ της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323./1955.

Με τις νέες διατάξεις αυτές αναπροσαρμόσθηκαν τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που ορίζονται για αεροσκάφη, ελικόπτερα ή ανεμόπτερα, από το οικον. έτος 1994 (χρήση 1.1 - 31.12.1993) ως εξής:

α. Για αεροσκάφη με κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, η οικεία τεκμαρτή δαπάνη ορίζεται στο ποσό των έξι εκατομμυρίων (6.000.000) δραχμών για τους εκατό πενήντα πρώτους ίππους, που προσαυξάνεται με το ποσό των πενήντα χιλιάδων δραχμών για κάθε ίππο πάνω από τους εκατό πενήντα (150) ίππους του κινητήρα αυτών.

β. Για αεροσκάφη αεριοπροωθούμενα (JΕΤ) η οικεία τεκμαρτή δαπάνη ορίζεται στο ποσό των δεκαοχτώ (18.000) χιλιάδων δραχμών για κάθε λίμπρα ώθησης.

γ. Για ανεμόπτερα η οικεία τεκμαρτή δαπάνη ορίζεται στο ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων (1.200.000) δραχμών (αντί του 1.000.000 δρχ. που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις).

7. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 12 στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, μετά τη λέξη "δίτροχου" προστίθεται η φράση "ή τρίτροχου". Έτσι από το οικον. έτος 1995 τα ποσά της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης που προβλέπονται με βάση τον κυβισμό δίτροχου ιδιωτικής χρήσης αυτοκινούμενου οχήματος - μοτοσυκλέττας με κυβισμό από 500 κυβικά εκατοστά και πάνω, εφαρμόζονται και για τον υπολογισμό της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης που προκύπτει με βάση την κυριότητα ή κατοχή τρίτροχου αυτοκινούμενου οχήματος του ίδιου κυβισμού.

8. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 12 αντικαθίσταται από το οικονομικό έτος 1995 η παράγραφος 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, η οποία αναφέρεται στη δυνατότητα αμφισβήτησης (στο μαχητό) του ετήσιου συνολικού ποσού της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, όπως υπολογίζεται με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Ειδικότερα με τη νέα παράγραφο 4:

α) Καταργείται έμμεσα η προηγούμενη περίπτωση α΄ της παραγράφου αυτής που αναφερόταν στην δυνατότητα αμφισβήτησης του ετήσιου συνολικού ποσού της τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όταν έγινε λανθασμένος υπολογισμός αυτής. Τούτο έγινε επειδή το θέμα αυτό είναι γενικότερο και αφορά κάθε λανθασμένο υπολογισμό οποιουδήποτε στοιχείου της δήλωσης και κατά συνέπεια αντιμετωπίζεται με τις γενικότερες διατάξεις που ισχύουν.

β) Οι περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄, ε΄, στ΄, ζ΄ και η΄ είναι ίδιες, αντίστοιχα, με τις υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄, γγ΄, εε΄, στστ΄, ζζ΄ και ηη΄ της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της με τις κοινοποιούμενες διατάξεις, για τις οποίες σας έχουν παρασχεθεί λεπτομερείς οδηγίες με την 1037956/356/0012/ ΠΟΛ 1094/23.3.89 διαταγή.

γ) Σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της νέας παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, το ετήσιο συνολικό ποσό τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, μπορεί να αμφισβητηθεί από το φορολογούμενο όταν η πραγματική δαπάνη του φορολογουμένου κ«ι των μελών που τον βαρύνουν είναι μικρότερη από την τεκμαρτή δαπάνη, όπως αποδεικνύεται από τον υπόχρεο με βάση πραγματικά περιστατικά, εφόσον ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα εισαγωγής επιβατικού και μόνο αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης με μειωμένους δασμούς, φόρους ή τέλη, (και όχι για μικτής χρήσης αυτοκίνητα ή για οχήματα τύπου JEEΡ) ανεξάρτητα του λόγου για τον οποίο έχει αυτό το δικαίωμα. Δεν απαιτείται δηλαδή πλέον τα πρόσωπα που εισάγουν (ή έχουν εισαγάγει) το αυτοκίνητο να ήσαν πρόσφυγες ή μετανάστες στο εξωτερικό, για να αμφισβητήσουν το ποσό της οικείας τεκμαρτής δαπάνης οικονομικών ετών 1995 και επομένων.

Τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό δύνανται να επικαλούνται το περιστατικό αυτό για πέντε (5) έτη από το έτος του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου, εκτός από τους ναυτικούς, οι οποίοι μπορούν να το επικαλούνται για ένα (1) έτος από το έτος του εκτελωνισμού του αυτοκινήτου. Διευκρινίζεται ότι για την εφαρμογή αυτής της διάταξης ως πρώτο έτος λαμβάνεται το έτος που έγινε ο εκτελωνισμός του αυτοκινήτου.

Εξάλλου είναι αυτονόητο ότι δεν επαρκεί για τη μείωση της υπόψη δαπάνης η εισαγωγή του αυτοκινήτου με μειωμένους δασμούς, αλλά ο φορολογούμενος πρέπει να αποδείξει με βάση πραγματικά περιστατικά ότι η δαπάνη του ε(ναι μικρότερη από εκείνη που ορίζεται από τις οικείες διατάξεις και να υποβάλλει, μαζί με τη δήλωση του, τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισμών του.

9. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 12 αντικαθίσταται η περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις για τον υπολογισμό της συνολικής δαπάνης του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, του φορολογουμένου κτλ. λαμβάνονται υπόψη και τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται για αγορά αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής (δηλαδή και για αγορά κωπηλατών κτλ. σκαφών και γενικά για την αγορά σκαφών αναψυχής ανεξάρτητα του υλικού κατασκευής τους και του τρόπου κίνησης τους), αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας. Ως κινητά πράγματα μεγάλης αξίας νοούνται εκείνα που η αξία τους υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών. Αν η αξία κάθε πράγματος είναι μικρότερη του ποσού αυτού, τα αγορασθέντα όμως πράγματα αποτελούν κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις, ενιαίο σύνολο, τότε για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία όλων αυτών των πραγμάτων, εφόσον υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών (π.χ. αν για την αγορά τραπεζαρίας εκδίδονται χωριστά φορολογικά στοιχεία για την πώληση - αγορά - κάθε καρέκλας και για το τραπέζι, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία της τραπεζαρίας για την εφαρμογή αυτών των διατάξεων).

Με τις νέες διατάξεις, προς αποφυγή αμφισβητήσεων και παρερμηνιών, ορίζονται ρητά ορισμένα κινητά πράγματα (αυτοκίνητα κτλ.), η δαπάνη για την αγορά των οποίων λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής δαπάνης διαβίωσης, ανεξάρτητα της αξίας αυτών και περαιτέρω περιλαμβάνονται χωρίς άλλη εξατομίκευση και η δαπάνη για αγορά κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας (μεγαλύτερη του 1.000.000 δραχμών).

- Τέλος, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αντικαταστάθηκε με τις κοινοποιούμενες διατάξεις, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν λαμβάνονται υπόψη τα χρηματικά ποσά που διατίθενται για την αγορά κινητών πραγμάτων, τα οποία αποτελούν το άμεσο αντικείμενο της ασκούμενης εμπορικής δραστηριότητας.

Κατά συνέπεια για επιχείρηση αγοραπωλησίας πχ αυτοκινήτων, δεν λαμβάνονται υπόψη τα χρηματικά ποσά που διαθέτει ο επιχειρηματίας για την αγορά εκείνων των αυτοκινήτων που πρόκειται να μεταπωλήσει.

Αντίθετα λαμβάνονται υπόψη τα ποσά που θα καταβάλει ο αυτοκινητιστής για αγορά αυτοκινήτου δημόσιας χρήσης (δεδομένου μάλιστα ότι καταργήθηκε έμμεσα η σχετική εξαίρεση), καθώς και τα ποσά που θα καταβάλει ο επιχειρηματίας για αγορά φορτηγού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την μεταφορά προϊόντων της επιχείρησης του ή για την αγορά αυτοκινήτων ή σκαφών αναψυχής, τα οποία θα χρησιμοποιήσει ο αγοραστής στην επιχείρηση του ενοικίασης αυτοκινήτων, σκαφών αναψυχής κτλ.

10. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 12 οι διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περίπτωση β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 καταργούνται τυπικά. Οι υπόψη διατάξεις που αναφέρονταν στην εξαίρεση από το τεκμήριο του προηγούμενου (πρώτου) εδαφίου αυτής της περίπτωσης (δηλαδή από το τεκμήριο με βάση την καταβαλόμενη δαπάνη για αγορά ή σύσταση επιχειρήσεων, για αγορά εταιρικών μεριδίων, για αγορά χρεογράφων κτλ.), της δαπάνης για αγορά ομολόγων του Δημοσίου, μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο κτλ. στην ουσία για νομοτεχνικούς λόγους, μεταφέρθηκαν, με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου, στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αυτή η παράγραφος (6) ισχύει μετά την αντικατάσταση της με τις διατάξεις της παραγράφου 12 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου.

- Όπως είναι γνωστό με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2157/1993 (ΦΕΚ Α΄ 109), οι διατάξεις των περιπτώσεων β΄ (τεκμήριο αγοράς-σύστασης επιχειρήσεων, αγοράς εταιρικών μεριδίων, αγοράς χρεογράφων κτλ.), γ΄ (τεκμήριο αγοράς ή χρηματοδοτικής μίσθωσης ή ανέγερσης ακινήτων κτλ.), δ΄ (τεκμήριο χορήγησης δανείων ή προσωρινών διευκολύνσεων στις εταιρίες που μετέχουν ή προς την ατομική επιχείρηση) και του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 (κυρώσεις για όσους δεν αναγράφουν στη δήλωση την αγορά ή την ανέγερση ακινήτων), έχουν ανασταλεί από 8 Ιουνίου 1993 μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 1994.

Ο κοινοποιούμενος νόμος όχι μόνο δεν έθιξε αυτή την αναστολή αλλά και όπου μετέβαλε μερικά ή ολικά τις διατάξεις αυτές (τις ανασταλείσες),ρητά αναφέρει στην περίπτωση β΄ του άρθρου 66 ότι η ισχύς αυτών των τροποποιήσεων κτλ., αρχίζει για δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά, δηλαδή από τότε που λήγει η υπόψη αναστολή.

11. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 12, στην παράγραφο 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, προστίθενται περιπτώσεις ε΄ και στ΄.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις για να υπολογισθεί η συνολική δαπάνη του φορολογουμένου με βάση το άρθρο 5 του Ν.Δ. 3323/1955, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ των άλλων και:

α) Η ετήσια δαπάνη για δωρεές ή χορηγίες χρηματικών ποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως τις εκατό χιλιάδες (100.000) δραχμές, εκτός από τις δωρεές προς το Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Είναι αυτονόητο ότι η εξαίρεση ισχύει μόνο για τις δωρεές προς το Ελληνικό Δημόσιο, προς τους δήμους και τις κοινότητες της Ελλάδας και προς τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας.

Για να υπαχθεί ο φορολογούμενος στο τεκμήριο αυτής της περίπτωσης αρκεί η ετήσια συνολική δαπάνη του για δωρεές να υπερβαίνει τις 100.000 δραχμές, ανεξάρτητα από το εάν οι δωρεές χρηματικών ποσών γίνεται προς το ίδιο ή διαφορετικά πρόσωπα.

Προκειμένου περί συζύγων το όριο των 100.000 δραχμών αφορά τον κάθε σύζυγο χωριστά, λαμβανομένου όμως υπόψη (συνυπολογισμού) και του ποσού των δωρεών που γίνονται από πρόσωπα που τους βαρύνουν.

Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω εάν ο φορολογούμενος καταβάλει ως δωρεά 90.000 δραχμές σε ένα κοινωφελές ίδρυμα και 200.000 δραχμές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν υπάγεται στο υπόψη τεκμήριο. Αντίθετα αν ο φορολογούμενος καταβάλει 40.000 δραχμές σε ένα κοινωφελές ίδρυμα και 70.000 δραχμές στο Νοσοκομείο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ (ή σε άλλο ΝΠΔΔ εκτός βέβαια από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα) θα υπαχθεί στο υπόψη τεκμήριο.

Η ισχύς αυτής της διάταξης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

β) Η ετήσια δαπάνη που καταβάλλεται για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής, στην οποία περιλαμβάνεται και το ποσό τυχόν τόκων υπερημερίας, ανεξάρτητα της μορφής της πίστωσης. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται τόσο για την τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων κάθε μορφής, καταναλωτικών ή μή, όσο και για την τοκοχρεωλυτική εξόφληση των ποσών των πάσης μορφής πιστώσεων που έχουν χρεωθεί μέσω πιστωτικών καρτών για αγορές καταναλωτικών ή μη αγαθών.

Τονίζεται ότι, το ποσό που προκύπτει από τις πιστωτικές κάρτες αγοράς καταναλωτικών αγαθών, σε καμιά περίπτωση, δεν συναθροίζεται στο συνολικό ποσό της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου, που προκύπτει με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 (δηλαδή εκείνης που προκύπτει στην ίδια χρήση από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων, σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών, κτλ.).

Αντίθετα όπως διευκρινίστηκε πιο πάνω αν τα ποσά που καταβλήθηκαν από το φορολογούμενο, κατά τη διάρκεια της χρήσης, με πιστωτικές κάρτες, για την αγορά καταναλωτικών αγαθών γενικά, υπερβαίνουν το συνολικό ποσό του πραγματικού εισοδήματος που δηλώθηκε με την αντίστοιχη φορολογική δήλωση του, τότε ως βάση υπολογισμού του φόρου θα ληφθεί υπόψη το ποσό που προκύπτει ότι καταβλήθηκε με τις πιστωτικές κάρτες.

Σημειώνεται ότι τα ποσά που καταβάλλει ετησίως ο φορολογούμενος για την εξόφληση του κεφαλαίου δανείου ή πιστώσεως που χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, επιφανείας μέχρι 120 μέτρα τετρ., δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης αυτού. Στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται υπόψη μόνο οι τόκοι που αναλογούν και καταβλήθηκαν για την εξόφληση του παραπάνω δανείου ή πίστωσης.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι σε περίπτωση συνάψεως από το φορολογούμενο δανείου για αγορά ή ανέγερση πρώτης κατοικίας, επιφανείας μεγαλύτερης από 120 μέτρα τετρ., ολόκληρο το ποσό της τοκοχρεωλυτικής δόσεως αποσβέσεως του δανείου ή της πιστώσεως που αναλογεί στο τμήμα αυτού για τα πέραν των 120 μ2 επιφανείας της πρώτης κατοικίας, θα λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της ετήσιας δαπάνης διαβίωσης του φορολογουμένου.

Για καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε τα εξής παραδείγματα:

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Α΄

Έστω ότι ο φορολογούμενος Α στις 20.4.94 αγόρασε αυτοκίνητο Ε.Ι.Χ και κατέβαλε το τίμημα του δραχμές 6.000.000 σε μετρητά, επικαλέσθηκε όμως στη συνέχεια για την μείωση του τεκμηρίου του, μεταξύ άλλων και ποσό δανείου 4.000.000 δρχ. που έλαβε, στις 10.4.1994 από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα, με συμφωνία εξόφλησης του εντόκως στα έτη 1995 και 1996.

Με βάση τα δεδομένα αυτά κατά τα έτη που θα γίνει εξόφληση του δανείου θα έχει εφαρμογή η σχολιαζόμενη στ περίπτωση της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, δηλαδή κατά τα έτη αυτά για τον υπολογισμό της συνολικής δαπάνης του φορολογουμένου θα ληφθεί υπόψη η τοκοχρεωλυτική απόσβεση του δανείου συμπεριλαμβανομένου και του ποσού τυχόν τόκων υπερημερίας.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Β΄

Έστω ότι ο Α΄ φορολογούμενος κατέβαλε το έτος 1994 για τοκοχρεωλυτική εξόφληση ποσών που του έχουν- χρεωθεί μέσω πιστωτικών καρτών 3.100.000 δρχ. για αγορά καταναλωτικών αγαθών γενικά και συγχρόνως βαρύνεται με κάποια τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης (π.χ. τεκμήριο αυτοκινήτου) της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 ποσό 2.100.000 δρχ. Επειδή για τον προσδιορισμό των ποσών των τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης (παραγράφου .2 άρθρου 5) είχε ληφθεί υπόψη το ποσό των αντίστοιχων δαπανών, σε σχέση με τη συμμετοχή τους στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και κατά συνέπεια είχαν ληφθεί υπόψη οι δαπάνες αυτές (για αγορά καταναλωτικών αγαθών),ως δαπάνη της περίπτωσης αυτής (τοκοχρεωλυτική απόσβεση δανείων - πιστώσεων) θα ληφθεί υπόψη μόνο το ποσό του 1.000.000 δρχ. (3.100.000 - 2.100.000). Εάν ο ανωτέρω φορολογούμενος αγόρασε το υπόψη αυτοκίνητο π.χ. στις 10.1.1994 και κατέβαλε για την αγορά αυτή 5.000.000 δρχ. τότε ως συνολική δαπάνη θα του υπολογιστεί 5.000.000 + 2.100.000 + (3.100.000 - 2.100.000) - 8.100.000 δρχ. και κατά συνέπεια, εάν το οικογενειακό του εισόδημα είναι κατώτερο των 8.100.000 δρχ. π.χ. 6.000.000 δρχ. και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόκτηση εσόδων με την οποία κάλυψε τη διαφορά των 2.100.000 δρχ. θα φορολογηθεί για εισόδημα 8.100.000 δρχ.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Γ΄

Έστω ότι ο Χ φορολογούμενος, κατά τη διάρκεια του έτους 1994, για τοκοχρεωλυτική εξόφληση ποσών που έχουν χρεωθεί μέσω πιστωτικών καρτών για αγορές καταναλωτικών αγαθών κατέβαλε δρχ. 6.000.000 και ότι τα δηλωθέντα πραγματικά του εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες και από εκμίσθωση ακινήτων ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 4.000.000 δραχμών. Ο φορολογούμενος αυτός δεν επιβαρύνεται με τεκμαρτές δαπάνες διαβίωσης από στοιχεία τεκμηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 (αυτοκίνητα, σκάφη αναψυχής κτλ.)·

Επειδή στην περίπτωση αυτή η πραγματική δαπάνη από την τοκοχρεωλυτική εξόφληση των ποσών από αγορές καταναλωτικών αγαθών είναι μεγαλύτερη του συνολικού ποσού των πραγματικών εισοδημάτων που δηλώθηκαν από το φορολογούμενο με την ετήσια φορολογική του δήλωση, ως βάση υπολογισμού του φόρου, εάν ο φορολογούμενος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την απόκτηση εσόδων με την οποία κάλυψε τη διαφορά των 2.000.000 δραχμών, θα ληφθεί το ποσό των 6.000.000 δραχμών που προκύπτει ότι καταβλήθηκε μέσω των πιστωτικών καρτών.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Δ΄

Έστω ότι ο φορολογούμενος Β΄ στη χρήση 1994 θα δηλώσει εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις 8.000.000 δραχμές και ότι οι τεκμαρτές ετήσιες δαπάνες διαβίωσης του, που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 (από αυτοκίνητα, σκάφη αναψυχής κτλ.) ανέρχονται σε 6.000.000 δρχ. και το ποσό που θα καταβληθεί για την τοκοχρεωλυτική εξόφληση ποσών που έχουν χρεωθεί μέσω πιστωτικών καρτών για αγορές καταναλωτικών αγαθών σε 5.000.000 δρχ.

Με βάση τα δεδομένα αυτά επειδή το πραγματικό ποσό του εισοδήματος που δηλώνει ο φορολογούμενος είναι μεγαλύτερο τόσο του ποσού της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης διαβίωσης του, όσο και του ποσού που κατέβαλε για την τοκοχρεωλυτική εξόφληση ποσών για αγορές καταναλωτικών αγαθών μέσω πιστωτικών καρτών, ο υπολογισμός του φόρου θα γίνει με βάση το ποσό των 8.000.000 δρχ. που είναι το πραγματικό του εισόδημα.

Τονίζεται ότι, εάν στο συνολικό ποσό των πιστωτικών καρτών περιλαμβάνεται και ποσό για αγορά περιουσιακού στοιχείου, που δηλώθηκε ως τεκμήριο (π.χ. αυτοκινήτου, δίτροχου, σκάφους αναψυχής κτλ.),τότε το ποσό αυτό θα αφαιρεθεί από το συνολικό ποσό των πιστωτικών καρτών.

Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, εφαρμόζεται από το οικον. έτος 1995, για τα ποσά που καταβάλλονται από 1.1.1994 και μετά, ανεξάρτητα από το χρόνο και το λόγο σύναψης του δανείου ή της πιστώσεως.

12. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 12, για νομοτεχνική τακτοποίηση, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, σύμφωνα με το οποίο όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση τη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτων υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 73α του Ν.Δ. 3323/1955, τυπικά καταργείται, ενώ όπως προκύπτει από την συνέχεια της ίδιας παραγράφου (11) αυτό μεταφέρεται αυτούσιο στην παράγραφο 12 του άρθρο ί του ίδιου νομοθετήματος (Ν.Δ. 3323/1955) ως δεύτερο εδάφιο αυτής, και ισχύει σύμφωνα με την περίπτωση β΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, από 1.1.1995 (δηλαδή μετά την λήξη αναστολής ισχύος του καταργούμενου με τη διάταξη αυτή εδαφίου.

13. Με την παράγραφο 12 του άρθρου 12, αντικαθίσταται η παράγραφος 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της νέας παραγράφου 6, το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, δεν εφαρμόζεται:

α) Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει ενός (1) επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μέχρι και δεκατέσσερις (14) φορολογήσιμους ίππους, το οποίο ανήκει στην κυριότητα ή κατοχή πολύτεκνου με τέσσερα (4) τουλάχιστον τέκνα που τον βαρύνουν ή της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν μαζί τους και τους βαρύνουν.

Κατά συνέπεια η πιο πάνω εξαίρεση εφαρμόζεται και για την τεκμαρτή δαπάνη διαβίωσης με βάση την κυριότητα ή την κατοχή επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης μέχρι και 14 φορολογήσιμων ίππων, από πρόσωπο που βαρύνει το πολύτεκνο φορολογούμενο ή τη σύζυγο του π.χ. από τον πατέρα της συζύγου του πολύτεκνου, ο οποίος (πατέρας) έχει εισόδημα μέχρι 300.000 δρχ. ή 600.000 δρχ, αν αυτός είναι ανάπηρος με αναπηρία 67% και πάνω, και συνοικεί με το φορολογούμενο.

Στη περίπτωση που και η σύζυγος του φορολογουμένου έχει τέκνα που την βαρύνουν (είτε από προηγούμενο γάμο, είτε χωρίς γάμο) ο αριθμός των τέκνων που βαρύνουν τον σύζυγο αθροίζεται με τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν τη σύζυγο, προκειμένου να κριθεί αν πρόκειται για πολύτεκνο, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

Στην περίπτωση που στην κυριότητα ή την κατοχή όλων των πιο πάνω προσώπων (πολύτεκνου φορολογουμένου, συζύγου του και προσώπων που τους βαρύνουν) ανήκουν δύο ή περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, τότε η υπόψη εξαίρεση δεν ισχύει ούτε για ένα αυτοκίνητο.

Διευκρινίζεται ότι η Εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο για την τεκμαρτή δαπάνη που προσδιορίζεται με βάση τις διατάξεις της περίπτωσις β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που προαναφέραμε και ισχύει από το οικον. έτος 1995 (χρήση 1.1 -3.1.12.1934) σύμφωνα, με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου.

β) Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη, η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από χα τέλη κυκλοφορίας.

γ) Προκειμένου για αλλοδαπό προσωπικό που δεν διαμένει μόνιμα στην Ελλάδα: ή ημεδαπό προσωπικό που διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάζεις του Α.Ν. 89/1967 (ΦΕΚ 132 Α΄), του Α.Ν. 378/1968 (ΦΕΚ 82 Α΄) και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α΄), για το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή του ενοικίου.

Οι πιο πάνω διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ είναι ίδιες (αυτούσιες) με τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ αντίστοιχα της προηγούμενης παραγράφου 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 και αναφέρονται όπως και οι προηγούμενε ς, στην εξαίρεση) από την οικεία τεκμαρτή δαπάνη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

δ) Προκειμένου για αλλοδαπές επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967, του Α.Ν. 378/1968 και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975, για το ποσό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης, η οποία προκύπτει από το οικον. έτος 1995 (περίπτωση α΄ άρθρου 66 κοινοποιούμενου νόμου) βάσει επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης.

ε) Προκειμένου για τη δαπάνη, που καταβάλλεται για την αγορά κτηματικών ομολόγων του Δημοσίου, για την αγορά δημόσιων κτημάτων, εφόσον αυτά εκποιούνται σε δημόσιο πλειστηριασμό από την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, καθώς και για την αγορά δημόσιων εκτάσεων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 28 του Ν. 1947/1991 (ΦEK 70 A΄).

Η περίπτωση αυτή είναι ίδια (αυτούσια) με εκείνη της περίπτωσης στ΄ της προηγούμενης παραγράφου 6 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 19 του Ν. 2008/1992 και αναφέρεται στην εξαίρεση της οικείας δαπάνης της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 από το τεκμήριο αυτού του άρθρου,

στ) Προκειμένου για αγορά ομολόγων του Δημοσίου ή τίτλων εταιριών, στις οποίες μετέχει το Δημόσιο κατά ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) ή για αγορά μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ή μετοχών που έχει εγκριθεί η εισαγωγή τους σε αυτό ύστερα από έγκριση της Επιτροπής Κεφάλαιοαγοράς ή για αγορά εντόκων γραμματίων του Δημοσίου ή γενικά τίτλων του Δημοσίου ή για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, καθώς και κάθε άλλου τίτλου που είναι διαπραγματεύσιμος στο Χρηματιστήριο.

- Η εξαίρεση αυτή από το τεκμήριο της δαπάνης του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955,η οποία σύμφωνα με την περίπτωση β΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύει για δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1995 και μετά, είναι αυτή που ίσχυε με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 (το οποίο τυπικά καταργήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου), με τη διαφορά ότι σε αυτές τις διατάξεις αναφέρεται ρητά και η εξαίρεση από το τεκμήριο της δαπάνης για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων.

Διευκρινίζεται ότι η δαπάνη για αγορά REPOS, δηλαδή η δαπάνη για αγορά, από Τράπεζα ή από μελή του χρηματιστηρίου Αθηνών με βάση τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν. 3632/1928, εντόκων γραμματίων ή ομολόγων του Δημοσίου ή ομολογιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, με την έγγραφη συμφωνία επαναπώλησης αυτών (πράξεις RΕΡΟ) μετά την παρέλευση συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος σε προσυμφωνημένη τιμή στην Τράπεζα (ή στο Χρηματιστή) από την οποία τα αγόρασαν, 6εν λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, δεδομένου ότι αυτή η "αγορά" αφορά τίτλους που η δαπάνη για την αγορά τους απαλλάσσεται από αυτό το τεκμήριο.

14. Με την παράγραφο 13 του άρθρου 12, αντικαθίσταται η υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, η δικαιολόγηση της απόκτησης του συναλλάγματος, προκειμένου να καλυφθεί ή να περιορισθεί με αυτό προστιθέμενη διαφορά τεκμαρτής δαπάνης (των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5) του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, δεν απαιτείται, μεταξύ άλλων, από τα πρόσωπα που είχαν διαμείνει τρία τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή (δραχμοποίηση) του συναλλάγματος γίνεται μέσα σε δυο χρόνια από τη μετοικεσία τους. Συνεπώς εφόσον η εισαγωγή του συναλλάγματος γίνει μέσα σε δύο (2) χρόνια από τη μετοικεσία ο φορολογούμενος μπορεί οποτεδήποτε να αποκτήσει περιουσιακό στοιχείο ή να καλύψει οποιεσδήποτε ετήσιες τεκμαρτές δαπάνες από το εισαχθέν συνάλλαγμα χωρίς να υποχρεούται να δικαιολογήσει πως απέκτησε αυτό.

Η ισχύς αυτής της διάταξης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1955,για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

15. Με την παράγραφο 14 του άρθρου 12, στο τέλος της περίπτωση ζ΄ της παραγράφου 9 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 προστίθενται δύο εδάφια. Με τις νέες αυτές διατάξεις καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 και δεν έχουν εφαρμογή στις πραγματικές και τεκμαρτές δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.1994 και μετά.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κάλυψη ή περιορισμό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 (ΦΕΚ 34 Α΄) για τα ποσά των πραγματικών ή τεκμαρτών δαπανών που πραγματοποιούνται από 1.1.94

Χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισμό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται, κατά ρητή διάταξη, από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται με βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης (περίπτωσης ζ΄ παραγράφου 9 άρθρου 5 Ν.Δ. 3323/1955).

Για να αφαιρεθούν βέβαια αυτά τα ποσά από το κεφάλαιο που σχηματίζεται από προηγούμενα έτη, πρέπει ο φορολογούμενος να επικαλείται ανάλωση κεφαλαίων τα οποία σχηματίσθηκαν στο ίδιο (ή προηγούμενο) έτος, στο οποίο ο φορολογούμενος είχε υποβληθεί σε δαπάνη του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, για την κάλυψη ή περιορισμό της οποίας είχε επικαλεσθεί ανάλωση χρημάτων από τα χρήματα που είχε αναγράψει ο φορολογούμενος στη δήλωση του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 (έντυπο Ε6) ή από την ανάλωση μέρους ή ολόκληρου του τιμήματος από την διάθεση -πώληση- περιουσιακού στοιχείου που είχε αναγράψει ο φορολογούμενος στη δήλωση αυτή.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Φορολογούμενος το οικον. Έτος 1993 (χρήση 1992) είχε πραγματοποιήσει δαπάνη του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 και για την κάλυψη της είχε επικαλεσθεί ανάλωση χρημάτων που είχε αναγράψει στο έντυπο Ε6 και ανάλωση μέρους των χρημάτων που απέκτησε με τη διάθεση μέσα στη χρήση 1/1 - 31/12/91 ή στη χρήση 1/1/-31/12/92, ζωγραφικού πίνακα που έχει αναγράψει στο έντυπο Ε6, δηλαδή συνολικά 20.000.000 δρχ., ανάλωση χρημάτων.

Εάν ο ίδιος φορολογούμενος μέσα στη χρήση 1/1-31/12/1994 πραγματοποιεί δαπάνη του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955 και επικαλείται, στο συγκεκριμένο παράδειγμα, για την κάλυψη της ανάλωση κεφαλαίων οικον. έτους 1993 ή και προηγουμένων, αφαιρούνται, κατά το σχηματισμό των κεφαλαίων τα 20.000.000 δρχ., που είχαν ληφθεί υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισμό της διαφοράς δαπάνης του φορολογουμένου, του οικονομικού έτους 1993.

Αντίθετα αν στο συγκεκριμένο παράδειγμα ο φορολογούμενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου μόνο του οικον. έτους 1994, λαμβάνεται υπόψη η ανάλωση ολόκληρου του κεφαλαίου που σχηματίσθηκε το οικ. έτος 1994 (χρήση 1/1-31/12/1993), χωρίς την αφαίρεση των 20.000.000 δραχμών.

16. Με την παράγραφο 15 του άρθρου 12 του κοινοποιούμενου νόμου καταργείται από 1η Ιανουαρίου 1994 η παράγραφος 11 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αυτή αναριθμήθηκε με την παράγραφο 14 του άρθρου 2 του Ν. 2065/1992, η οποία όριζε ότι σε περίπτωση ανακριβούς αναγραφής στοιχείων σχετικών με τον προσδιορισμό της τεκμαρτής δαπάνης, και με τον περιορισμό ή την κάλυψη αυτής, το ποσό της τεκμαρτής δαπάνης ή αυτό που αναφέρεται στον περιορισμό αυτής και αφορά το ανακριβές στοιχείο προσαυξάνεται ή μειώνεται, κατά περίπτωση, κατά ποσοστό πενήντα τα εκατό (50%).

Διευκρινίζεται ότι η υπόψη διαταγή καταργείται για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται (καταβάλλονται) από 1.1.1994 και μετά.

 

 

Άρθρο 13
Εκπτώσεις δαπανών από το συνολικό εισόδημα.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του κοινοποιούμενου νόμου στην περίπτωση% ιβ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, μετά την υποπερίπτωση στ.στ΄, προστέθηκε νέο εδάφιο που αναφέρεται στον τρόπο έκπτωσης των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, επιτρέποντας για πρώτη φορά τη μεταφορά των εξόδων αυτών, που δεν καλύπτονται από το συνολικό ετήσιο εισόδημα του φορολογουμένου και της συζύγου του, διαδοχικά στα επόμενα δύο (2) έτη.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, αν το συνολικό ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης που αφορούν το φορολογούμενο και τα άλλα πρόσωπα που συνοικούν μαζί του και τον βαρύνουν, καθώς και το ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, με το οποίο επιβαρύνεται αυτός, για τα ανάπηρα πρόσωπα που συνοικούν με αυτόν αλλά δεν τον βαρύνουν φορολογικά γιατί το ετήσιο εισόδημα τους υπερβαίνει τις 600.000 δρχ., δεν καλύπτεται από το συνολικό εισόδημα αυτού και της συζύγου του, το υπόλοιπο που απομένει μεταφέρεται για να αφαιρεθεί διαδοχικά, κατά το ποσό που απομένει κάθε φορά, από τα εισοδήματα του των δύο (2) επομένων οικονομικών ετών, αθροιζόμενο με το ποσό των τυχόν άλλων όμοιων δαπανών σε αυτά τα έτη.

Για καλύτερη κατανόηση των πιο πάνω παραθέτουμε το εξής παράδειγμα:

Έστω ότι ένας φορολογούμενος στη δήλωση του οικονομικού έτους 1995 δηλώνει εισόδημα 1.500.000 δρχ. Λόγω χρήσεως αυτοκινήτου, προκύπτει τεκμαρτή προστιθέμενη διαφορά τεκμηρίου 500.000 δρχ. Δηλαδή το συνολικό φορολογούμενο εισόδημα του είναι 2.000.000 δρχ. Έχει δαπάνη ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης δική του και των τέκνων του συνολικού ποσού 10.000.000 δρχ. Επίσης, έχει άλλες δαπάνες του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, συνολικού ποσού 400.000 δρχ. Η σύζυγος του δηλώνει συνολικό εισόδημα 3.000.000 δρχ., δαπάνη ιατρικής περίθαλψης δική της ποσού 100.000 δρχ. και άλλες δαπάνες του άρθρου 8, 100.000 δρχ.

Δήλωση οικον. έτους 1995

Του συζύγου

Της συζύγου

Συνολικό εισόδημα

2.000.000

3.000.000

Μείον δαπάνες άρθρου 8(εκτός ιατρικών)

400.000

100.000

Υπόλοιπο

1.600.000

2.900.000

Μείον δαπάνες ιατρ.& νοσοκ. περίθαλψης

10.000.000

100.000

Υπόλοιπο

- 8.400.000

2.800.000

Το ποσό της δαπάνης ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης του συζύγου των 8.400.000 δρχ., που δεν καλύφθηκε από το εισόδημα του, μεταφέρεται για να αφαιρεθεί από το εισόδημα της συζύγου. Έτσι 2.800.000 - 8.400.000 = - 5.600.000 δρχ. Το ποσό της δαπάνης των 5.600.000 δρχ. που δεν καλύφθηκε από το εισόδημα της συζύγου, μεταφέρεται για να αφαιρεθεί από το εισόδημα που θα δηλώσει ο φορολογούμενος το επόμενο έτος, δηλαδή το οικονομικό έτος 1996.

Έστω ότι στη δήλωση οικονομικού έτους 1996 ο ίδιος φορολογούμενος δηλώνει συνολικό ποσό εισοδήματος 3.000.000 δρχ. ιατρικά έξοδα 50.000 δρχ. και λοιπές δαπάνες άρθρου 8, 1.000.000 δρχ. Σύμφωνα με τα ανωτέρω το μεταφερόμενο ποσό των 5.600.000 δρχ. εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης θα αθροισθεί με το ποσό των 50.000 δρχ. και το σύνολο θα αφαιρεθεί από το εισόδημα του έτους αυτού. Επίσης, η σύζυγος του δηλώνει εισόδημα 3.500.000 δρχ. και δαπάνες του άρθρου 8, πλην εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, ποσού 500.000 δρχ.

Δήλωση οικον. έτους 1996

του συζύγου

της συζύγου

Συνολικό εισόδημα

3.000.000

3.500.000

Μείον δαπάνες άρθρου 8(εκτός ιατρικών)

1.000.000

500.000

Υπόλοιπο

2.000.000

3.000.000

Μείον δαπάνες ιατρ.& νοσοκ. περίθαλψης

5.650.000

Υπόλοιπο

3.650.000

3.000.000

Το ποσό της δαπάνης των 3.650.000 δρχ. που δεν καλύπτεται από το εισόδημα του συζύγου θα μεταφερθεί για να αφαιρεθεί από το εισόδημα της συζύγου και το υπόλοιπο (3.650.000 - 3.000.000 = 650.000 δρχ.) θα μεταφερθεί για να αφαιρεθεί από το εισόδημα του φορολογουμένου οικον. έτους 1997.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 13, αντικαθίσταται η υποπερίπτωση εε΄ της περίπτωσης ιβ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται σε 600.000 δρχ. το όριο του ετήσιου φορολογούμενου και απαλλασσόμενου εισοδήματος, το οποίο δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα τέκνα του φορολογουμένου, που πάσχουν από ανίατο νόσημα, είναι τυφλά κτλ., προκειμένου να δικαιούται ο φορολογούμενος την έκπτωση της δαπάνης νοσοκομειακής περίθαλψης αυτών, των διδάκτρων και των τροφείων σε ειδικές για την πάθηση τους σχολές, αντί των 350.000 δρχ. που ίσχυε.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 13, στην περίπτωση ιγ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, τα εδάφια πέμπτο και έβδομο καταργούνται και προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο.

Με τις νέες διατάξεις περιορίστηκε η δυνατότητα μεταφοράς στα επόμενα έτη των δωρεών, που δεν καλύπτονται, για να αφαιρεθούν από το συνολικό ετήσιο εισόδημα του φορολογουμένου, μόνο για τα επόμενα δύο (2) χρόνια, από πέντε (5) που ίσχυαν, για τις δωρεές και καταργήθηκε αυτό το δικαίωμα για τις χορηγίες.

Συγκεκριμένα με τις διατάξεις αυτές ορίζεται ότι αν το ποσό των δωρεών προς το Δημόσιο, τους δήμους και τις κοινότητες του κράτους, τους ιερούς ναούς, τις ιερές μονές του Αγίου Όρους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα κρατικά και δημοτικά νοσηλευτικά ιδρύματα και τα νοσοκομεία που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, καθώς και προς το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, είτε αυτές γίνονται σε χρηματικά ποσά είτε σε ακίνητα είτε σε ιατρικά μηχανήματα και ασθενοφόρα αυτοκίνητα, όπου και με τις προϋποθέσεις που αναγνωρίζονται αυτές οι δωρεές, είναι μεγαλύτερο από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, η διαφορά μεταφέρεται για να αφαιρεθεί από το εισόδημα του επόμενου οικον. έτους και αν και αυτό δεν φθάνει, μεταφέρεται για έκπτωση από το εισόδημα του μεθεπόμενου οίκον .έτους, κατά τον ίδιο τρόπο που γίνεται η μεταφορά των εξόδων ιατρικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, δηλαδή και σ΄ αυτή την περίπτωση, αν δεν επαρκεί το εισόδημα του φορολογουμένου), πρώτα αφαιρούνται από το εισόδημα του οι άλλες δαπάνες του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955 και μετά η δαπάνη δωρεών, από την οποία μένει ένα υπόλοιπο για μεταφορά. Εάν υπάρχουν και ιατρικά έξοδα και δαπάνη δωρεών, εξετάζεται ποια δαπάνη εξετάζεται από το εισόδημα του φορολογουμένου ή, προκειμένου για ιατρικά έξοδα, εάν καλύπτονται από το εισόδημα της συζύγου, ώστε αυτή η δαπάνη να αφαιρεθεί πρώτη και τελευταία αφαιρείται η δαπάνη για την οποία υπάρχει δυνατότητα μεταφοράς στο επόμενο οικον. έτος.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 13, αντικαθίσταται η περίπτωση ιδ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου αφαιρείται το συνολικό ποσό μόνο των δεδουλευμένων τόκων που όφειλε και κατέβαλε αυτός, κατά τη διάρκεια του έτους που απέκτησε το εισόδημα από το οποίο θα αφαιρεθούν, για:

α) Στεγαστικά δάνεια που του έχουν χορηγηθεί από Τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, με υποθήκη ή προσημείωση που έχει εγγραφεί σε ακίνητο (οικοδομή, οικόπεδο, αγροτεμάχιο κτλ.) δικό του ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν, με την προϋπόθεση ότι τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν για απόκτηση πρώτης κατοικίας.

β) Στεγαστικά δάνεια που του έχουν χορηγηθεί από ασφαλιστική επιχείρηση, στην οποία εργάζεται ως υπάλληλος, με υποθήκη ή προσημείωση που έχει εγγραφεί σε ακίνητο του ίδιου ή του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν, εφόσον τα δάνεια αυτά χορηγήθηκαν για απόκτηση πρώτης κατοικίας.

γ) Προκαταβολές που του έχουν χορηγηθεί από τα Ταμεία Αλληλοβοηθείας Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, στα οποία είναι βοηθηματούχος, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 18 του Ν.Δ. 398/1974 (ΦΕK Α΄ 116), για απόκτηση πρώτης κατοικίας.

Στην έννοια της απόκτησης πρώτης κατοικίας, που αναφέρεται στις πιο πάνω περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄, περιλαμβάνεται η αγορά, η ανέγερση και η αποπεράτωση πρώτης κατοικίας.

δ) Δάνεια που του έχουν χορηγηθεί από τράπεζες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων, τα Ταχυδρομικά Ταμιευτήρια και λοιπούς πιστωτικούς οργανισμούς, για αναστήλωση, επισκευή, συντήρηση ή εξωραϊσμό διατηρητέων κτισμάτων, καθώς και κτισμάτων που βρίσκονται σε περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακά τμήματα πόλεων ή ως παραδοσιακοί οικισμοί.

ε) Χρέη προς το Δημόσιο από φόρο κληρονομιάς, δωρεάς και γονικής παροχής, που έχουν βεβαιωθεί στο όνομα του φορολογουμένου και τα οφείλει. Δεν περιλαμβάνονται χρέη που κληρονόμησε ή που είναι βεβαιωμένα στο όνομα του άλλου συζύγου ή των τέκνων τους που τους βαρύνουν.

Το ποσό των τόκων από φόρο κληρονομίας κτλ. προς το Δημόσιο που αφαιρείται δεν μπορεί να είναι ανώτερο από το 25% του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος που δηλώνεται με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του υπόχρεου. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της αρχικής δήλωσης δεν μπορεί να αφαιρεθεί το ποσό των τόκων από χρέη προς το Δημόσιο.

Σ΄ όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις χορήγησης δανείων ή προκαταβολών, τα ποσά των τόκων που καταβάλλονται γι΄ αυτά, αφαιρούνται μόνο από το εισόδημα του φορολογουμένου που έχει συμβληθεί με το δανειοδοτικό φορέα και έχει λάβει το δάνειο ή την προκαταβολή. Εάν το δάνειο έλαβε ο ένας σύζυγος, ο οποίος δεν έχει εισόδημα ή αυτό που έχει υπολείπεται του ποσού των τόκων, το ποσό των τόκων που καταβάλλεται ή η διαφορά δεν αφαιρείται από το εισόδημα του άλλου συζύγου. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που το δάνειο έχει χορηγηθεί στο όνομα των τέκνων που τους βαρύνουν. Επίσης, αν στη σύμβαση δανείου αναφέρεται ένα τρίτο πρόσωπο ως εγγυητής, ο οποίος για διάφορους λόγους μπορεί να καταβάλει τους τόκους του δανείου, οι τόκοι αυτοί δεν αφαιρούνται από το εισόδημα του εγγυητή.

Το ποσό της δαπάνης των ανωτέρω τόκων δεν πρέπει, κατά ρητή διάταξη του νόμου, να έχει εκπέσει από το εισόδημα του φορολογουμένου με βάση άλλη διάταξη του Ν.Δ. 3323/1955.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 13, στην παράγραφο 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, προστίθεται περίπτωση ιστ΄. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου αφαιρείται, επιπλέον των άλλων δαπανών που ορίζονται στο άρθρο 8 του Ν.Δ. 3323/1955, ποσοστό 30% του συνολικού ετήσιου ποσού των οικογενειακών δαπανών του φορολογουμένου, της συζύγου του και των τέκνων τους που τους βαρύνουν, για αγορά αγαθών και για διάφορες υπηρεσίες που τους παρέχονται με βάση νόμιμα δικαιολογητικά.

Στην έννοια των οικογενειακών αυτών δαπανών περιλαμβάνονται:

Α. Η δαπάνη αγοράς, για την κατοικία του φορολογουμένου, ηλεκτρικών συσκευών (π.χ. θερμοσίφωνας, κουζίνα, ψυγείο, καταψύκτης, πλυντήριο, απορροφητήρας, σκούπα, θερμάστρα, θερμοπομποί κτλ.), ηλεκτρικών μικροσυσκευών (π.χ. ραδιόφωνο, στεγνωτήρας μαλλιών, σίδερο, ψηστιέρα, τοστιέρα, ιονιστής αέρα κτλ.), συσκευών υγραερίου (π.χ. κουζίνα, θερμάστρα κτλ.), ηλεκτρονικών συσκευών (π.χ. υπολογιστής, τηλεόραση κτλ.), επίπλων (π.χ. κρεβάτια, καρέκλες, τραπέζια, καναπέδες, κορνίζες κτλ.), φωτιστικών, πινάκων ζωγραφικής, κρυστάλλινων ειδών, ειδών πορσελάνης, ειδών διακόσμησης γενικά, ειδών οικιακής χρήσης (σερβίτσια πιάτων, ποτηριών, μαχαιροπίρουνα, κατσαρόλες, υαλικά κτλ.), κεραιών τηλεόρασης, τουριστικών ειδών και ειδών λαϊκής τέχνης.

Β. Η δαπάνη για εγκατάσταση, σύνδεση, επισκευή και συντήρηση των ανωτέρω συσκευών.

Γ. Η δαπάνη για αγορά έτοιμων ενδυμάτων (εσώρουχα, ενδύματα γενικά, πυζάμες, καπέλα, δερμάτινα ρούχα, γουναρικά κτλ.), υποδημάτων, τσαντών, ειδών ταξιδίου, δερμάτινων ειδών γενικά αθλητικών ειδών, καλλυντικών, κοσμημάτων, ωρολογίων, ψευδοκοσμημάτων.

Δ. Η δαπάνη για αγορά υφασμάτων, λευκών ειδών, κουβερτών, παπλωμάτων, κεντημάτων, κουρτινών, ειδών ραπτικής, καθώς και η αμοιβή για ραφή ανδρικών, γυναικείων και παιδικών ενδυμάτων.

Ε. Η δαπάνη για αγορά βιβλίων, περιοδικών, εφημερίδων, σχολικών ειδών, γραφικών και ειδών σχεδιάσεως και ζωγραφικής, χαρτικών (χαρτί κάθε είδους), χαρτικών οικιακής χρήσεως (χαρτί υγείας, χαρτοπετσέτες, χαρτομάντιλα κτλ.), απορρυπαντικών, φαρμάκων από φαρμακεία, φαρμακευτικού υλικού (βαμβάκι, οινόπνευμα, γάζες κτλ.), φιλμ, εμφάνισης φιλμ, εκτύπωσης φωτογραφιών, κασετών, βιντεοκασετών, δίσκων, παιγνιδιών, ανθέων).

ΣΤ. Η δαπάνη για επισκευή, συντήρηση και για ανταλλακτικά και εξαρτήματα της ιδιωτικής χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, εφόσον δεν ανήκουν κατά κυριότητα, κατοχή και χρήση σε πρόσωπο που τα χρησιμοποιεί κατά την άσκηση επιχείρησης ή ελευθερίου επαγγέλματος.

Ζ. Η δαπάνη ενοικίου θερινής κατοικίας ή διαμονής του φορολογούμενου και της οικογένειάς του σε παραθεριστικά κέντρα ή εξοχές, κάμπιγκ και ξενοδοχεία, γενικά.

Η. Η δαπάνη που καταβάλλεται από το φορολογούμενο για τον ίδιο και για κάθε τέκνο που τον βαρύνει, κατά περίπτωση, σε νηπιαγωγεία και παιδικούς ή βρεφονηπιακούς σταθμούς για τη φύλαξη των τέκνων του και για δίδακτρα για την παρακολούθηση ιδιωτικών τεχνικών και επαγγελματικών σχολών, ωδείων, μπαλέτων, γυμναστηρίων και εργαστηρίων ελεύθερων σπουδών.

Θ. Η δαπάνη που καταβάλλεται σε εστιατόρια, καφενεία, μπαρ, κέντρα διασκέδασης, πιτσαρίες, σουβλατζίδικα, τουριστικά γραφεία, επιχειρήσεις που κάνουν καθαρισμό χώρων, απολύμανση κτλ., επιχειρήσεις ενοικίασης ποδηλάτων, αυτοκινήτων, μικρών αεροπλάνων, κότερων κτλ.

Ι. Η δαπάνη που καταβάλλεται σε κουρεία, κομμωτήρια, καθαριστήρια γενικά, ινστιτούτα καλλονής, κέντρα αδυνατίσματος, ή σε κέντρα λογοθεραπείας, ή σε λογοθεραπευτή, σε κέντρα ψυχολογίας ή σε ψυχολόγο.

Ευνόητο είναι ότι η αναφορά των παραπάνω δαπανών είναι ενδεικτική.

Δεν εμπίπτουν στην έννοια των οικογενειακών δαπανών και δεν αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα του φορολογούμενου οι παρακάτω δαπάνες:

α. Δαπάνες για ασφάλιστρα κατά του κινδύνου πυρκαγιάς ή άλλων κινδύνων των οικοδομών του φορολογουμένου, για έξοδα επισκευής και συντήρησης των οικοδομών αυτών, καθώς και για αμοιβή δικηγόρου για δίκες σε διαφορές απόδοσης μισθίου ή καθορισμού μισθώματος. Διευκρινίζεται ότι οι δαπάνες αυτής της κατηγορίας που αφορούν την κατοικία του φορολογούμενου κύρια ή δευτερεύουσα που απαλλάσσεται από τη φορολογία, αναγνωρίζονται ως οικογενειακές και αφαιρούνται από το εισόδημα του φορολογουμένου.

β. Δαπάνες για αγορά από το φορολογούμενο, τη σύζυγο του και των προσώπων που τους βαρύνουν, αυτοκινήτων, δίτροχών ή τρίτροχων αυτοκινούμενων οχημάτων, οχημάτων τύπου jeep, πλοίων αναψυχής ή λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγμάτων μεγάλης αξίας δηλαδή αξίας άνω του 1.000.000 δραχμών. Σημειώνεται ότι στις δαπάνες αυτές δεν αναφέρουμε τις άλλες δαπάνες της παραγράφου 5 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 3323/1955,οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης του φορολογούμενου, όπως είναι η αγορά ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών κτλ, γιατί αυτές γίνονται για απόκτηση επενδυτικών αγαθών και δεν αφαιρούνται από το εισόδημα του φορολογούμενου.

Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι, για τον ίδιο λόγο η δαπάνη αγοράς κτηματικών ομολόγων του Δημοσίου ή αγοράς ομολόγων του Δημοσίου ή τίτλων εταιριών, στις οποίες μετέχει το Δημόσιο κατά ποσοστό τουλάχιστον 50% ή αγοράς μετοχών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο κτλ στην οποία δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο

προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης με βάση την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, δεν αποτελεί οικογενειακή δαπάνη και δεν αφαιρείται από το εισόδημα του φορολογουμένου.

γ. Δαπάνες που ορίζονται στις προηγούμενες περιπτώσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, δηλαδή δαπάνες για σε αναγνωρισμένα σχολεία ή σχολές, β) ασφάλιστρα ασφαλίσεως ζωής ή θανάτου, ασφαλίσεων προσωπικών Ατυχημάτων και ασθενείας, γ) δίδακτρα φροντιστηρίων, ιδιαίτερων μαθημάτων ή ξένων γλωσσών, δ) εισφορές σε ταμεία ασφάλισης, ε) ιατρική και νοσοκομειακή περίθαλψη και στ) αμοιβή δικηγόρου για νομικές υπηρεσίας , ανεξάρτητα από το εάν οι δαπάνες αυτές αφαιρούνται μόνο κατά ένα ποσοστό τους από το εισόδημα του φορολογουμένου.

δ. Δαπάνες για αγορά α) τροφίμων και ποτών γενικά, εφόσον αυτά δεν καταναλώνονται ή δεν σερβίρονται στα καταστήματα πώλησης αυτών και β) καυσίμων (π.χ. βενζίνη, πετρέλαιο, υγραέριο κ.λ.π.) .

ε. Δαπάνες για ύδρευση (π.χ. λογαριασμοί ΕΥΔΑΠ), αποχέτευση, συγκοινωνίες (π.χ. εισιτήρια λεωφορείων, τραίνων, αεροπλάνων, πλοίων), τηλεφώνου, φωταέριο, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (π.χ. λογαριασμοί ΔΕΗ), ασφάλιστρα για οποιαδήποτε ασφάλιση και τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων.

στ. Δαπάνες για δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία (Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια).

Το συνολικό ποσό των οικογενειακών δαπανών που αφαιρείται και για τους δύο συζύγους δεν μπορεί να υπερβεί τις 300.000 δρχ. Ο επιμερισμός του ποσού αυτού στους δυο συζύγους γίνεται ανάλογα με το φορολογούμενο (όχι απαλλασσόμενο) εισόδημα, του καθενός, που φορολογείται με τις γενικές διατάξεις και δηλώνεται

με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση τους. Η μείωση του φόρου την οποία ωφελείται ο κάθε σύζυγος από την έκπτωση των οικογενειακών δαπανών αυτής της περίπτωσης, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από ποσοστό 15% του αφορολόγητου ποσού που του αναλογεί. Επίσης, η μείωση αυτή δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από τη μείωση του φόρου που ωφελείται ο κάθε σύζυγος, από την αφαίρεση των οικογενειακών δαπανών αυτής της περίπτωσης, με βάση την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση.

Για καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το ακόλουθο παράδειγμα:

Έστω ότι φορολογούμενος δηλώνει με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση του συνολικό εισόδημα 5.000.000 δρχ. και η σύζυγος του 2.500.000 δρχ. Επίσης δηλώνουν οικογενειακές δαπάνες συνολικού ποσού 1.400.000 δρχ. Από το εισόδημα τους αφαιρείται ποσό 1.400.000 Χ 30% - 420.000 δρχ. το οποίο περιορίζεται στις 300.000 δρχ. που είναι το ανώτατο ποσό δαπανών αυτής της περίπτωσης, το οποίο αφαιρείται από το εισόδημα του φορολογουμένου. Το ποσό των 300.000 δρχ. μερίζεται στους δύο συζύγους ως εξής:

Στο σύζυγο 300.000 Χ

5.000.000

= 200.000 δρχ.

7.500.000

Στη σύζυγο 300.000 Χ

2.500.000

= 100.000 δρχ.

7.500.000

Υπολογισμός του φόρου:

Του συζύγου

Της συζύγου

- Συνολικό εισόδημα

5.000.000

2.500.000

- Οικογενειακές δαπάνες

200.000

100.000

- Φόρος με βάση την κλίμακα πριν από την αφαίρεση των οικογενειακών δαπανών

600.000

75.000

- Φόρος με βάση την κλίμακα μετά από την αφαίρεση των οικογενειακών δαπανών

540.000

70.000

- Ωφέλεια λόγω οικογενειακών δαπανών

60.000

5.0000

- Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι ανώτερη του 15% επί των οικογενειακών δαπανών δηλαδή: 200.000 Χ 15%

30.000

και 100.000 Χ 15%

15.000

Συνεπώς, το τελικό ποσό του φόρου που οφείλεται είναι:

- Για το σύζυγο 600.000 - 30.000 = 570.000

- Για τη σύζυγο 70.000

Έστω ότι στη συνέχεια το εισόδημα της συζύγου αυξάνει σε 3.500.000 δρχ. είτε λόγω υποβολής συμπληρωματικής δήλωσης, είτε έπειτα από έλεγχο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.

Υπολογισμός του φόρου της συζύγου:

- Συνολικό εισόδημα

3.500.000

- Οικογενειακές δαπάνες (ο επιμερισμός γίνεται με βάση την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση)

100.000

- Φόρος με βάση την κλίμακα πριν από την αφαίρεση των οικογενειακών δαπανών

225.000

- Φόρος με βάση την κλίμακα μετά την αφαίρεση των οικογενειακών δαπανών

210.000

- Ωφέλεια λόγω οικογενειακών δαπανών

15.000

Το ποσό αυτό όμως δεν μπορεί να είναι ανωτέρω από το φόρο που εκπίπτει για τις δαπάνες αυτές με βάση την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση, δηλαδή από τις 5.000 δρχ.

Συνεπώς, ο φόρος που αναλογεί στα εισοδήματα της συζύγου είναι 225.000 - 5.000 = 220.000 δρχ.

Για να διενεργηθεί η έκπτωση της δαπάνης αυτής απαιτείται α)το συνολικό ποσό των δαπανών να αναγραφεί στην αρχική εμπρόθεσμη δήλωση εισοδήματος και β)να συνυποβληθούν με τη δήλωση αυτή τα πρωτότυπα δικαιολογητικά που εκδίδονται συμφωνά με τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις ισχύουν αθροιστικά. Εάν η δαπάνη αυτή δηλωθεί με εκπρόθεσμη αρχική δήλωση ή με συμπληρωματική δήλωση, εμπρόθεσμη ή εκπρόθεσμη δεν αναγνωρίζεται προς έκπτωση.

Αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας πάνω από 10.000 δρχ. που εκδίδονται, με τη χρήση φορολογικής ταμειακής μηχανής, από 11 Μαΐου 1994, και μετά, για να γίνουν δεκτές και να αφαιρεθεί το ποσό που αναγράφουν ως δαπάνη, πρέπει να αναγράφουν το ονοματεπώνυμο του αγοραστή φορολογούμενου και να έχει τεθεί η σφραγίδα του πωλητή επιτηδευματία. Αν οι αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας άνω των 10.000 δρχ. εκδίδονται χειρόγραφα ή με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή - εκτυπωτή και αναγράφουν το ονοματεπώνυμο του αγοραστή φορολογουμένου, δεν χρειάζεται να τίθεται επιπλέον και η σφραγίδα του πωλητή.

Οικογενειακές δαπάνες για αγορά αγαθών και υπηρεσιών που γίνονται στην αλλοδαπή, κατά ρητή διάταξη του νόμου, δεν αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου. Σημειώνεται ότι, στη διάταξη αναφέρεται ότι δεν αφαιρούνται από το εισόδημα του φορολογουμένου οι δαπάνες της παραγράφου 6 του άρθρου 8, που γίνονται στην αλλοδαπή. Όπως προκύπτει όμως από την ιστορική ακολουθία των υπόψη διατάξεων και από το γεγονός ότι το σχετικό εδάφιο είναι ενταγμένο στην περίπτωση ιστ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8, η εξαίρεση των δαπανών που γίνονται στην αλλοδαπή αναφέρεται στις δαπάνες της περίπτωσης ιστ΄. 6.- Με την παράγραφο 6 του άρθρου 13, αντικαθίστανται η παράγραφος 10 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι είναι δυνατή η μεταφορά, εκτός των άλλων δαπανών, και του ποσού των οικογενειακών δαπανών της περίπτωσης ιστ΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, που δεν καλύπτεται από το εισόδημα του ενός συζύγου, που το δικαιούται, στον άλλο σύζυγο για να αφαιρεθεί από το εισόδημα του.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 13 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται υποπερίπτωση ιγ΄ στην περίπτωση Ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι από το φόρο εισοδήματος μισθωτών υπηρεσιών απαλλάσσεται το στεγαστικό επίδομα που καταβάλλεται α) στους Αξιωματικούς Ανθυπασπιστές και Υπαξιωματικούς των Ενόπλων Δυνάμεων με βάση την Φ.841.1/41/207083/1-12-1981 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Αμύνης και Οικονομικών, που κυρώθηκε με το άρθρο 10 του Ν. 1284/1982, β) στο στρατιωτικό προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος με βάση την 2076633/8788/022/2-10-1989 (ΦΕΚ 738 Β΄) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και γ) στο στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού Σώματος με βάση την 2076633/8788/022/2-10-1989 (ΦΕΚ 738 β΄) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και γ) στο στρατιωτικό προσωπικό του Λιμενικού σώματος με βάση την 2076438/8790/0022/2-10-1989 (ΦΕΚ 739 Β΄) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, που κυρώθηκε, όπως και η προηγούμενη, με το άρθρο 11 του Ν. 1881/1990.

8. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1 έως και 7 αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται ή τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

9. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 13 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι για τον υπολογισμό του φόρου στις αποζημιώσεις, που καταβάλλονται λόγω διακοπής της σχέσης η οποία συνδέει το φορέα με το δικαιούχο της αποζημίωσης, από το ποσό της αποζημίωσης αφαιρείται ποσό μέχρι 1.000.000 δρχ., το οποίο δε θεωρείται εισόδημα και στο υπόλοιπο υπολογίζεται ο φόρος εισοδήματος με βάση την κλίμακα της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955. Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωμή της αποζημίωσης στο δικαιούχο.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από την 11η Μαΐου 1994, ημέρα δημοσίευσης αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για τα ποσά των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Άρθρο 14
Υπολογισμός του φόρου και μειώσεις αυτού.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

α) Με τη νέα παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955 ορίζεται νέα φορολογική κλίμακα με την οποία υπολογίζεται ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων από το οικονομικό έτος 1955 (εισοδήματα χρήσης 1/1-31/12/1994). Η νέα φορολογική κλίμακα είναι διευρυμένη με ένα ακόμη κλιμάκιο εισοδήματος 8.000.000 δραχμών και με συντελεστή φορολογίας 40% και έτσι το εισόδημα από 7.000.000 έως 15.000.000 φορολογείται πλέον με 40% με καθιέρωση ανώτατου συντελεστή το 45%. Έτσι, το εισόδημα που απομένει, μετά την αφαίρεση των ποσών των μειώσεων του άρθρου 4 και των δαπανών του άρθρου 8 από το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, υποβάλλεται σε φόρο με βάση την ακόλουθη κλίμακα:

Κλιμάκιο εισοδήματος

Φορολογικός Συντελεστής

Φόρος κλιμακίου

Σύνολο

εισοδήματος

φόρου

1.000.000

0

0

1.000.000

0

1.500.000

5

75.000

2.500.000

75.000

1.500.000

15

225.000

4.000.000

300.000

3.000.000

30

900.000

7.000.000

1.200.000

8.000.000

40

3.200.000

15.000.000

4.400.000

Υπερβάλλον

45

Ειδικά, για φορολογούμενο με εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, το ποσό του πρώτουκλιμακίου της πιο πάνω κλίμακας, προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στο εισόδημα του, αυξάνεται κατά τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές με ισόποση μείωση του ποσού του δευτέρου κλιμακίου.

Δηλαδή, για φορολογούμενο με εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, το ποσό του πρώτου κλιμακίου, στο οποίο υπολογίζεται φόρος με συντελεστή μηδέν (0), γίνεται 1.300.000 δρχ. αντί 1.000.000 δρχ. και το ποσό του δεύτερου κλιμακίου, στο οποίο υπολογίζεται φόρος με συντελεστή 5%, γίνεται 1.200.000 δρχ. αντί 1.500.000 δρχ. που ισχύουν για τους λοιπούς φορολογουμένους.

Το πρόσθετο αυτό ποσό, με το οποίο προσαυξάνει το ποσό του πρώτου κλιμακίου της πιο πάνω κλίμακας, δεν μπορεί, κατά ρητή διάταξη να είναι μεγαλύτερο από το συνολικό ποσό του μισθού, ή της σύνταξης που δηλώνεται. Συνεπώς, αν ο φορολογούμενος δηλώνει, εκτός των άλλων και εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις π.χ. 230.000 δρχ., προκειμένου να υπολογισθεί ο φόρος που αναλογεί στο συνολικό του εισόδημα, τα ποσά των δύο πρώτων κλιμακίων της κλίμακας διαμορφώνονται σε 1.230.000 και 1.270.000 αντίστοιχα.

Παράδειγμα 1ο:

Φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα 2.000.000 δρχ. από μισθούς και 3.000.000 δρχ. από εμπορική επιχείρηση. Ακόμη δηλώνει δαπάνες του άρθρου 1 του Ν.Δ. 3323/1955, 1.000.000 δρχ.

Εισόδημα που δηλώθηκε 2.000.000 + 3.000.000 =

5.000.000 δρχ

Εκπτώσεις άρθρου 8

1.000.000 δρχ

Εισόδημα επί του οποίου υπολογίζεται ο φόρος

4.000.000 δρχ

Υπολογισμός του φόρου

1.300.000 με συντελεστή 0

φόρος

1.200.000 « « 5% «

60.000 δρχ.

1.500.000 « « 15% «

225.000 δρχ

Σύνολο φόρου

285.000 δρχ.

Παράδειγμα 2ο

Φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις 4.750.000 δρχ. και από συντάξεις 250.000 δρχ. Ακόμη δηλώνει δαπάνες του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, 1.000.000 δρχ.

Εισόδημα που δηλώθηκε 2.000.000 + 3.000.000=

5.000.000 δρχ

Εκπτώσεις άρθρου 8

1.000.000 δρχ

Εισόδημα επί του οποίου υπολογίζεται ο φόρος

4.000.000 δρχ

Υπολογισμός του φόρου

1.250.000 με συντελεστή 0 φόρος

0

1.250.000 « « 5% «

62.500 δρχ.

1.500.000 « « 15% «

225.000 δρχ

Σύνολο φόρου

287.000 δρχ.

Από παραπάνω γίνεται φανερό ότι στην πραγματικότητα για φορολογούμενο με εισόδημα από μισθούς ή συντάξεις, ο φόρος που αναλογεί στο συνολικό εισόδημα του με βάση την πιο πάνω κλίμακα, μειώνεται κατά ποσό ίσο με ποσοστό 5% επί του εισοδήματος από μισθούς ή συντάξεις που δηλώθηκε, μη δυνάμενο να υπερβεί τις

15.000 δρχ.

Συνεπώς ο υπολογισμός του φόρου στα παραπάνω παραδείγματα θα γίνει ως εξής:

Παράδειγμα 1ο

Φόρος με βάση την κλίμακα

300.000 δρχ.

μείον 2.000.000Χ5%«100.000 μη δυνάμενο να υπερβεί τις 15.000 δρχ.

15.000 δρχ.

Υπόλοιπο φόρου

285.000 δρχ.

Παράδειγμα 2ο

Φόρος με βάση την κλίμακα

300.000 δρχ.

250.000 Χ 5%

12.500 δρχ.

Υπόλοιπο φόρου

287.500 δρχ.

Β) Με τη νέα παράγραφο 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955, επεκτείνεται σε όλους τους φορολογούμενους, ανεξάρτητα από την κατηγορία του εισοδήματός τους, εφόσον έχουν τέκνα που τους βαρύνουν, το δικαίωμα της μείωσης του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική κλίμακα.

Έτσι με την παράγραφο αυτή προβλέπεται ότι, για το φορολογούμενο που τον βαρύνουν τέκνα, το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση την πιο πάνω κλίμακα μειώνεται ως εξής:

α) είκοσι χιλιάδες (20.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, όταν έχει μέχρι δύο (2) τέκνα που τον βαρύνουν,

β) τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, όταν έχει τρία (3) τέκνα που τον βαρύνουν,

γ) σαράντα χιλιάδες (40.000) δραχμές για καθένα τέκνο του, έχει τέσσερα (4) τέκνα και πάνω που τον βαρύνουν,

Για το φορολογούμενο που αποκτά εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (μισθούς και συντάξεις), εφόσον αυτός προσφέρει υπηρεσίες ή κατοικεί για εννέα (9) τουλάχιστον μήνες μέσα στο έτος που απέκτησε το εισόδημα αυτό στους νομούς Ξάνθης, Ροδόπης, Έβρου, Λέσβου, Χίου, Σάμου και Δωδεκανήσου, καθώς και σε περιοχή των νομών Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Καστοριάς, Φλώρινας, Πέλλης, Κιλκίς, Σερρών και Δράμας, η οποία περιλαμβάνεται σε ζώνη βάθους είκοσι (20) χιλιομέτρων από τη μεθοριακή γραμμή, τα ως άνω ποσά μειώσεως του φόρου προσαυξάνονται με δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές για κάθε τέκνο που βαρύνει το φορολογούμενο.

Αν με βάση τη φορολογική κλίμακα δεν προκύπτει για το φορολογούμενο ποσό φόρου ή αυτό είναι μικρότερο από το συνολικό ποσό των παραπάνω μειώσεων, ολόκληρο το ποσό των μειώσεων ή η διαφορά που προκύπτει, με βάση τη φορολογική κλίμακα για τον άλλο σύζυγο.

Παράδειγμα:

Φορολογούμενος με σύζυγο και 3 τέκνα που τον βαρύνουν δηλώνει εισόδημα από ατομική εμπορική 3.000.000 δρχ. και από ελευθέριο επάγγελμα της συζύγου του 2.800.000 δρχ. Δαπάνες άρθρου 8 του φορολογούμενου 500.000 δρχ. και της συζύγου 200.000 δρχ.

Υπολογισμός φόρου:

Του συζύγου

Της συζύγου

Εισόδημα

3.000.000

2.800.000

Εκπτώσεις άρθρου 8

500.000

200.000

Φορολογητέο εισόδημα

2.500.000

2.600.000

Φόρος κλίμακας

75.000

90.000

Μείωση λόγω τέκνων

90.000

Πιστωτικό υπόλοιπο το οποίο μεταφέρεται για να μειώσει το φόρο της συζύγου

15.000

15.000

Φόρος της συζύγου

75.000

Εάν το συνολικό ποσό των μειώσεων για τα τέκνα και την παραμεθόριο περιοχή, είναι μεγαλύτερο από το φόρο που προκύπτει, με βάση τη φορολογική κλίμακα, για το φορολογούμενο και τη σύζυγο του, η διαφορά δεν επιστρέφεται ούτε συμψηφίζεται.

Τέλος, με τις διατάζεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι το ποσό που απομένει ύστερα από τις παραπάνω μειώσεις αποτελεί το φόρο που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογουμένου.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 14, προστίθεται νέο εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις επιβάλλεται αυξημένο ποσό συμπληρωματικού φόρου το οποίο ορίζεται σε ποσοστό 6% στο ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες, εφόσον η επιφάνεια κάθε μιας από αυτές υπερβαίνει τα 300 τετραγωνικά μέτρα.

Το αυξημένο αυτό ποσοστό συμπληρωματικού φόρου επιβάλλεται στο ακαθάριστο εισόδημα τόσο από εκμισθούμενες κατοικίες, όσο και από ιδιοκατοικούμενες κύριες ή δευτερεύουσες κατοικίες, με εξαίρεση το απαλλασσόμενο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας ή δευτερεύουσας κατοικίας. Παράδειγμα:

Φορολογούμενος δηλώνει ιδιοκατοικούμενη κύρια κατοικία 170 τ.μ. με τεκμαρτό ακαθάριστο εισόδημα 1.500.000 δρχ., ιδιοκατοικούμενη δευτερεύουσα κατοικία 310 τ.μ. με τεκμαρτό ακαθάριστο εισόδημα 2.500.000 δρχ. και εισόδημα από εκμίσθωση κατοικίας 350 τ.μ. 3.500.000 δρχ.

Υπολογισμός συμπληρωματικού φόρου.

- Το ακαθάριστο εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας απαλλάσσεται επειδή η επιφάνεια της είναι μικρότερη από 200 τ.μ.

- Το υπόλοιπο (200 τ.μ. - 170 τ.μ. - 30 τ.μ.) αφαιρείται από την ιδιοκατοικούμενη δευτερεύουσα κατοικία.

- Φορολογούμενη επιφάνεια δευτερεύουσας κατοικίας 310 τ.μ. - 30 τ.μ. = 280 τ.μ.

-Φορολογούμενο τεκμαρτό εισόδημα δευτερεύουσας κατοικίας

2.500.000 X 280/310 =2.258.000 δρχ.

- Συμπληρωματικός φόρος δευτερεύουσας κατοικίας

2.580.000 χ 6% = 135.480 δρχ.

- Συμπληρωματικός φόρος εκμισθούμενης κατοικίας

3.600.000 χ 6% = 216.000 δρχ.

Σύνολο συμπληρωματικού φόρου

351.480 δρχ.

Το ποσό αυτό του συμπληρωματικού φόρου, σύμφωνα με τις διατάσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955, δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδημα του φορολογουμένου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 9.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, συμφωνά με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται οι περιπτώσεις α΄ και β΄ του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις αναπροσαρμόζονται οι αναλογικοί συντελεστές υπολογισμού του φόρου, που επιβάλλεται στις αμοιβές που αποκτούν οι αξιωματικοί του εμπορικού ναυτικού και ιπτάμενο προσωπικό της πολιτικής αεροπορίας, από την παροχή υπηρεσιών σε εμπορικά πλοία ή σε αεροσκάφη, κατά περίπτωση, ως εξής:

α) Στις αμοιβές που καταβάλλονται από τον εργοδότη σε ξένο νόμισμα, με αναλογικό συντελεστή 8%, αντί του 5% που ίσχυε

β) Στις αμοιβές που καταβάλλονται από τον εργοδότη σε δραχμές, με αναλογικό συντελεστή 5%, αντί του 3% που ίσχυε.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα μ« την περίπτωση γ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου1995, για τις αμοιβές που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την ημερομηνία αυτή και μετά.,

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθενται δύο τελευταία εδάφια στην παράγραφο 7 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι όταν ο βάση την εμπρόθεσμη δήλωση, φόρος καταβάλλεται εφάπαξ μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης, όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο αυτή, παρέχεται έκπτωση πέντε τοις εκατό (5%) στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιούμενων οφειλών. Στην περίπτωση που η βεβαίωση ενεργείται ύστερα από το μήνα Οκτώβριο του οικείου οικονομικού έτους, παρέχεται έκπτωση τρία τοις εκατό (3%) στην εφάπαξ καταβολή της οφειλής μέσα στην προθεσμία της πρώτης δόσης, μόνον όταν αυτή προέρχεται από εμπρόθεσμη δήλωση και η βεβαίωση γίνει μέχρι το μήνα Οκτώβριο του επόμενου οικον. έτους.

Συνεπώς, για την παροχή της παραπάνω έκπτωσης πρέπει η δήλωση φορολογίας εισοδήματος να έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα και το ποσό της συνολικής οφειλής, που προκύπτει από αυτή, να καταβληθεί εφάπαξ μέσα στην προθεσμία καταβολής της πρώτης δόσης.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του κοινοποιούμε νου νόμου στο άρθρο 1 του Ν. 2019/1992 η παράγραφος 5 αναριθμείται σε 6 και προστίθεται νέα παράγραφος 5.

Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται έκπτωση ποσοστού 5% στο φόρο που παρακρατείται στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 2019/1992 και της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Ν.Δ. 3323/1955 (αμοιβές αξιωματικών εμπορικού ναυτικού και ιπτάμενου προσωπικού πολιτικής αεροπορίας). Η έκπτωση αυτή διενεργείται κατά την παρακράτηση του φόρου. Συνεπώς η έκπτωση στο φόρο που παρακρατείται παρέχεται στους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό, τους συνταξιούχους και τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, καθώς επίσης και στο φόρο που παρακρατείται στις πρόσθετες αμοιβές, στα εισοδήματα που καταβάλλονται αναδρομικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 41 καθώς και στα χρηματικά ποσά τη παραγρ. 5 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 3323/55, στις επικουρικές συντάξεις και τέλος στις αμοιβές των αξιωματικών -.του εμπορικού ναυτικού και του ιπταμένου προσωπικού της Πολιτικής Αεροπορίας.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από 1η Ιουλίου 1994, για τα εισοδήματα, που καταβάλλονται στους δικαιούχους από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Σημειώνεται ότι στις παραπάνω διατάξεις από παραδρομή αναφέρεται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 43 του Ν.Δ. 3323/1955. Πρόκειται για το μοναδικό εδάφιο της περίπτωσης στ΄, καθόσον το δεύτερο εδάφιο αυτής έχει καταργηθεί με την παράγραφο 4 του άρθρου 1 του Ν. 2019/1992.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 14 του κοινοποιούμενου νόμου καταργούνται τα εδάφια δεύτερο και τρίτο της παραγράφου 6 του άρθρου 59 του Ν.Δ. 3323/1955, με τα οποία προβλεπόταν η βεβαίωση του φόρου στο όνομα των μελών της ομόρρυθμης εταιρίας κ.τ.λ., σε περίπτωση προσφυγής κατά της πράξης που εκδίδεται με βάση το άρθρο 16α, του ιδίου νομ. διατ/τος, καθόσον μετά την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 7 του Ν. 2065/1992, με τις οποίες τα υπόψη νομικά πρόσωπα κατέστησαν τα ίδια υποκείμενα φόρου, δεν έχουν λόγο ύπαρξης,

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμε νου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Άρθρο 15
Διεύρυνση της φορολογικής βάσης

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 15 του κοινοποιούμε νου νόμου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3323/1955 προστίθεται περίπτωση ιβ΄.

Με την νέα διάταξη διευρύνεται η φορολογική βάση και υποχρεούνται σε υποβολή ετήσιας φορολογικής δήλωσης από το οικονομικό έτος 1395 και μετά, όσοι έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους (άνδρες και γυναίκες) και ανεξάρτητα αν υπόκεινται ή όχι σε φόρο εισοδήματος κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955.

Από την πιο πάνω υποχρέωση εξαιρούνται :

α) Όσοι αποκτούν εισόδημα μόνο από μισθωτές υπηρεσίες, όταν αυτό δεν υπερβαίνει το ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων (800.000) δρχ. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει για μισθωτούς που στο πρόσωπο τους συντρέχει μία από τις περιπτώσεις α΄, β΄, στ΄, ζ΄ ή ια΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3323/1955, δηλαδή εφόσον διαθέτουν επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης, διατηρούν υπηρετικό προσωπικό, αγοράζουν ή ανεγείρουν ακίνητα, κτλ.

β)΄Όσοι αποκτούν τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας με επιφάνεια μέχρι 60τ.μ..

γ) Όσοι είναι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.

Έτσι με βάση τις νέος διατάξεις όσοι έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους (προκειμένου για το οικον. έτος 1995 όσοι έχουν γεννηθεί μέχρι 31.12.1968) και ανεξάρτητα εάν υπόκεινται ή όχι σε φόρο, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση φορολογίας εισοδήματος εφόσον;

- Δεν έχουν εισόδημα (έστω κι αν είναι ανάπηροι, προστατευόμενα μέλη κτλ.).

- Έχουν τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση κύριας κατοικίας με επιφάνεια πάνω από 60τ.μ.

- Έχουν τεκμαρτό εισόδημα από ιδιοκατοίκηση δευτερεύουσας κατοικίας με οποιαδήποτε επιφάνεια και ανεξάρτητα σε ποια περιοχή βρίσκεται αυτή.

Κατόπιν των παραπάνω, οι διατάξεις της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3323/1955, με τις οποίες ορίζεται ότι υποχρέωση υποβολής δήλωσης έχουν, εκτός των άλλων και όσοι διατηρούν δευτερεύουσα κατοικία ή κατοικούν σε οικοδομή με επιφάνεια πάνω από 150 τ.μ. εφαρμόζονται μόνο για:

- Υπόχρεους οι οποίοι δεν έχουν υπερβεί το 25ο έτος της ηλικίας τους.

- Γεωργούς κατά κύριο επάγγελμα, ανεξαρτήτως ηλικίας.

- Κατοίκους αλλοδαπής.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 15, ορίζεται ότι, οι όροι και οι προϋποθέσει ς της υποχρέωσης που έχουν οι κατά κύριο επάγγελμα αγρότες, για υποβολή ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος καθορίζονται με τις. διατάξεις του άρθρου 7 του κοινοποιούμε νου νόμου και οι οποίοι όροι και προϋποθέσεις διεξοδικά αναλύονται στο άρθρο 7 της παρούσας εγκυκλίου διαταγής μας.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 15, προστίθεται νέο δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 4 του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με την νέα αυτή διάταξη ορίζεται ότι, κάβε οικον. έτος, μαζί με την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήματος οι υπόχρεοι θα συνυποβάλλουν και δήλωση με τα πλήρη στοιχεία των ακινήτων που τους ανήκουν κατά:

α) Πλήρη κυριότητα.

β) Ψιλή κυριότητα.

γ) Συγκυριότητα.

6) Μετακλητή κυριότητα.

ε) Δικαίωμα επικαρπίας.

στ) Δικαίωμα χρήσης.

ζ) Δικαίωμα οίκησης.

Η δήλωση αυτή θα υποβάλλεται ανεξάρτητα:

α) Αν τα ακίνητα αποφέρουν εισόδημα ή όχι.

β) Από το ποσοστό κυριότητας ή δικαιώματος ή εξ΄ αδιαιρέτου κατ΄ ιδανικά μέρη.

γ) Προκειμένου για οικοδομές, αν είναι περατωμένες ή ημιτελείς.

Διευκρινίζεται ότι στην έννοια των ακινήτων συμπεριλαμβάνονται τα πάσης φύσεως κτήσματα (κατοικίες, καταστήματα, γραφεία, αποθήκες, κτλ) τα γήπεδα, τα οικόπεδα, τα κτήματα, τα αγροκτήματα, τα δάση κτλ. και γενικά ότι θεωρείται ακίνητο κατά τον Αστικό Κώδικα, με εξαίρεση τα πλοία και αεροσκάφη.

Τέλος, σημειώνεται ότι η ανωτέρω υποχρέωση δεν ισχύει για τα υπόχρεα πρόσωπα της παραγρ.3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955 (προσωπικές εταιρίες κτλ.) και τα νομικά πρόσωπα που φορολογούνται με τις διατάξεις του Ν.Δ. 3843/1958 (ανώνυμες εταιρίες κτλ.).

4. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικον. έτος 1995 και μετά.

Άρθρο 16
Καταβολή του φόρου της δήλωσης του άρθρου 16α και εξαιρέσεις από αυτόν.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 16 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις διατηρείται μόνο για τις εταιρίες του άρθρου 13 του Ν. 718/1977 (εταιρίες μεταξύ εκτελωνιστών), το καθεστώς κατανομής επιχειρηματικής αμοιβής σε όλους τους ομόρρυθμους εταίρου - φυσικά πρόσωπα, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρία, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους.

Το καθεστώς αυτό το οποίο ίσχυε ως γνωστόν και για τους ομόρρυθμους εταίρους φυσικά πρόσωπα των συστεγασμένων φαρμακείων καταργήθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του κοινοποιουμένου νόμου καθόσον οι εταιρίες συστεγαζόμενων φαρμακείων στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά φαρμακοποιοί εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιουμένου νόμου, αρχίζει από το οικονομικό έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 16, αντικαθίσταται η παράγραφος 12 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Με την περίπτωση α΄ της νέας παραγράφου 12- του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι οι κοινωνίες αστικού δικαίου που εκμεταλλεύονται φορτηγά ή επιβατικά αυτοκίνητα δημοσίας χρήσης, για τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από τη συνεκμετάλλευση με τη μορφή κοινωνίας μέχρι και δύο αυτοκινήτων, δε φορολογούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955. Αντίθετα με ρητή διάταξη, τα καθαρά κέρδη των κοινωνιών αστικοί δικαίου, που προέρχονται από τη συνεκμετάλλευση των πάνω από δύο αυτοκινήτων, φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου 16α.

Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης, σύμφωνα με την περίπτωση ε του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα του οικονομικού έτους 1994. Κατά συνέπεια, καταλαμβάνει και δηλώσεις κοινωνιών αστικού δικαίου οικον. έτους 1994 (χρήσης 1933), που εκμεταλλεύονται μέχρι και 2 φορτηγά ή επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, οι οποίες έχουν υποβληθεί πριν τις 11.5.1994, ημερομηνία δημοσίευσης του κοινοποιούμε νου νόμου και για τις οποίες βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε φόρος με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις.

Στην περίπτωση αυτή, για να γίνει διορθωτική εκκαθάριση, θα πρέπει να υποβληθεί αίτηση της φορολογούμενης κοινωνίας μαζί με συμπληρωματική-τροποποιητική δήλωση, φόρου εισοδήματος του άρθρου Ι6α οικον. έτους 1994 (χρήσεως 1993), και θα υπολογίζεται ο οφειλόμενος από την κοινωνία φόρος στο διαμορφωμένο νέο ποσό καθαρών κερδών.

Μετά την νέα εκκαθάριση, τα επιπλέον βεβαιωθέντα ή καταβληθέντα ποσά φόρου και προκαταβολής φόρου, που προέκυψαν, με βάση την αρχική δήλωση φόρου εισοδήματος της κοινωνίας, θα διαγραφούν ή θα επιστραφούν κατά περίπτωση.

Παράλληλα όμως με την υποβολή της συμπληρωματικής-τροποποιητικής δήλωσης του άρθρου 16α, θα ελέγχεται από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. και η υποβολή δηλώσεων (αρχικών ή συμπληρωματικών οικον. έτους 1994) από τα φυσικά πρόσωπα μέλη της κοινωνίας τα οποία δικαιούνται τα καθαρά κέρδη τα οποία δε φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Ο έλεγχος αυτός θα διενεργείται άμεσα, αν οι δηλώσεις των φυσικών προσώπων υποβάλλονται στην ίδια Δ.Ο.Υ. που είναι αρμόδια για την παραλαβή της δήλωσης της κοινωνίας ή με την αποστολή πληροφοριακών δελτίων, αν αυτές υποβάλλονται σε διαφορετικές Δ.Ο.Υ..

Τέλος, σημειώνεται ότι το ποσό των καθαρών κερδών που δηλώνεται με αρχική ή συμπληρωματική δήλωση οικον. έτους 1994, του μέλους της κοινωνίας που το δικαιούται, λόγω των παραπάνω διατάξεων, δεν θα επιβαρύνεται περαιτέρω με προσαύξηση εκπροθέσμου και αυτοτελές πρόστιμο των άρθρων 67 και 73 του Ν.Δ. 3323/1955, αντίστοιχα.

Με την περίπτωση β΄ της νέας παραγράφου 12 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι οι λοιποί υπόχρεοι που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του Ν.Δ. 3323/1955, (εκτός από τις κοινωνίες αστικού δικαίου που εκμεταλλεύονται φορτηγά ή επιβατικά αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης), οι οποίοι εκμεταλλεύονται ένα μόνο αυτοκίνητο δημόσιας χρήσης, δε φορολογούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955. Οι υπόχρεοι αυτοί, όταν εκμεταλλεύονται περισσότερα από ένα αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, υπόκεινται στις διατάξεις του άρθρου 16α, για τα καθαρά κέρδη που προέρχονται από την εκμετάλλευση όλων, γενικώς των αυτοκινήτων.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της περίπτωσης, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικονομικό έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Με την περίπτωση γ΄ της νέας παραγράφου 12 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι οι εταιρίες συστεγαζόμενων φαρμακείων, στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά και μόνο φαρμακοποιοί, δε φορολογούνται με βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955. Η ισχύς των διατάξεων αυτής της περίπτωσης, σύμφωνα με την περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από τη δημοσίευση του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11 Μαΐου 1994. Συνεπώς οι δηλώσεις του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955 οικον. έτους 1995 των εταιριών συστεγασμένων φαρμακείων θα υποβληθούν χωρίς την καταβολή του φόρου. Τα καθαρά κέρδη των εταιριών αυτών αφού κατανεμηθούν στους εταίρους φυσικά πρόσωπα ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία θα δηλωθούν από αυτά και θα φορολογηθούν στο όνομα τους με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/55.

Σημειώνεται ότι με την 1060111/980/Α0012/25.5.1994/ ΠΟΛ. 1130 εγκύκλιο διαταγή μας από παραδρομή αναφέρεται ότι οι διατάξεις των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της νέας παραγράφου 12 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955 ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν στο οιον. έτος 1994 (Χρήση 1993).

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 16 του κοινοποιούμενου νόμου, προστέθηκε νέο εδάφιο μετά το τέταρτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι το δικαίωμα της αφαίρεσης της επιχειρηματικής αμοιβής από τα κέρδη της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, εξακολουθεί να ισχύει και στην περίπτωση που η αρχική δήλωση του νομικού προσώπου υποβάλλεται εκπρόθεσμα και μέχρι τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της νόμιμης, κατά περίπτωση προθεσμίας υποβολής της.

Οι παραπάνω διατάξεις, σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα του οικον. έτους 1994 για εισοδήματα κτηθέντα στη χρήση 1993.

Επειδή οι παραπάνω διατάξεις καταλαμβάνουν και τις δηλώσεις οικον. έτους 1994 (χρήσης 1993), που είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα πριν από τη δημοσίευση του κοινοποιούμενου νόμου (11-5-1994), δόθηκαν λεπτομερείς οδηγίες για την εφαρμογή τους με την 1072540/1338/A0012/ΠΟΛ. 1160/22-6-1994 διαταγή μας.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 16, αντικαθίσταται το τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι, φυσικό πρόσωπο ως ομόρρυθμος εταίρος ή διαχειριστής εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης μπορεί να δηλώσει την επιλογή του από ποια εταιρία θα λάβει επιχειρηματική αμοιβή, με την οικεία αρχική εμπρόθεσμη ή αρχική εκπρόθεσμη κατά περίπτωση, δήλωση φορολογίας εισοδήματος της εταιρίας. Η επιλογή αυτή δεν ανακαλείται.

Διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που η παραπάνω επιλογή γίνεται με αρχική εκπρόθεσμη δήλωση, η δήλωση αυτή πρέπει να έχει υποβληθεί μέχρι τριάντα (30) ημέρες από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής της δήλωσης της εταιρίας.

Οι παραπάνω διατάξεις, σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για τα εισοδήματα του οικον. έτους 1994:

5. Με την παράγραφο του άρθρου 16, στην παράγραφο 8 του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, μετά το δεύτερο εδάφιο προστέθηκαν δύο νέα εδάφια.

Με τις διατάξεις του πρώτου νέου εδαφίου, ορίζεται ότι οι δηλώσεις, που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16α του Ν.Δ. 3323/1955, θεωρούνται απαράδεκτες (ως μη υποβληθείσες) και δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα, στην περίπτωση που δεν καταβληθούν ταυτόχρονα τα ποσά των ληξιπρόθεσμων δόσεων του φόρου, της προκαταβολής και των τυχόν τελών ή εισφορών.

Με τις διατάξεις του δεύτερου νέου εδαφίου, ορίζεται ότι παρέχεται έκπτωση ποσοστού 5% στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συμβεβαιουμένων με αυτόν οφειλών, όπως χαρτοσήμου κτλ., στην περίπτωση εφάπαξ καταβολής της οφειλής, που προκύπτει με βάση την εμπρόθεσμη δήλωση των υπόχρεων που υπόκεινται στις διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955.

Η ισχύς των διατάξεων αυτής της παραγράφου σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από το οικον. έτος 1995, για τα εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

΄Άρθρο 17
Εκπτώσεις από το ακαθάριστο εισόδημα των επιχειρήσεων

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της περιπτ. β΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955.

Μετά την τροποποίηση αυτή, τα μισθώματα που καταβάλλουν οι επιχειρήσεις σε εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης λόγω παραχώρησης χρήσης επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης αντιμετωπίζονται πλέον όπως και οι δαπάνες συντήρησης, λειτουργίας, επισκευής, κυκλοφορίας και αποσβέσεων των αυτοκινήτων αυτών που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης.

Δηλαδή, ενώ προηγουμένως τα πιο πάνω μισθώματα εκπίπτοντο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 6 του Ν. 1665/1986, εξ ολοκλήρου από τα ακαθάριστα έσοδα της μισθώτριας επιχείρησης (ως γενικό έξοδο), με βάση τις νέες διατάξεις αναγνωρίζεται προς έκπτωση ποσοστό μέχρι ογδόντα τοις εκατό (80 %) αυτών, προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. μέχρι 2000 κ.ε. και μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), προκειμένου για επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. μεγαλύτερου κυβισμού.

Ο περιορισμός των δαπανών που προβλέπεται με την παράγραφο αυτή ισχύει και όταν τα επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. έχουν μισθωθεί από αλλοδαπή εταιρεία leasing λόγω της γενικής διατύπωσης των διατάξεων. Επίσης αφορά και τη μίσθωση αυτοκινήτων μικτής χρήσεως, όπως για παράδειγμα station wagon, τα οποία βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 του Ν.Δ. 833/1971 θεωρούνται ως επιβατικά αυτοκίνητα.

Αντίθετα, ο περιορισμός των δαπανών δεν ισχύει για λεωφορεία αυτοκίνητα Ι.Χ. και φορτηγά Ι.Χ. Επίσης δεν ισχύει ούτε για τα επιβατικά αυτοκίνητα Ι.Χ. που μισθώνουν οι επιχειρήσεις από επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, επειδή στο νόμο γίνεται ρητή αναφορά για τα μισθώματα που καταβάλλονται αποκλειστικά σε εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περιπτ. Β΄ της παραγρ. 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955, ο περιορισμός αυτός δεν εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που ασχολούνται με την εκμίσθωση επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, καθώς και στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν τα αυτοκίνητά τους αποκλειστικά για την εκπαίδευση υποψήφιων οδηγών, επομένως, τα μισθώματα που ενδεχόμενα καταβάλλουν οι επιχειρήσεις αυτές σε εταιρείες leasing για την μίσθωση επιβατικών αυτοκινήτων Ι.Χ., τα οποία χρησιμοποιούνται για την άσκηση του αντικειμένου των εργασιών τους (ενοικίαση και εκπαίδευση οδηγών, αντίστοιχα), εκπίπτονται εξολοκλήρου από τα ακαθάριστα έσοδα τους.

Κατά τα λοιπά, έχουν εφαρμογή τα όσα έχουν γίνει δεκτά με τις αριθ. 19/1978, 1018050/ ΠΟΛ. 1042/1993 ερμηνευτικές εγκυκλίους των νόμων 814/1978 και 2065/1992, αντίστοιχα.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περιπτ. στ του άρθρου 66 του Ν. 2214/1994 για τα μισθώματα επιβατικών αυτοκινήτων Ι.Χ. που αφορούν διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν με 30 Ιουνίου 1994 και μετά.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η περιπτ. θ΄ της παραγρ.1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955 σχετικά με την έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων της πρόβλεψης για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

Με τις νέες διατάξεις προβλέπονται τα εξής:

Μειώνεται από 1% σε 0,50% το ποσοστό με το οποίο υπολογίζεται η πρόβλεψη.

Το πιο πάνω ποσοστό υπολογίζεται επί της αναγραφόμενης αξίας στα τιμολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών που έχουν εκδοθεί αποκλειστικά προς επιτηδευματίες. Επομένως, για τον υπολογισμό της πρόβλεψης, δεν λαμβάνεται υπόψη η αξία των τιμολογίων πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών στις περιπτώσεις που εκδίδονται αυτά προς ιδιώτες.

Από τα ανωτέρω ακαθάριστα έσοδα αφαιρούνται: α) οι επιστροφές ή εκπτώσεις, β) η αξία των πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών προς το δημόσιο, δήμους και κοινότητες, δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, γ) τα ποσά του ειδικού φόρου κατανάλωσης πετρελαιοειδών, του φόρου κατανάλωσης καπνού και των ειδικών φόρων που εμπεριέχονται στην τιμή πώλησης. Σημειώνεται ότι και με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις, τα ποσά των φόρων αυτών δεν ελαμβάνοντο υπόψη προκειμένου για τον υπολογισμό της πρόβλεψης για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων, γιατί τα ποσά αυτά αποτελούν εμμέσους φόρους και όχι ακαθάριστα έσοδα (εισόδημα) των πετρελαϊκών και καπνοβιομηχανιών επιχειρήσεων (1061230/10264/ΠΟΛ. 1166/1993 διαταγή μας).

Διευκρινίζεται ότι οι επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν για τη διάθεση των προϊόντων τους αντιπροσώπους, προς τους οποίους στέλνουν τα εμπορεύματα τους με δελτίο αποστολής και στη ακολουθεί η έκδοση εκκαθαρίσεων, δεν δικαιούνται για τις πωλήσεις αυτές να ενεργούν πρόβλεψη επισφαλών απαιτήσεων, αφού δεν εκδίδεται τιμολόγιο πώλησης. Το δικαίωμα αυτό έχει ο αντιπρόσωπος για τις περαιτέρω χονδρικές πωλήσεις των ίδιων εμπορευμάτων στις οποίες προβαίνει (1050603/10233/1933, 1091476/10429/1993 έγγραφό μας).

Περαιτέρω με τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου τίθεται ο περιορισμός ότι, το ποσό της πρόβλεψης που σχηματίζεται στο τέλος της χρήσης, συναθροιζόμενο με το ποσό που εμφανίζεται ήδη στο λογαριασμό του Ε.Γ.Λ.Σ.44.11 "Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις", λόγω σχηματισμού προβλέψεων σε προγενέστερες χρήσεις με βάση τις ίδιες διατάξεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού "πελάται", όπως αυτό εμφανίζεται στην απογραφή τέλους χρήσης. Για τον υπολογισμό δε αυτού του χρεωστικού υπολοίπου, προβλέπεται η αφαίρεση των απαιτήσεων κατά του δημοσίου, των δήμων ή κοινοτήτων, των δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Επί του θέματος αυτού με την αριθ.1018050/189/ ΠΟΛ. 1042/1993 ερμηνευτική εγκύκλιο του άρθρου 10 του Ν. 2065/1992 είχε γίνει δεκτό ότι, το συσσωρευμένο ύφος των σχηματισθεί σων προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού "πελάται" και κατά συνέπεια, η επιχείρηση δεν μπορεί να ενεργεί την πρόβλεψη από το χρόνο κατά τον οποίο το αποθεματικό των προβλέψεων θα καλύψει το πιο πάνω όριο.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στις ισχύουσες σήμερα διατάξεις της περιπτ. θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955 αναφέρονται πλέον ρητά αυτά που είχαν γίνει δεκτά από τη Διοίκηση, σχετικά με το ύφος μέχρι το οποίο μπορεί να φθάσει η πρόβλεψη που σχηματίζεται κάθε χρόνο για την απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων και κατά συνέπεια, δεν επέρχεται καμία μεταβολή στο υφιστάμενο καθεστώς πραγματοποίησης προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

Με το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου αυτής προβλέπεται, όπως και με τις αντικατασταθείσες διατάξεις, ότι η έκπτωση της δαπάνης από τα ακαθάριστα έσοδα εμφανίζεται στα τηρούμενα βιβλία σε ειδικό λογαριασμό "Προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων". Για την εμφάνιση της πρόβλεψης αυτής στα βιβλία της επιχείρησης και για την διαγραφή των ανεπίδεκτων εισπράξεως πελατών εξακολουθούν να ισχύουν οι οδηγίες που δόθηκαν με την αριθ. 1018050/ ΠΟΛ. 1042/1993 εγκύκλιο.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του έκτου εδαφίου προβλέπεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι πραγματοποιηθείσες ήδη προβλέψεις που εμφανίζονται στον προηγούμενο λογαριασμό (44.11 "Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις") υπερβαίνουν το 50% του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού "Πελάται" συγκεκριμένης χρήσης (αφαιρουμένων και των προαναφερθεισών απαιτήσεων), εκτός του ότι η επιχείρηση δεν δικαιούται, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, να σχηματίσει πρόβλεψη για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης αυτής, θα υπαχθεί σε φορολογία το επί πλέον ποσό των σχηματισθεισών προβλέψεων με τη μεταφορά του στα "αποτελέσματα χρήσεως" (χρεώσει του λογαριασμού 44.11 "Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις"). Επομένως με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα, αν επιχείρηση που έχει διαχ/κή χρήση 1/1/94-31/12/94 εμφανίζει στα τηρούμενα βιβλία της την 31/12/1994 χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού "πελάται" δρχ. 100.000.000 και οι πραγματοποιηθείσες προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων στις προγενέστερες χρήσεις όπως αυτές εμφανίζονται στα βιβλία της κατά τη διαχ/κή χρήση 1994, ανέρχονται σε 80.000.000 δρχ., δεν δικαιούται η επιχείρηση αφ΄ ενός μεν να σχηματίσει στη χρήση αυτή περαιτέρω πρόβλεψη για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων, αφού η πραγματοποιηθείσα ήδη πρόβλεψη υπερβαίνει το 50% του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού "πελάται", ήτοι τα ποσό των 50.000.000 δρχ. και αφετέρου υποχρεούται το πέραν του 50% του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού "πελάται" ποσό πραγματοποιηθεισών προβλέψεων δρχ. 30.000.000 (80 εκ. ~ 50 εκ.) να το μεταφέρει στα αποτελέσματα χρήσης και φορολογείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Τέλος, με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου προβλέπεται, όμως και με τις προϊσχύσασες διατάξεις, ότι, πέραν της ανωτέρω πρόβλεψης, ουδέν άλλο ποσό αναγνωρίζεται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι οδηγίες που έχουν δοθεί με την αριθ. 1018050/ΠΟΛ. 1042/1993 εγκύκλιο μας.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περιπτ. στ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμε νου νόμου για αποσβέσεις επισφαλών απαιτήσεων που αφορούν τις διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν με 30 Ιουνίου 1994 και μετά.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 αντικαταστάθηκε η προβλεπόμενη από το δεύτερο εδάφιο της παραγρ.2 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955 κλίμακα υπολογισμού των δαπανών χωρίς δικαιολογητικά που μπορούν να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα τους οι εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες και εργασίες στην αλλοδαπή, εφόσον εισάγεται συνάλλαγμα, οι επιχειρήσεις ραδιοφωνίας-τηλεόρασης, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, τα κατασκηνωτικά κέντρα (CAMPING), γραφεία γενικού τουρισμού και οι επιχειρήσεις έκδοσης δεκαπενθήμερων ή μηνιαίων πολιτικών, αθλητικών και οικονομικών εφημερίδων, καθώς και οι επιχειρήσεις έκδοσης περιοδικών, στα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται τα πολιτικά, αθλητικά και οικονομικά περιοδικά.

Οι πιο πάνω δαπάνες θα υπολογίζονται πλέον, στα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων που ορίζονται κατά περίπτωση από την παράγραφο 2 του άρθρου 35 του Ν.Δ. 3323/1955 με την ακόλουθη κλίμακα: Για ακαθάριστα έσοδα μέχρι 3 δις με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) και για ακαθάριστα έσοδα άνω των 3 δις με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%).

Τονίζεται ότι επειδή τροποποιήθηκε μόνο το δεύτερο εδάφιο της παρ.2 του άρθρου 35, οι άλλες επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο αυτό (επιχειρήσεις εξαγωγής πετρελαιοειδών προϊόντων, μεταφορικές επιχειρήσεις διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών κτλ.) θα εξακολουθήσουν να υπολογίζουν τις δαπάνες χωρίς δικαιολογητικά, όπως μέχρι σήμερα, με τους οριζόμενους κατά περίπτώση συντελεστές.

Επίσης, οι επιχειρήσεις έκδοσης ημερησίων και εβδομαδιαίων πολιτικών, αθλητικών και οικονομικών εφημερίδων και περιοδικών να υπολογίζουν, σύμφωνα με τα άρθρο 4 του Ν. 2120/1993, τις δαπάνες χωρίς δικαιολογητικά με συντελεστή 4% στα ακαθάριστα έσοδα τους από την πώληση εντύπων και από καταχωρήσεις γενικά σε αυτά, ανεξάρτητα με το ύφος αυτών.

Η ως άνω κλίμακα υπολογισμού των δαπανών χωρίς δικαιολογητικά έχει εφαρμογή, σύμφωνα με την περιπτ. στ΄ του άρθρου 66 του Ν. 2214/1994 για δαπάνες που αφορούν διαχειριστικές χρήσεις που κλείνουν με 30 Ιουνίου 1994 και μετά.

Άρθρο 18
Εισόδημα τεχνικών επιχειρήσεων

Με το άρθρο 18 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίστανται τα εδάφια όγδοο και ένατο της παραγράφου 1 του άρθρου 36α του Ν.Δ. 3323/1955.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις θεωρείται ως ακαθάριστο έσοδο της ομόρρυθμης και ετερόρρυθμης εταιρίας, της κοινωνίας αστικού δικαίου, που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελμα, της αστικής κερδοσκοπικής ή μη εταιρίας, της συμμετοχικής ή αφανούς, καθώς και των κοινοπραξιών της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Π.Δ. 186/1992), που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, η αντικειμενική αξία ή πραγματική, κατά περίπτωση, όπως αυτή προσδιορίζεται στην φορολογία μεταβίβασης ακινήτων, των αυτοτελών οικοδομών, διαμερισμάτων, καταστημάτων, γραφείων, αποθηκών και λοιπών χώρων, που περιέρχονται, κατά τον χρόνο της διάλυσης, στα μέλη αυτών.

Το καθαρό κέρδος που προκύπτει με βάση τα έσοδα αυτά φορολογείται στο όνομα της εταιρίας, κοινωνίας, κοινοπραξίας κτλ. με συντελεστή τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) κατά το έτος που διαλύεται η εταιρία, κοινωνία ή κοινοπραξία μετά την αφαίρεση της επιχειρηματικής αμοιβής.

Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από το οικον. έτος 1995, για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994.

Άρθρο 19
Παρακράτηση και απόδοση φόρου.

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/1955. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι στα μερίσματα που διανέμονται από ημεδαπές "εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου", καθώς και στα κέρδη που διανέμονται από ημεδαπά "αμοιβαία κεφάλαια" θα ενεργείται πλέον παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 16 και 48 του Ν. 1969/1991, αντίστοιχα, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με τις διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 23 του κοινοποιούμενου νόμου, ενώ με βάση τις αντικατασταθείσες διατάξεις εξαιρούντο από την παρακράτηση φόρου.

Ενόψει των νέων αυτών διατάξεων καθώς και των άρθρων 16 και 48 του Ν. 1969/1991, παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% θα γίνεται στο μέρος των μερισμάτων ή κερδών, που διανέμονται αντίστοιχα από τις εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και τα αμοιβαία κεφάλαια και τα οποία προέρχονται από τα εξής εισοδήματα: αα) απαλλασσόμενα της φορολογίας (τόκοι εντόκων γραμματίων ή ομολόγων του Δημοσίου κλπ.) ββ) κέρδη από την πώληση χρεωγράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης και γγ) αλλοδαπής προέλευσης.

Επειδή με τις διατάζεις της περίπτωσης θ΄ του άρθρου 66 ορίζεται ότι οι διατάξεις των παραγράφων 14 και 15 του άρθρου 23 (με τις οποίες τροποποιήθηκαν τα άρθρα 16 και 48 του Ν. 1969/1991) έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που αποκτούν οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και τα αμοιβαία κεφάλαια από 1 Ιανουαρίου 1994 και μετά προκύπτει ότι, "οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου" και οι "ΑΕ Διαχειρίσεως" θα προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου 15% στα πιο πάνω εισοδήματα που διανέμουν με απόφαση της Γ.Σ. από 1/1/95 και μετά και τα οποία θα δηλωθούν από τους δικαιούχους με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικον. έτους 1996. Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής παρέχονται λεπτομερείς οδηγίες στις παραγράφους 14 και 15 του άρθρου 23 της παρούσας εγκυκλίου.

2. Με την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν στην παράγραφο 4 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/1955 νέες περιπτώσεις στ΄ και ζ΄ με βάση τις οποίες, η παρακράτηση φόρου, που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, θα γίνεται κατά το χρόνο που εγκρίνεται η διανομή των μερισμάτων ή κερδών από τη γενική συνέλευση των μετόχων της "εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου" και της "ΑΕ Διαχειρίσεως", αντίστοιχα.

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου τροποποιήθηκε η περίπτωση α΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/1955. Με την τροποποίηση αυτή οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου καθίστανται υπόχρεες να προβαίνουν στην παρακράτηση φόρου 15% επί των μερισμάτων που διανέμουν και προέρχονται από τα αναφερθέντα στην ιταρ.1 εισοδήματα.

4. Με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκε στην παράγραφο 5 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/1955 περίπτωση δ΄, με βάση την οποία, η "ΑΕ Διαχειρίσεως" που καταβάλλει τα κέρδη στους μεριδιούχους του Αμοιβαίου Κεφαλαίου που διαχειρίζεται, έχει την υποχρέωση για παρακράτηση του προαναφερθέντος φόρου 15%.

5. Με την παράγραφο 5 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955,

Με τις νέες διατάξεις το ποσοστό του παρακρατούμενου φόρου στα εισοδήματα των εργοληπτών κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή λιμενικών προσόδων αυξάνεται σε 3% από 2% που ίσχυε στην αξία του έργου που κατασκευάζεται ή του μισθώματος.

Το νέο ποσοστό 3% του παρακρατούμενου φόρου υπολογίζεται από 11 Μαΐου 1994, σύμφωνα με την περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, για εκκαθαρίσεις ή καταβολές, που πραγματοποιούνται από την ανωτέρω ημερομηνία, από κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο, επί της αξίας του έργου που εκτελέστηκε.

6. Με την παράγραφο 6 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστίθεται στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955, που είχε προστεθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 5 του Ν. 2187/1994 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του Ν. 2198/1994, υποπερίπτωση δδ΄ και στη συνέχεια δύο νέα εδάφια της περίπτωσης αυτής.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου οι δημόσιες υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωφελή ιδρύματα, οργανισμοί και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, δημόσιες επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις και νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου γενικά όταν προμηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεμικές βιομηχανίες Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο. και ΠΥΡΚΑΛ.

Επίσης, εξαιρείται από την υποχρέωση παρακράτησης φόρου η δημόσια επιχείρηση ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ για τις υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτή από τους συναλλασσόμενους με αυτή.

Τέλος, με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α και όχι της παραγράφου 4, όπως από παραδρομή αναφέρεται στον κοινοποιούμενο νόμο, που αναφέρονται στην απόδοση του φόρου εργολάβων με δήλωση του δικαιούχου της αμοιβής, στις περιπτώσεις εκείνες, που για οποιονδήποτε λόγο, δεν παρακρατήθηκε ο φόρος από το πρόσωπο που ενήργησε την εκκαθάριση ή καταβολή, εφαρμόζονται ανάλογα και για τον παρακρατούμενο φόρο κατά την προμήθεια αγαθών ή παροχή υπηρεσιών.

Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, αν για οποιοδήποτε λόγο ο φόρος δεν παρακρατήθηκε από τους υπόχρεους, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α, τότε αυτός αποδίδεται με δήλωση της προμηθεύτριας επιχείρησης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.

7. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου και νόμου, ισχύουν από 8 Φεβρουαρίου 1994 για τιμολόγια που εκδίδονται από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Διευκρινίζεται ότι περισσότερες οδηγίες για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 6 και 7 σας έχουν παρασχεθεί με τη 1060204/982/Α0012/ ΠΟΛ. 1131/25.5.1994 διαταγή μας.

8. Με την παράγραφο 8 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 37α του N.Δ. 3323/1955 καινούργια περίπτωση ζ΄, σύμφωνα με την οποία στις αμοιβές ή προμήθειες που καταβάλλουν οι "ΑΕ Διαχειρίσεως" σε πρόσωπα που μεσολαβούν για την πώληση μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων πρέπει να παρακρατείται φόρος με συντελεστή 15%. Η παρακράτηση αυτή πρέπει να γίνεται από την "ΑΕ Διαχειρίσεως" κατά το χρόνο που καταβάλλει την προμήθεια ή την αμοιβή.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή για προμήθειες και αμοιβές που καταβάλλονται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11 Μαΐου 1994 και μετά.

Επίσης, με την παράγραφο 8 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/55 περίπτωση η΄ με βάση την οποία, οι μισθοί και λοιπές αμοιβές που καταβάλλει η εταιρία περιορισμένης ευθύνης σε διαχειριστές εταίρους της, λόγω των παρεχομένων σε αυτή υπηρεσιών, δεν

υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου. Περαιτέρω όμως, για τους πιο πάνω μισθούς και αμοιβές η ΕΠΕ έχει υποχρέωση να καταβάλλει στο Δημόσιο φόρο που υπολογίζεται με συντελεστή 15% πλέον τελών χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ ΟΓΑ 1,20%.

Η απόδοση του φόρου αυτού γίνεται, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, έναντι του φόρου που υποχρεούται η ΕΠΕ να παρακρατήσει, σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955, στην επιχειρηματική αμοιβή των διαχειριστών -εταίρων της. Ο πιο πάνω φόρος καταβάλλεται στο Δημόσιο, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της περίπτωσης αυτής, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο των μηνών Απριλίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου και Ιανουαρίου, κάθε έτους με προσωρινή δήλωση η οποία θα περιλαμβάνει τις κατά το προηγούμενο ημερολογιακό τρίμηνο καταβληθείσες ακαθάριστες αποδοχές των διαχειριστών εταίρων. Περαιτέρω, κατά την υποβολή της δήλωσης απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου επιχειρηματικής αμοιβής των διαχειριστών εταίρων, θα αφαιρεθεί από τον παρακρατούμενο φόρο 15% επί των ποσών της επιχειρηματικής αμοιβής των διαχειριστών εταίρων, ο φόρος που είχε αποδοθεί στο Δημόσιο με βάση τις ως άνω τριμηνιαίες δηλώσεις για τους μισθούς των διαχειριστών εταίρων. Το προκύπτον χρεωστικό υπόλοιπο καταβάλλεται εφάπαξ σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955, ενώ το τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται.

Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της περιπτ. η΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955 θα εφαρμόζονται οι οδηγίες που έχουν δοθεί με τις αριθ. 1088411/10621/ ΠΟΛ. 1185/1992, 1018050/189/ ΠΟΛ. 1042/1993 ερμηνευτικές εγκυκλίους του Ν. 2065/1992.

9. Με την παράγραφο 9 του άρθρου 19, αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955, που αναφέρεται στον τρόπο απόδοσης του φόρου που παρακρατείται στα εισοδήματα από εμπορικές επιχειρήσεις.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι οι υπόχρεοι παρακράτησης φόρου, σύμφωνα με τις διατάξεις των περιπτώσεων β΄ (εισόδημα εργοληπτών κτλ.), γ΄ (εισόδημα αντιπροσώπων κτλ.), δ΄ (Επιχειρηματική αμοιβή διαχειριστών εταίρων ΕΠΕ), στ΄ (προμήθειες κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από τις δημόσιες υπηρεσίες κτλ.) και ζ΄ (εισόδημα από αμοιβές ή προμήθειες, λόγω διαμεσολάβησης για πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων) της παραγράφου 1 του άρθρου 37α του Ν.Δ. 3323/1955, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν εφάπαξ με δήλωση, στη Δ.Ο.Υ. της περιφέρειας που έγινε η καταβολή των ποσών, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα. Η ουσιώδης μεταβολή που επέρχεται με τις νέες διατάξεις είναι ότι, σε αυτές περιλαμβάνεται και η απόδοση του φόρου που παρακρατείται από τις "Ανώνυμες Εταιρίες διαχειρίσεως" αμοιβαίων κεφαλαίων στα εισοδήματα που προέρχονται από αμοιβές ή προμήθειες λόγω διαμεσολάβησης για πώληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.

10. Με την παράγραφο 10 του άρθρου 19, προστίθεται δεύτερο 5 στην παράγραφο 1 του άρθρου 40 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται - για την εφαρμογή της διάταξης αυτής - και το εισόδημα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιμισθία για την παροχή νομικών υπηρεσιών σε τράπεζες, επιχειρήσεις κτλ. Ομοίως, εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες θεωρείται και το εισόδημα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 του Ν. 1545/1985 (ΦΕΚ Α΄ 91) έχουν την προβλεπόμενη άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του ξεναγού και συμβάλλονται με τουριστικά ταξιδιωτικά γραφεία, με μέλη της ένωσης εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων και με τουριστικά γραφεία του εξωτερικού άμεσα ή με τα παραρτήματα - πρακτορεία τους στην Ελλάδα, για την πραγματοποίηση τουριστικών προγραμμάτων, που εκείνα οργανώνουν, συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και υπάγονται στις σχετικές διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας ως προς τις σχέσεις τους με τους εργοδότες τους.

Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από το οικον. έτος 1995, για εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Διευκρινίζεται ότι στις αμοιβές που καταβάλλονται στους δικαιούχους δικηγόρους ή ξεναγούς από 11 Ιουνίου 1994 και μετά, πρέπει να διενεργείται παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2019/1992, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 2065/1992 (Σχετ. 1151267/2009/Α0012/ΠΟΛ. 1379/17.12.1993 διαταγή Υπ. Οικονομικών) .

11. Με την παράγραφο 11 του άρθρου 19 του κοινοποιούμενου νόμου προστέθηκαν στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Ν. 1921/1991 δύο νέα εδάφια. Σύμφωνα με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου, τα εισοδήματα που προκύπτουν κατά την εξωχρηματιστηριακή πώληση εντόκων γραμματίων ή ομολόγων του Δημοσίου με ειδική συμφωνία επαναγοράς (REPO) ή επαναπώλησης (REVERSE REPO), θεωρούνται τόκοι καταθέσεων και φορολογούνται αυτοτελώς με 15%. Κατά εξουσιοδότηση του δευτέρου προστεθέντος εδαφίου εκδόθηκε η αριθ.1053286/10431/ΠΟΛ. 1110/11.5.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία καθορίσθηκαν η διαδικασία και οι λοιπές λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 1921/1991 και στην περίπτωση των ως άνω εισοδημάτων.

Για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή οι οδηγίες που δόθηκαν με την αριθ.1087436/10509/ΠΟΛ. 1151/13.6.1994 εγκύκλιο μας.

Άρθρο 20
Προσδιορισμός καθαρού εισοδήματος αρχιτεκτόνων και μηχανικών

1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου 20 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο και οι περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις αυξάνονται οι συντελεστές προσδιορισμού του καθαρού εισοδήματος, προκειμένου για τις αμοιβές των αρχιτεκτόνων και μηχανικών που λαμβάνουν για τη

σύνταξη μελετών και σχεδίων οικοδομικών και λοιπών τεχνικών έργων, την επίβλεψη της εκτέλεσης τους, τη διεύθυνση εκτέλεσης (διοίκηση του έργου) και την ενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικά με αυτά τα έργα ως εξής:

α) Σε 38% από 35% που ίσχυε, για μελέτη - επίβλεψη κτιριακών έργων.

β) Σε 22% από 17% που ίσχυε, για μελέτη - επίβλεψη χωροταξικών, πολεοδομικών, συγκοινωνιακά, υδραυλικών έργων και για τις ακαθάριστες αμοιβές από διεύθυνση εκτέλεσης έργου,

γ) Σε 26% από 21% που ίσχυε, για μελέτη - επίβλεψη ηλεκτρομηχανολογικών έργων

δ) Σε 17% από 13% που ίσχυε, για μελέτη - επίβλεψη τοπογραφικών έργων

ε) Σε 60% από 55% που ίσχυε, για ακαθάριστες αμοιβές αρχιτεκτόνων και μηχανικών που -προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες σε οργανωμένα γραφεία και για την ενέργεια πραγματογνωμοσυνών και διαιτησιών σχετικών με τα έργα αυτά.

Το καθαρό εισόδημα εξευρίσκεται με τη χρήση των πιο πάνω συντελεστών στις ακαθάριστες νόμιμες αμοιβές τους τόσο στα ιδιωτικά όσο και στα δημόσια έργα.

Για την εξεύρεση του καθαρού εισοδήματος αρχιτεκτόνων -μηχανικών στις νόμιμες αμοιβές τους συμπεριλαμβάνονται και οι πάσης φύσεως τόκοι υπερημερίας που εισπράττονται λόγω καθυστέρησης στην καταβολή των πιο πάνω αμοιβών.

Για τον προσδιορισμό του καθαρού εισοδήματος δεν αφαιρούνται τα ποσά τυχόν παρεχόμενων εκπτώσεων.

Σημειώνεται ότι στην έννοια του όρου "οργανωμένα γραφεία" της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46 του Ν.Δ. 3323/1955, νοείται οποιασδήποτε μορφής μελετητική επιχείρηση, που αναθέτει σε μεμονωμένους αρχιτέκτονες ναι μηχανικούς την εκπόνηση μελέτης, που έχει αναλάβει η ίδια, με σχέση μίσθωσης έργου.

2. Με την -παράγραφο 2 του άρθρου 20 του κοινοποιούμενου νόμου ορίζεται ότι οι συντελεστές της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στην περίπτωση που διατάξεις άλλου νόμου παραπέμπουν στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του Ν.Δ. 3323/1955, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο αυτή.

Ενδεικτικά αναφέρουμε την 1022100/315/Ά0012/ΠΟΛ. 105/19.3.90 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, που κυρώθηκε με την περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν. 1914/1990 (ΦΕΚ Α΄ 178).

3. Με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 του κοινοποιούμε νου νόμου αντικαθίσταται το -προτελευταίο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 46 του Ν.Δ. 3323/1955.

Με τις νέες διατάξεις ορίζεται ότι αν από τα βιβλία και στοιχεία του υπόχρεου προκύπτει ότι οι δαπάνες της χρήσης βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία με το υπόλοιπο των ακαθάριστων αμοιβών (τεκμαρτές, δαπάνες) που προκύπτουν από την εφαρμογή του συντελεστή, ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να προσαυξήσει το συντελεστή αυτό κατά ποσοστό 20%, αντί της διακριτικής ευχέρειας που είχε με τις προηγούμενες διατάξεις, να προσαυξήσει το συντελεστή αυτό κατά ποσοστό μέχρι 30%.

4. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν από το οικονομικό έτος 1995, για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Άρθρο 21
Επιβολή έκτακτης εφάπαξ εισφοράς στα κέρδη από εξαγωγές σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση την Ε. 3789/128/15.3.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών

Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, ήδη, παρασχέθηκαν οι σχετικές οδηγίες και διευκρινίσεις με τις αριθμ. 1058151/10442/Β0012/ΠΟΛ. 1123/23.5.1994 και 1065669/10498/Β0012/ΠΟΛ. 1146/7.6.1994 εγκυκλίους, στις οποίες και παραπέμπουμε.

Άρθρο 22
Εναρμόνιση των διατάξεων του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 με τις ισχύουσες διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος

1. Με το άρθρο 22 του κοινοποιούμενου νόμου τροποποιούνται ορισμένες διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 με σκοπό την εναρμόνιση αυτού με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

Η εναρμόνιση αυτή ήταν επιβεβλημένη μετά τη ριζική τροποποίηση των άρθρων 8 και 9 του Ν.Δ. 3323/1955 με το Ν. 2065/1992 με τον οποίο καταργήθηκαν τα αφορολόγητα ποσά, θεσπίστηκαν ή επαναφέρθηκαν εκπτώσεις δαπανών από το εισόδημα του φορολογουμένου και επαναπροσδιορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του φόρου εισοδήματος. Τούτο, καθόσον το άρθρο 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 έχει άμεση σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του Ν. 3323/55, στις οποίες και ρητά αναφέρεται στο κείμενο του.

Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975, του Ν. 565/1977, του άρθρου 10 του Ν. 1180/1981 και του άρθρου 32 του Ν. 1489/1984, εκτός από την βουλευτική αποζημίωση, κατά τον ίδιο τρόπο φορολογούνται και η χορηγία του Προέδρου της Δημοκρατίας (Ν. 565/1977), οι αποζημιώσεις Ελλήνων αντιπροσώπων στη Συνέλευση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (παράγραφος 2 άρθρου 10 Ν. 1180/1981), οι αποζημιώσεις των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου που δεν έχουν την βουλευτική ιδιότητα (παράγραφος 6 άρθρου 5 Ζ΄ Ψηφίσματος έτους 1975) και η βουλευτική σύνταξη (παράγραφος 1 άρθρου 32 του Ν. 1489/1984).

2. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 22 του κοινοποιούμενου νόμου, η οριστική εκκαθάριση του φόρου που αναλογεί στη Βουλευτική αποζημίωση, όπως και με το προϊσχύσαν καθεστώς, διενεργείται από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής. Έτσι από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής διενεργείται, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα Φεβρουαρίου ίου επόμενου έτους, από το έτος της καταβολής της Βουλευτικής αποζημίωσης, οριστική εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος που αναλογεί στο τμήμα της ετήσιας Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογήθηκε αυτοτελώς. Με την οριστική αυτή εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος επί της Βουλευτικής αποζημίωσης, επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του Βουλευτή για το εισόδημα από τη Βουλευτική του αποζημίωση. Συνεπώς η Βουλευτική αποζημίωση δεν φορολογείται με τις γενικές διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955, δηλώνεται όμως από το Βουλευτή (φορολογούμενο) με την ετήσια δήλωση του φορολογίας εισοδήματος, στο πίνακα 12 ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ και ειδικότερα στην ένδειξη "εισοδήματα που απαλλάσσονται από το φόρο" αναγράφεται το τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης (καθαρό ποσό) που δεν θεωρείται εισόδημα και στην ένδειξη "εισοδήματα που φορολογούνται με ειδικό τρόπο" αναγράφεται το τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης (καθαρό ποσό) που φορολογήθηκε αυτοτελώς (μειωμένο βέβαια με το ποσό του φόρου που του παρακρατήθηκε) με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

Κατά την εκκαθάριση του φόρου από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής από το ποσό της βουλευτικής αποζημίωσης αφαιρούνται οι κρατήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975 (κρατήσεις υπέρ του Κόμματος, κρατήσεις υπέρ του Δημοσίου για υγειονομική περίθαλψη κτλ.) και το ήμισυ του ποσού που απομένει υπόκειται αυτοτελώς σε φόρο.

Περαιτέρω για να εξευρεθεί ο φόρος που αναλογεί, από το ποσό της Βουλευτικής αποζημίωσης που υπόκειται αυτοτελώς σε φόρο αφαιρείται το σύνολον των ποσών των εκπτώσεων του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955, εφόσον η Βουλευτική αποζημίωση αποτελεί το μοναδικό εισόδημα του Βουλευτή. Στο υπόλοιπο ποσό της Βουλευτικής αποζημίωσης υπολογίζεται ο φόρος που αναλογεί με βάση τη φορολογική κλίμακα του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955.

Αν ο Βουλευτής, εκτός της Βουλευτικής αποζημίωσης, αποκτά εισοδήματα και από άλλες πηγές (οικοδομές, ελευθέρια επαγγέλματα κτλ.), τότε οι προβλεπόμενες εκπτώσεις του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955 ενεργούνται κατ΄ επιλογή του Βουλευτή, μετά από υποβολή σχετικής δήλωσης του στο Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής, είτε κατά την διενέργεια της εκκαθάρισης του φόρου εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί στο τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, είτε από τα άλλα εισοδήματα του που φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955, κατά την εκκαθάριση του φόρου της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

Αν ο Βουλευτής επιλέξει οι δαπάνες του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955 να εκπεσθούν από το τμήμα της Βουλευτικής του αποζημίωσης που φορολογείται, τότε ο Βουλευτής, μαζί με τη δήλωση επιλογής του, έχει υποχρέωση να υποβάλλει στο ειδικό λογιστήριο της Βουλής και τα σχετικά δικαιολογητικά δαπανών του άρθρου 8, που προβλέπονται από το νόμο και τις σχετικές Υπουργικές αποφάσεις.

Σε αυτή την περίπτωση εφόσον ο βουλευτής έχει και άλλα εισοδήματα, το ΚΕΠΥΟ δεν θα αφαιρέσει από τα λοιπά του εισοδήματα εκπτώσεις άρθρου 8, ανεξάρτητα από το εάν το τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης τ«.ου φορολογείται αυτοτελώς επαρκεί για τη διενέργεια του συνολικού ποσού των εκπτώσεων του άρθρου 8 από αυτό. Επίσης, σε αυτή την περίπτωση στο φόρο που προκύπτει με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 στα λοιπά εισοδήματα του βουλευτή, προστίθεται ο φόρος ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή 5% στο τμήμα του φορολογούμενου (λοιπού) εισοδήματος μέχρι 1.000.000 δραχμές.

Αντίθετα, αν ο Βουλευτής, με τη σχετική δήλωση που έχει υποβάλει στο Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής, ζητά οι εκπτώσεις του άρθρου 8 να διενεργηθούν από τα λοιπά εισοδήματα του, τότε το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής, κατά τη διενέργεια της οριστικής εκκαθάρισης του φόρου, στο φόρο που προκύπτει με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 στο φορολογούμενο τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης (χωρίς να αφαιρεθούν από αυτό οι εκπτώσεις του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3323/1955), προσθέτει και τον φόρο ο οποίος προκύπτει με την εφαρμογή αναλογικού συντελεστή 5% στο τμήμα της φορολογούμενης βουλευτικής αποζημίωσης μέχρι 1.000.000 δρχ.

Από το ποσό του φόρου που προέκυψε στο τμήμα της βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, με βάση την κλίμακα του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955, αφαιρούνται σε κάθε περίπτωση, οι μειώσεις του φόρου που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 3323/1955 (μειώσεις φόρου με βάση τον αριθμό των τέκνων που βαρύνουν το βουλευτή κτλ.), ανεξάρτητα από το εάν οι εκπτώσεις του άρθρου 8 διενεργήθηκαν ή όχι από το τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς ή από τα λοιπά εισοδήματα του φορολογουμένου. Εάν δεν προκύπτει φόρος στο τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς ή αν αυτός που προκύπτει δεν επαρκεί για να διενεργηθούν από αυτό οι μειώσεις του φόρου που αναφέρονται παραπάνω, το ποσό αυτών ή η τυχόν ακάλυπτη διαφορά τους, δεν μεταφέρονται για να μειώσουν το φόρο που αντιστοιχεί στα λοιπά εισοδήματα του Βουλευτή.

Σημειώνεται ότι στη βεβαίωση αποδοχών που υποχρεούται να χορηγήσει το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής στον Βουλευτή, σύμφωνα με την παραγρ. 2 του άρθρου 70 του Ν.Δ. 3323/1955, θα αναγράφεται μεταξύ των άλλων στοιχείων, αν οι εκπτώσεις του άρθρου 8 διενεργήθηκαν από το τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται ή όχι.

3. Με τις διατάξεις της παραγρ. 2 του άρθρου 22 αυτού του νόμου στην παραγρ. 2 του άρθρου 5 του Ζ΄ ψηφίσματος του έτους 1975 προστέθηκε νέο εδάφιο.

Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι εάν κατά την οριστική εκκαθάριση του φόρου εισοδήματος που διενεργείται από το ειδικό λογιστήριο τους Βουλής στο τμήμα της Βουλευτικής αποζημίωσης που φορολογείται αυτοτελώς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο, προκύπτει διαφορά μεταξύ του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση την οριστική εκκαθάριση και του ποσού του φόρου που παρακρατήθηκε κατά την διάρκεια του οικείου έτους που καταβλήθηκε η Βουλευτική αποζημίωση, τότε η διαφορά φόρου βεβαιώνεται ή επιστρέφεται κατά περίπτωση, από το Ειδικό Λογιστήριο της Βουλής.

4. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 3 του άρθρου αυτού, τα παραπάνω αναφερόμενα ισχύουν για εισοδήματα που αποκτήθηκαν ή δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από 1/1/1992 και μετά.

5. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 4 του άρθρου 22 του νόμου αυτού, για να αρθούν ορισμένες αμφισβητήσεις που είχαν προκύψει κατά την εκκαθάριση του φόρου του οικον. έτους 1993 (χρήσης 1992), στην περίπτωση που ο φορολογούμενος Βουλευτής για δύο ή περισσότερες αιτίες έλαβε ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975, ορίσθηκε ρητά, για το οικον. έτος 1994 (χρήση 1993) και επόμενα, ότι στην περίπτωση που, από δύο ή περισσότερες αιτίες καταβάλλονται στον ίδιο δικαιούχο, μέσα στο οικείο έτος, χρηματικά ποσά που φορολογούνται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ζ΄ Ψηφίσματος του έτους 1975, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται στο άθροισμα αυτών των ποσών.

Σε αυτή την περίπτωση την οριστική εκκαθάριση του φόρου στο άθροισμα αυτών των χρηματικών ποσών διενεργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 5 του άρθρου 22 του κοινοποιούμενου νόμου, η Υπηρεσία η οποία στο οικείο έτος τελευταία κατέβαλε στο δικαιούχο τέτοιο ποσό και εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ζ΄ ψηφίσματος του έτους 1975.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του νόμου αυτού, τα αναφερόμενα στις παραγράφους 4 και 5 του ιδίου άρθρου, για τις οποίες αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο 5, ισχύουν για εισοδήματα που αποκτήθηκαν από τους δικαιούχους από 1 Ιανουαρίου 1993 και μετά.

Άρθρο 23
Ρυθμίσεις στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων

1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3843/1958 με την οποία προεβλέπετο ότι τα συνολικά κέρδη όλων των νομικών προσώπων του πιο πάνω νομοθετήματος φορολογούντο με συντελεστή 35%.

Με την ως άνω τροποποίηση αυξάνεται, από 35% σε 40%, ο συντελεστής φορολογίας μόνο: α) των ανωνύμων εταιριών, που οι ς τους είναι ανώνυμες, ΜΗ εισηγμένες στο χρηματιστήριο και αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών που αποβλέπουν στην ση οικονομικών ωφελημάτων. Ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή του αυξημένου συντελεστή (προκειμένου για ημεδαπές ΑΕ) από το νόμο ο χρόνος της λήξης της διαχειριστικής δηλαδή αν κατά το χρόνο αυτό, οι μετοχές της εταιρίας ανώνυμες ΜΗ εισηγμένες στο χρηματιστήριο, τα συνολικά κέρδη διαχειριστικής αυτής χρήσης θα φορολογηθούν με συντελεστή έστω και αν μέσα στη χρήση αυτή έγιναν οι μετοχές ανώνυμες ονομαστικές. Επίσης, με τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που κατά το χρόνο λήξης της διαχειριστικές περιόδου η ανώνυμη εταιρία έχει ονομαστικές και ανώνυμες μετοχές, μη ίνες στο χρηματιστήριο, ο συντελεστής 40% εφαρμόζεται μόνο μέρος των κερδών που αναλογεί στον αριθμό των ανωνύμων και περαιτέρω, για τον προσδιορισμό των κερδών αυτών επιμερίζονται τα συνολικά φορολογούμενα καθαρά κέρδη, ανάλογα με αριθμό των ονομαστικών και ανωνύμων μετοχών που προκύπτουν τηρούμενα βιβλία κατά τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.

Σημειώνεται ότι για τα λοιπά νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν.Δ. 3843/1958 (Συνεταιρισμοί, δημόσιες, δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρας ημεδαπά ή αλλοδαπά νομικά πρόσωπα) ο συντελεστής φορολογίας των καθαρών κερδών τους παρέμεινε στο 35%.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το εξής παράδειγμα.

Η ανώνυμη εταιρία "χ" πραγματοποίησε βάσει ισολογισμού καθαρά κέρδη 200.000.000 δρχ. κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.94 - 31.12.94, τα οποία με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, οικον. έτους 1995, αναμορφώθηκαν σε 230.000.000 δρχ. με την προσθήκη λογιστικών διαφορών 30.000.000 δρχ. Το καταβεβλημένο μετοχικό της κεφάλαιο κατά την 31.12.1994 ανέρχεται σε 100.000.000 δρχ. διαιρεμένο σε 1.000.000 μετοχές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, από τις οποίες 660.000 είναι ανώνυμες και οι υπόλοιπες 340.000 ονομαστικές, ονομαστικής αξίας 100 δρχ. η κάθε μία.

Με βάση τα δεδομένα αυτά ο οφειλόμενος φόρος εισοδήματος προσδιορίζεται ως εξής:

- Κέρδη βάσει ισολογισμού

200.000.000

- Πλέον Λογιστικές Διαφορές

30.000.000

Σύνολο Φορολογητέων Κερδών

230.000.000 δρχ.

- Φορολογητέα κέρδη που αναλογούν στις ονομαστικές μετοχές

230.000.000 Χ 340.000 / 1.000.000 =

78.200.000 δρχ

- Φορολογητέα κέρδη που αναλογούν στις ανώνυμες μετοχές

230.000.000 Χ 660.000 / 1.000.000 =

151.800.000 δρχ

- Οφειλόμενος φόρος εισοδήματος

- α. 78.200.000 Χ 35%

27.370.000 δρχ

- β. 151.800.000 Χ 40%

60.720.000 δρχ.

Σύνολο φόρου εισοδήματος

88.090.000 δρχ.

Με βάση τη περίπτωση ζ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ο αυξημένος συντελεστής φορολογίας 40% των ανωνύμων εταιριών, που έχουν μετοχές ανώνυμες ΜΗ εισηγμένες στο χρηματιστήριο, έχουν εφαρμογή για τα κέρδη αυτών που προκύπτουν από ισολογισμούς που κλείνουν με 30 Ιουνίου 1994 και μετά.

2. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παράγραφος 4 του άρθρου 8Α του Ν.Δ. 3843/1758, που αναφέρεται στον τρόπο φορολογίας των διανεμομένων ή κεφαλαιοποιουμένων αφορολόγητων αποθεματικών των νομικών προσώπων του ίδιου νομοθετήματος.

Με την τροποποίηση αυτή, τα ως άνω αποθεματικά φορολογούνται πλέον αυτοτελώς κατά το χρόνο που διανέμονται ή κεφαλαιοποιούνται από την ανώνυμη εταιρία, τον συνεταιρισμό ή την ΕΠΕ, κατά περίπτωση, ενώ με τις προϊσχύσασες διατάξεις επροστίθεντο στα φορολογητέα κέρδη του νομικού προσώπου και εφορολογούντο με βάση τις γενικές διατάξεις φορολογίας εισοδήματος μαζί με τα υπόλοιπα κέρδη με την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικείου οικον. έτους.

Ειδικότερα με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι, τα αφορολόγητα αποθεματικά, ανεξάρτητα από το χρόνο που σχηματίσθηκαν, εφόσον διανεμηθούν ή κεφαλοποιηθούν, φορολογούνται αυτοτελώς κατά το χρόνο της διανομής ή κεφαλοποίησης με το συντελεστή που ορίζεται από το άρθρο 10 του Ν. 3843/1958, δηλαδή με 40% προκειμένου για ανώνυμη εταιρία της οποίας οι μετοχές είναι ανώνυμες ΜΗ εισηγμένες στο χρηματιστήριο και με 35% στις άλλες περιπτώσεις (ανώνυμη εταιρία με ονομαστικές μετοχές ή μετοχές εισηγμένες στο χρηματιστήριο, ΕΠΕ, συνεταιρισμοί), αφού προηγουμένως το διανεμόμενο ή κεφαλοποιούμενο ποσό αναχθεί σε μικτό με την προσθήκη του αναλογούντος φόρου.

Σε περίπτωση που κατά το χρόνο λήψης της απόφασης από τη γενική συνέλευση των μετόχων για διανομή ή κεφαλαιοποίηση, το καταβεβλημένο ήδη μέχρι του χρόνου αυτού μετοχικό κεφάλαιο είναι διαιρεμένο και σε ανώνυμες και σε ονομαστικές μετοχές, ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, το μέρος του αφορολόγητου αποθεματικού που αντιστοιχεί στον αριθμό των (υφισταμένων) ανωνύμων μετοχών θα υπαχθεί σε φορολογία με 40% και το μέρος του αφορολόγητου αποθεματικού που αντιστοιχεί στον αριθμό των ονομαστικών μετοχών θα φορολογηθεί με συντελεστή 35%, κατ΄ αναλογία των όσων αναφέρθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο του άρθρου αυτού.

Σημειώνεται ότι, επειδή με βάση τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περ. α΄ του άρθρου 4 του Ν.Δ. 3843/1958, τα διανεμόμενα κέρδη λαμβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών που απομένει μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήματος, η διανομή ολόκληρου του ποσού που εμφανίζεται στο λογαριασμό 41.90 «Αποθεματικά από απαλασσόμενα της φορολογίας έσοδα» είναι αδύνατη. Μπορεί να διανεμηθεί μόνο μέχρι του ποσού που προκύπτει μετά την αφαίρεση από αυτό του αναλογούντος φόρου.

Με βάση τα πιο πάνω το ποσό του αφορολόγητου αποθεματικού που αποφασίζει η Γ.Σ. να διανέμει θεωρείται πάντα ότι είναι καθαρό (ελεύθερο φόρου) και γι΄ αυτό τον λόγο οι διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 8 Α επιβάλλουν την αναγωγή αυτού πρώτα σε μικτό ποσό με την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό ποσού φόρου και στη συνέχεια τη φορολόγηση του προκύπτοντος συνολικού ποσού. Περαιτέρω με τις διατάξεις του τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 4 προβλέπεται ότι, το νομικό πρόσωπο υποχρεούται, για την απόδοση του οφειλόμενου φόρου, να υποβάλλει δήλωση φορολογίας εισοδήματος του άρθρου11 του Ν.Δ. 3843/58 μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από αυτόν μέσα στον οποίο λαμβάνεται η απόφαση για τη διανομή ή κεφαλοποίηση των αποθεματικών. Ο φόρος που προκύπτει καταβάλλεται σε τρεις ίσες μηνιαίες δόσεις από τις οποίες η πρώτη ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιμη ημέρα των δύο επομένων, από την υποβολή της δήλωσης, μηνών.

Επειδή η πιο πάνω δήλωση φορολογίας εισοδήματος είναι δήλωση του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3843/58, θά έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 13 του ίδιου νομοθετήματος, σύμφωνα με τις οποίες, αν δεν καταβληθεί το 1/3 του οφειλόμενου φόρου ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης, αυτή θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα.

Επειδή οι υφιστάμενες δηλώσεις του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3843/58 (Φ.01.010, Φ.01.011, Φ.01.013) δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής, θα τυπωθεί νέο έντυπο. Μέχρι την εκτύπωση του νέου εντύπου, του οποίου ο τύπος και το περιεχόμενο θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, θα χρησιμοποιούνται τα πιο πάνω έντυπα δηλώσεων, ανάλογα με την νομική μορφή του νομικού προσώπου (ΆΕ, ΕΠΕ κ.λ.π.).

Με την καταβολή του πιο πάνω φόρου από το νομικό πρόσωπο εξαντλείται, κατά ρητή διατύπωση του νόμου, η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα διανεμόμενα ή κεφαλαιοποιούμενα αφορολόγητα αποθεματικά.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 8Α, όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιριών και οργανισμών, σε περίπτωση που πιστώνουν το κεντρικό κατάστημα στην αλλοδαπή ή όταν αναλαμβάνουν ή εξάγουν στο εξωτερικό κέρδη ή αποθεματικά που δεν έχουν φορολογηθεί στη χώρα μας στο όνομα του υποκαταστήματος, ανεξάρτητα του χρόνου σχηματισμού τους, με εξαίρεση βέβαια το συντελεστή φορολογίας, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση είναι 40% με βάση τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3843/1958, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με την παραγρ. 1 του άρθρου 23 του κοινοποιούμενου νόμου. Η δήλωση για την απόδοση του οφειλόμενου φόρου υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου μήνα από αυτόν εντός του οποίου γίνεται η πίστωση ή η ανάλειψη ή η εξαγωγή στο εξωτερικό των κερδών ή αποθεματικών και ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Αντίθετα, με βάση τις διατάξεις του έκτου εδαφίου της παραγρ. 4 του άρθρου 8Α, τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τα ακόλουθα αποθεματικά που κεφαλαιοποιούνται:

α. Τα αποθεματικά αναπτυξιακών νόμων (Ν. 3213/1955, Ν.Δ. 2901/1954, Ν.Δ. 4002/1959, Α.Ν. 1471/1967, Ν.Δ. 1078/1971, Ν.Δ. 1313/1972, Ν.Δ. 331/1974, Ν. 289/1976, Ν. 849/1978, Ν. 1116/1981, Ν. 1262/1982 κ.λ.π.), που έχουν σχηματισθεί από ανώνυμες εταιρίες, των οποίων οι μετοχές είναι ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ στο χρηματιστήριο, εφόσον η κεφαλαιοποίηση τους γίνεται με βάση τις διατάξεις των παραγρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 101 του Ν. 1892/1990, οι οποίες προβλέπουν την αυτοτελή φορολόγηση των με συντελεστή φόρου 5% (1040321/10238/ ΠΟΛ. 1093/1992 ερμηνευτική εγκύκλιος του Ν. 1892/1990).

Τα αποθεματικά της προηγούμενης περίπτωσης, που έχουν σχηματισθεί από ανώνυμες εταιρίες με μετοχές ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, καθώς και από εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, εφόσον αυτά κεφαλαιοποιούνται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1473/1984 και της παραγρ. 7 του άρθρου 101 του Ν. 1892/1990, ήτοι με αυτοτελή φορολόγηση 10% και ισόποση πραγματική αύξηση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου, κατά περίπτωση (Ε. 1290/ΠΟΛ. 19/1985, 1040321/ ΠΟΛ. 1093/1992 ερμηνευτικές εγκύκλιοι των νόμων 1473/1984 και 1892/1990).

Επίσης, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, δεν έχουν εφαρμογή επί των ειδικών αφορολογήτων αποθεματικών επενδύσεων που σχηματίσθηκαν κατά περίπτωση, με τις διατάξεις της Ε. 2665/1988 απόφασης, που κυρώθηκε με το Ν. 1839/1989, του άρθρου 22 του Ν. 1828/1989 και του άρθρου 11 του Ν. 1882/1990, καθόσον από τις διατάξεις των νόμων αυτών ρητά προβλέπεται η κεφαλαιοποίηση των αποθεματικών αυτών μετά την παρέλευση τριετίας από το χρόνο σχηματισμού τους, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση καταβολής φόρου εισοδήματος.

Τα αποθεματικά που έχει σχηματίσει ανώνυμη εταιρία, είτε από την υπεραξία μετοχών που προέρχεται από απόσχιση κλάδου της ή από συγχώνευση εταιριών στις οποίες συμμετέχει, είτε από την αύξηση της αξίας των συμμετοχών της εταιρίας ή από διανομή μετοχών με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 148/67, του Ν. 542/1977 του Ν. 1249/82, του Ν. 1839/1989 και του Ν. 2065/1992 κατόπιν κεφάλαιοποιήσεως της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή παγίων περιουσιακών στοιχείων θυγατρικής εταιρίας ή άλλης εταιρίας στην οποία συμμετέχει, που μπορούν να κεφαλαιοποιηθούν, σύμφωνα με την παραγρ. 8 του άρθρου 101 του Ν. 1892/1990, με σκοπό διανομής νέων μετοχών στους μετόχους αυτών.

β. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προβλέπεται ότι τυχόν αφορολόγητα αποθεματικά (π.χ. από τόκους καταθέσεων, από τόκους εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, από υπεραξία πώλησης ακινήτων κ.τ.λ.) που είχαν σχηματίσει οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης μέχρι το χρόνο έναρξης ισχύος (30.6.1992) του ν. 2065/92, με εξαίρεση τα αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί με βάση τις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων (π.χ. Α.Ν. 147/67, Ν.Δ. 1078/71, Ν. 1116/81, Ν. 1262/82 κ.τ.λ.), δεν υπόκεινται σε φορολογία σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης αυτών.

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των δύο πρώτων εδαφίων της παραγράφου 5 του άρθρου 8Α του Ν.Δ. 3843/1958 (η διατύπωση τους δεν άλλαξε με τον κοινοποιούμενο νόμο), ο πιο πάνω τρόπος φορολογίας των διανεμομένων ή κεφαλαιοποιουμένων αφορολόγητων αποθεματικών εφαρμόζεται ανάλογα και στην περίπτωση που διανέμονται ή κεφαλαιοπιούνται αποθεματικά που έχουν σχηματισθεί από εισοδήματα τα οποία τα οποία έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, όπως για παράδειγμα, τόκοι καταθέσεων επί των οποίων έχει παρακρατηθεί φόρος 10% ή 15%, τόκοι από πράξεις REPO ή REVERSE REPO που έχουν φορολογηθεί με 15%, υπεραξία από πώληση αυτοκινήτου ως εμπορευσίμου στοιχείου κ.λ.π., που θα πρέπει να εμφανίζονται, σύμφωνα με την αριθ. 1044770/ ΠΟΛ. 1117/1993 Α.Υ.Ο., στο δευτεροβάθμιο λογαριασμό 41.91 "Αποθεματικά από έσοδα φορολογηθέντα κατά ειδικό τρόπο". Επομένως, το ποσό (καθαρό) που διανεμόμενου ή κεφαλαιοποιούμενου αποθεματικού θα ανάγεται (με συντελεστή 35% ή 40%) σε μικτό ποσό και στη συνέχεια, το προκύπτον ποσό θα υπόκειται σε φορολογία με συντελεστή 35% ή 40%, κατά περίπτωση. Από τον -προκύπτοντα, σύμφωνα με τα πιο πάνω, φόρο θα αφαιρείται το μέρος του παρακρατηθέντος φόρου (10%, 15% κ.λ.π.) που αναλογεί στο μικτό ποσό του διανεμόμενου ή κεφαλαιοποιούμενου αποθεματικού.

Το προκύπτον υπόλοιπο ποσό φόρου αποδίδεται στο Δημόσιο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Ν. 2214/1994 για τα αποθεματικά που, κατά περίπτωση, κεφαλαιοποιούνται ή διανέμονται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, δηλαδή από 11 Μαΐου 1994 και μετά.

3. Με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το τέταρτο εδάφιο της παραγρ. 5 του άρθρου 8Α του Ν.Δ. 3843/1958. Με τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι όσα αναφέρθηκαν στην προηγουμένη παράγραφο για τη φορολογία των διανεμομένων ή κεφαλαιοποιουμένων αποθεματικών που προέρχονται από εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο, εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση που τα εγκατεστημένα στη χώρα μας υποκαταστήματα αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισμών εξάγουν στην αλλοδαπή τα πιο πάνω εισοδήματα ή αναλαμβάνουν αυτά ή πιστώνουν με αυτά το ευρισκόμενο στην αλλοδαπή κεντρικό κατάστημα.

4. Με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού προστέθηκε μετά το πέμπτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3843/1958 νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο, το δικαίωμα αφαίρεσης της επιχειρηματικής αμοιβής από τα καθαρά κέρδη της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης εξακολουθεί να ισχύει και στην περίπτωση που η αρχική δήλωση του νομικού προσώπου υποβάλλεται εκπρόθεσμα, αλλά μόνο μέχρι 30 ημέρες από τη λήξη της νόμιμης προθεσμίας υποβολής της δήλωσης, ενώ με βάση της προϊσχύσασες διατάξεις επιτρέπετο μόνο με την εμπρόθεσμη υποβολή της αρχικής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της ΕΠΕ.

Με βάση τα πιο πάνω, επιχειρηματική αμοιβή θα υπολογίζεται αν η αρχική δήλωση φορολογίας εισοδήματος της ΕΠΕ υποβάλλεται μέχρι και την 14 Ιουνίου, όταν ο ισολογισμός της κλείνει με 31 Δεκεμβρίου και μέχρι 15 Δεκεμβρίου, όταν ο ισολογισμός της κλείνει με 30 Ιουνίου.

Διευκρινίζεται ότι η αφαίρεση επιχειρηματικής αμοιβής με την υποβολή εκπρόθεσμης - μέχρι 30 ημέρες - αρχικής δήλωσης δεν αναστέλλει την επιβολή των προβλεπόμενων από τις διατάξεις του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/55 κυρώσεων (πρόσθετου φόρου), καθόσον η δήλωση εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται ως εκπρόθεσμη.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περίπτ. ε΄ του άρθρου 66 του Ν. 2214/1994, για τα εισοδήματα του οικον. έτους 1994 και επομένων. Κατά συνέπεια, οι ΕΠΕ που έχουν υποβάλλει τη δήλωση οικον. έτους 1994 στο χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ της 17 Μαΐου 1994 μέχρι και 14 Ιουνίου 1994 (Η 15η Μαΐου ήταν Κυριακή) δικαιούνται να αφαιρέσουν από τα κέρδη της χρήσης 1993 την προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3843/1958 επιχειρηματική αμοιβή.

5. Λόγω της μεταβολής που αναφαίρεται στην προηγούμενη παράγραφο, τροποποιήθηκαν, με την παρ. 5 του άρθρου 23 του Ν. 2214/1994, οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν.Δ. 3843/1958, σχετικά με τον τρόπο επιλογής της εταιρίας από την οποία θα τύχει ο διαχειριστής - εταίρος ΕΠΕ επιχειρηματικής αμοιβής, σε περίπτωση που αυτός συμμετέχει και σε άλλη ΕΠΕ ή σε προσωπική εταιρία ως ομόρρυθμο μέλος. Έτσι, ενώ με τις προϊσχύσασες διατάξεις η επιλογή αυτή γινόταν με την αρχική εμπρόθεσμη δήλωση φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου, με βάση τις νέες διατάξεις προβλέπεται ότι μπορεί να γίνει και με την αρχική δήλωση που υποβάλλεται εκπρόθεσμα, μέχρι όμως 30 ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης, η οποία και δεν ανακαλείται. Η ισχύς των ανωτέρω αρχίζει, σύμφωνα με την περίπτ. ε΄ του άρθρου 66 του Ν. 2214/1994, από τα εισοδήματα του οικον. έτους 1994.

6. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παραγρ. 2 του άρθρου 13 του Ν.Δ. 3843/58. Με τις νέες διατάξεις καθιερώνεται εκ νέου η καταργηθείσα με τις διατάξεις του Ν. 2065/92 χορήγηση έκπτωσης σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής του συνολικού ποσού που βεβαιώνεται (κύριος φόρος, προκαταβολή φόρου εισοδ/τος, συμπληρωματικός φόρος, τέλη χαρτοσήμου κ.λ.π.) και το οποίο προκύπτει με βάση την δήλωση του νομικού προσώπου, η οποία υποβάλλεται εμπρόθεσμα. Το ποσοστό έκπτωσης ορίζεται σε πέντε τοις εκατό (5%) και ισχύει για τα εισοδήματα του οικον. έτους 1995 και επομένων.

7. Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού αυξήθηκε από 35% σε 40%, ο προβλεπόμενος, από τις διατάξεις της παραγρ. 2 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 3843/1958, συντελεστής του φόρου που παρακρατείται στους τόκους που καταβάλλονται σε αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, τα οποία δεν έχουν μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα μας. Τονίζεται ότι, σε περίπτωση που μεταξύ της Ελλάδος και της χώρας, της οποίας είναι κάτοικος ο αλλοδαπός οργανισμός ή επιχείρηση, υπάρχει διμερής σύμβαση για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, κατισχύουν τα οριζόμενα από τη σύμβαση.

Ο πιο πάνω αυξημένος συντελεστής ισχύει για τους τόκους που πιστώνονται ή καταβάλλονται στην αλλοδαπή από τη δημοσίευση του Ν. 2214/1994 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11.5.1994 και μετά.

8. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού αυξήθηκαν οι προβλεπόμενοι από την παράγραφο 5 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 3843/1958 συντελεστές παρακράτησης φόρου στα ποσά τα οποία καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισμούς, που αναλαμβάνουν την εργοληπτική κατασκευή τεχνικών έργων στην Ελλάδα, ως εξής:

α. Από τρία και μισό τοις εκατό (3,50%) σε τέσσερα τοις εκατό (4%) στη συνολική ακαθάριστη αξία έργων του Δημοσίου, Δήμων και Κοινοτήτων, δημοσίων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, οργανισμών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου γενικά, ανεξάρτητα αν τα έργα αυτά εκτελούνται με υλικά του εργολήπτη ή όχι.

β. Από τέσσερα και είκοσι τοις εκατό (4,20%) σε τέσσερα και ογδόντα τοις εκατό (4,80%), στη συνολική ακαθάριστη αξία των ιδιωτικών έργων, γενικά.

γ. Από οκτώ και εβδομήντα πέντε τοις εκατό (8,75%) σε δέκα τοις εκατό (10%), στη συνολική ακαθάριστη αξία των έργων χωρίς την αξία των υλικών για έργα της προηγούμενης περίπτωσης (ιδιωτικά τεχνικά έργα) για τα οποία ο εργολήπτης ΔΕΝ χρησιμοποιεί δικά του υλικά. Οι ανωτέρω αυξημένοι συντελεστές ισχύουν για τα ποσά που καταβάλλονται από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 11 Μαΐου 1994 και μετά, ανεξάρτητα από το χρόνο δημοπράτησης ή ανάθεσης του έργου. Κατά τα λοιπά, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι οδηγίες που έχουν δοθεί με τις αριθ. Ε.1290/ΠΟΛ. 19/1985, Ε.12898/ΠΟΛ 301/1986, 11129/ ΠΟΛ. 1042/1993 ερμηνευτικές εγκυκλίους των νόμων 1473/84, 1563/85 και 2065/1992.

9. Όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/55, οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο με συντελεστή 35% (με την οποία επέρχεται εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης για τα εισοδήματα αυτά), για τα ακόλουθα εισοδήματα που καταβάλουν στους δικαιούχους, με την προϋπόθεση ότι αυτά βαρύνουν τα αποτελέσματα τους (έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα) και όχι από τη διάθεση των προκυπτόντων κερδών τους:

α. Στις αμοιβές και αποζημιώσεις μελών Δ.Σ. που βαρύνουν την ίδια την ανώνυμη εταιρία, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 24 του Κ.Ν. 2190/20.

β. Στους τόκους που καταβάλλουν στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων τους.

γ. Στους τόκους που καταβάλλουν στους κατόχους προνομιούχων μετοχών.

δ. Στα ποσά που καταβάλλουν στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων κατά την εξαγορά τους.

ε. Στις παροχές σε χρήμα ή σε είδος και γενικά στις παροχές που μπορούν να αποτιμηθούν χρηματικά, οι οποίες γίνονται χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση προς διευθύνοντες ή εντεταλμένους συμβούλους ή προέδρους ή μέλη του Δ.Σ. ή Διευθυντές και γενικά σε πρόσωπα που εκπροσωπούν νόμιμα την ανώνυμη εταιρία.

Ήδη, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου αυτού προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/1955, με βάση τα οποία ο συντελεστής παρακράτησης φόρου στα πιο πάνω εισοδήματα ορίζεται σε 40% όταν τα εισοδήματα αυτά προέρχονται από ανώνυμη εταιρία της οποίας οι μετοχές ανώνυμες ΜΗ εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Περαιτέρω, αν η ανώνυμη εταιρία έχει μετοχές ονομαστικές και ανώνυμες ο αυξημένος συντελεστής 40% θα εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των ανωνύμων μετοχών που υπάρχουν κατά την έναρξη της διαχειριστικής περιόδου, μέσα στην οποία καταβάλλονται τα ποσά είναι ίσος ή μεγαλύτερος από το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνόλου των μετοχών. Διευκρινίζεται ότι για τους μισθούς που καταβάλλει η ανώνυμη εταιρία στα μέλη του Δ.Σ. αυτής λόγω παροχής εξαρτημένης εργασίας, εξακολουθεί να ισχύει ο συντελεστής παρακράτησης Φόρου 35% (άρθρο 37α Ν.Δ. 3323/55), όταν οι μισθοί αυτοί χαρακτηρίζονται ως εισόδημα από εμπορικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα αν οι μετοχές της Α.Ε. είναι ανώνυμες ή ονομαστικές μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Ο πιο πάνω αυξημένος συντελεστής παρακράτησης φόρου ισχύει, σύμφωνα με την περιπτ. η΄ του άρθρου 66Γ του Ν. 2214/1994, για τα ποσά που καταβάλλονται (ή πιστώνονται) από 1 Μαΐου 1994 και μετά.

10. Με τις διατάξεις της παραγράφου 10 του Φεβρουαρίου επαναδιατυπώθηκε η παράγραφος 7 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3843/1958 που αναφέρεται στο συμψηφισμό αρνητικού στοιχείου εισοδήματος (ζημίας) στα κέρδη του νομικού προσώπου για λόγους προσαρμογής προς τις διατάξεις του Ν.Δ. 3323/55.

11. Με τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου προστέθηκε στο τέλος της περίπτ. α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3843/1958 νέο εδάφιο, βάσει του οποίου με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να μεταφέρεται ειδικά για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες η ημερομηνία λήξης της υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για τρεις ημέρες, δηλαδή μέχρι την 18η μέρα του πέμπτου μήνα από την ημερομηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου και να κατανέμονται μέσα στις ημέρες αυτές, οι υπόχρεοι με βάση την αλφαβητική σειρά της επωνυμίας ή του τίτλου τους. Βάσει των νέων αυτών διατάξεων εκδόθηκε η αριθ. 1053265/10432/ΠΟΛ. 1111/1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης αυτής οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες που υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 12 του Ν.Δ. 3843/58, να υποβάλουν τη δήλωση τους στις Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, Φ.Α.Ε. Πειραιά και Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, θα υποβάλουν αυτή μέσα στις ακόλουθες προθεσμίες κάθε έτους ανάλογα με το πρώτο γράμμα της Ελληνικής αλφαβήτου της επωνυμίας ή του τίτλου τους ως εξής:

α. Μέχρι την 15 Μαΐου, οι ανώνυμες εταιρίες που η επωνυμία ή ο τίτλος τους αρχίζει από τα γράμματα Α έως και Δ.

β. Μέχρι την 16 Μαΐου, οι ανώνυμες εταιρίες που η επωνυμία ή ο τίτλος τους αρχίζει από τα γράμματα Ε έως και Κ.

γ. Μέχρι την 17 Μαΐου, οι ανώνυμες εταιρίες που η επωνυμία ή ο τίτλος τους αρχίζει από τα -γράμματα Λ έως και Π.

δ. Μέχρι την 18 Μαΐου, οι ανώνυμες εταιρίες που η επωνυμία ή ο τίτλος τους αρχίζει από τα γράμματα Ρ έως και Ω.

Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση προβλέπεται ότι αν η επωνυμία ή ο τίτλος της ανώνυμης είναι ξενόγλωσσος, ως κριτήριο γα την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης λαμβάνεται το γράμμα της Ελληνικής αλφαβήτου με το οποίο αρχίζει η προφορά της ξένης επωνυμίας ή τίτλου. Έτσι, αν για παράδειγμα, ο τίτλος της εταιρίας είναι "XIFIAS" (Ελληνική προφορά ξιφίας) η εταιρεία υποχρεούται να υποβάλει τη δήλωση της στις 17 Μαΐου και όχι στις 18 Μαΐου. Επίσης, προβλέπεται ότι, σε περίπτωση που η ημέρα στην οποία μία από τις προαναφερθείσες προθεσμίες είναι εξαιρέσιμη ή αργία για τις δημόσιες υπηρεσίες, τότε η προθεσμία αυτή μεταφέρεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα και οι τυχόν επόμενες αυτής μεταφέρονται διαδοχικά στις κατά σειρά αντίστοιχες επόμενες εργάσιμες ημέρες.

Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες που αρμόδιοι για την παραλαβή της δήλωσης τους είναι Προϊστάμενοι άλλης Δ.Ο.Υ. πλην Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών, Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, Φ.Α.Ε. Πειραιά και Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, καθώς και για όλες τις ανώνυμες εταιρίες, ανεξάρτητα από την έδρα τους, που κλείνουν ισολογισμό σε χρόνο διαφορετικό της 31 Δεκεμβρίου.

12. Με τις διατάξεις της παραγράφου 12 αυτού του άρθρου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 11 του Ν.Δ. 3843/58. Με την αντικατάσταση αυτή δεν επέρχεται καμιά τροποποίηση στη φορολογία εισοδήματος νομικών προσώπων, αλλά απλώς διορθώνεται η εσφαλμένη παραπομπή στις διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1955 που υπήρχε προηγουμένως.

13. Με τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε η παράγραφος 5 του άρθρου 42 (μεταβατικές διατάξεις) του Ν. 2065/92, που εφαρμόζεται επί διανομής ή κεφαλαιοποίησης φορολογηθέντων στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας κερδών, τα οποία προέκυψαν από ισολογισμούς διαχειριστικών χρήσεων που έληξαν την 31 Δεκεμβρίου 1991 και μόνο. Με τα την τροποποίηση αυτή προβλέπεται πλέον ρητά ότι στην πιο πάνω περίπτωση έχει εφαρμογή και η παραγρ. 3 του άρθρου 15 του Ν.Δ. 3843/58, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση με τον Ν. 2065/92, και επομένως, από τον παρακρατούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγρ. 1 του άρθρου 42 του Ν. 2065/1992, φόρο μερισμάτων αφαιρείται ο φόρος που έχει καταβληθεί από το νομικό πρόσωπο για τα πιο πάνω κεφαλαιοποιούμενα ή διανεμόμενα κέρδη.

14. Με τις διατάξεις της παραγράφου 14 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 του Ν. 1969/1991, αναφορικά με τη φορολογική αντιμετώπιση των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 1969/91 προβλέπονται τα εξής:

α. Με την παράγραφο 1 προβλέπεται η απαλλαγή των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου από κάθε φόρο και κατά συνέπεια και από το φόρο εισοδήματος. Με τις προϊσχύσασες διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16 του Ν. 1969/1991, όπως είχαν τεθεί με την παραγρ. 14 του άρθρου 14 του Ν. 2166/1993, η πιο πάνω απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος καταλάμβανε και όλα τα διανεμόμενα από την εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου μερίσματα, ενώ με τις νέες διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 16 του Ν. 1969/1991 προβλέπεται η υπαγωγή σε φορολογία μέρους των διανεμομένων εισοδημάτων, όπως αναλυτικά αναφαίρετοι στη συνέχεια.

β. Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 προβλέπεται η παρακράτηση φόρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα από το άρθρο 21 του Ν. 1921/1991 και το άρθρο 29 του Ν.Δ. 3323/1955 από αυτόν που καταβάλλει τόκους στην εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου, όπως και με τις προϊσχύσασες διατάξεις, που είχαν τεθεί με την παραγρ. 14 του άρθρου 14 του Ν. 2166/1993. Επομένως, οι τόκοι που αποκτούν οι εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου από τόκους καταθέσεων ή από εξωχρηματιστηριακές πράξεις επαναγοράς εντόκων γραμματίων ή ομολόγων του δημοσίου (RΕΡΟ) υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με 15%, Αν όμως οι τόκοι προέρχονται από ομολογιακά δάνεια επιχειρήσεων ή από την αλλοδαπή (από οποιαδήποτε αιτία), αυτοί υπόκεινται σε παρακράτηση με 20%· Με την παρακράτηση του φόρου επί των τόκων εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση τόσο των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου όσο και των δικαιούχων (μετόχων) στους οποίους διανέμονται στη συνέχεια,, όπως ακριβώς προεβλέπετο και με τις προϊσχύσασες διατάξεις·

γ. Με την νέα παράγραφο 3 του άρθρου 16 του Ν. 1969/1991 προβλέπεται ότι τα μερίσματα που εισπράττουν οι μέτοχοι των Ε.Ε.Χ. απαλλάσσονται του φόρου εισοδήματος, με εξαίρεση το μέρος των διανεμομένων μερισμάτων που προέρχεται από

αα) εισοδήματα της εταιρίας που απαλλάσσονται της φορολογίας (τόκοι εντόκων γραμματίων ή ομολογιών του δημοσίου κ.λ.π.)

ββ) κέρδη από την πώληση χρεογράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης και

γγ) από εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, (μερίσματα από την αλλοδαπή, κέρδη από αμοιβαία κεφάλαια αλλοδαπής, προέλευσης από την πώληση τίτλων αλλοδαπής κτλ) εξαιρουμένων των τόκων για τους οποίους προβλέπεται, σύμφωνα με τα πιο πάνω, παρακράτηση 20% κατά την είσπραξη τους.

Στα πιο πάνω εισοδήματα που εμπεριέχονται στα διανεμόμενα μερίσματα, η Ε.Ε.Χ. υποχρεούται να προβαίνει σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% και με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των μετόχων, φυσικά ή νομικών προσώπων ημεδαπών και αλλοδαπών. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 1969/1991 ορίζεται ότι, για να προσδιορισθεί το ποσό των διανεμόμενων μερισμάτων, που υπόκεινται, σύμφωνα με τα πιο πάνω σε παρακράτηση φόρου, επιμερίζεται το συνολικό ποσό των διανεμομένων μερισμάτων ανάλογα με το συνολικό ύψος των εσόδων της εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου, που προέρχονται από εισοδήματα τα οποία απαλλάσσονται της φορολογίας, από κέρδη από την πώληση χρεογράφων και από τίτλους αλλοδαπής προέλευσης και τα υπόλοιπα ακαθάριστα έσοδα της εταιρίας (μερίσματα από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, τόκοι για τους οποίους έχει παρακρατηθεί φόρος με 15% ή 20% κ.τ.λ.).

Η παρακράτηση του φόρου 15% ενεργείται από την Ε.Ε.Χ. κατά το χρόνο έγκρισης της διανομής των μερισμάτων από τη γενική συνέλευση των μετόχων, σύμφωνα με την περίπτ.·στ΄ της παραγρ. 4 άρθρου 2 του Ν.Δ. 3323/55 (προστέθηκε με την παραγρ. 2 του 19 του Ν. 2214/94) και περαιτέρω, αποδίδεται στο Δημόσιο, εφάπαξ, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα, σύμφωνα με την παραγρ. 6 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/55.

Κατά την αποβολή της δήλωσης απόδοσης του παρακρατηθέντος φόρου προβλέπεται από το προτελευταίο εδάφιο της παραγρ. 3 η αφαίρεση του μέρους του φόρου που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή και το οποίο αναλογεί στα εισοδήματα της αλλοδαπής που διανέμονται. Το ποσό του εκπιπτόμενου αυτού φόρου δεν μπορεί, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο, να υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει με την εφαρμογή του συντελεστή 15%.

Για την καλύτερη κατανόηση των ανωτέρω παραθέτουμε το εξής παράδειγμα:

Η Εταιρία Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου "Χ" πραγματοποίησε κατά τη διαχειριστική περίοδο 1.1.94/31.12.94 ακαθάριστα έσοδα 600.000.000 δρχ., τα οποία αναλύονται ως εξής: Τόκοι καταθέσεων 50.000.000 στους οποίους έχει παρακρατηθεί φόρος 7.500.000 δρχ. τόκοι από έντοκα γραμμάτια του Δημοσίου 140.000.000 δρχ., υπεραξία από πώληση χρεωγράφων 300.000.000 δρχ., μερίσματα από ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες 30.000.000 δρχ. και εισοδήματα από τίτλους αλλοδαπής προέλευσης 60.000.000 δρχ. για τα οποία έχει καταβληθεί στην αλλοδαπή φόρος εισοδήματος 20.000.000 δρχ. Τα καθαρά κέρδη βάσει ισολογισμού ανέρχονται σε 400.000.000 δρχ. από τα οποία διανέμονται ως μερίσματα 300.000.000 δρχ. Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, ο φόρος που θα αποδοθεί στο Δημόσιο υπολογίζεται ως εξής:

Ι. ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΑ ΑΠΟ: ΑΦΟΡΟΛ. ΕΣΟΔΑ - ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΑΠΟ ΠΩΛΗΣΗ ΧΡΕΩΓΡΑΦΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ.

300.000.000 Χ (140.000.000 + 300.000.000 + 60.000.000)

= 250.000.000 δρχ.

600.000.000

ΙΙ. ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ΦΟΡΟΣ

250.000.000 Χ 15% - 37.500.000 δρχ.

ΙΙΙ. ΔΙΑΝΕΜΟΜΕΝΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ

250.000.000 Χ 60.000.000

= 30.000.000 δρχ. ήτοι 50% των 60.000.000 δρχ.

500.000.000

V. ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΟΣ ΦΟΡΟΣ

37.500.000 - 4.500.000 (30.000.000 Χ 15%) - 33.000.000 δρχ.

Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 16 του Ν. 1969/1991, δεν αφαιρέθηκε το 50% του καταβληθέντος στην αλλοδαπή φόρου δηλ. 10.000.000 (20.000.000 Χ 50%) γιατί το εκπιπτόμενο ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει με την εφαρμογή του συντελεστή 15%..

Επειδή ένα μέρος των μερισμάτων που διανέμουν οι Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου φορολογείται, σύμφωνα με τα πιο πάνω με παρακράτηση φόρου 15% με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων (φυσικών ή νομικών προσώπων) και ένα άλλο μέρος απαλλάσσεται της φορολογίας, οι Ε.Ε.Χ. υποχρεούνται στις βεβαιώσεις που χορηγούν να εμφανίζουν αυτά διακεκριμένα και να αναγράφουν και το ποσό του παρακρατηθέντος φόρου 15% που αναλογεί στο μέρος των μερισμάτων που φορολογήθηκαν με τον ειδικό τρόπο κατά τη διανομή.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περίπτ. θ΄ του άρθρου 66 για τα εισοδήματα που αποκτούν οι Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου από την 1.1.1994 και μετά.

15. Με τις διατάξεις της παραγράφου 15 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το άρθρο 48 του Ν. 1969/1991.

Με τις νέες διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται και για τα Αμοιβαία Κεφάλαια η ίδια φορολογική μεταχείριση που αναφέρθηκε ανωτέρω για τις Εταιρίες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου για τα εισοδήματα που αποκτούν, τα οποία είναι τα ίδια με των εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακείου. Επομένως και στην περίπτωση των Αμοιβαίων Κεφαλαίων για το διανεμόμενο ποσό κερδών στους μεριδιούχους που προέρχεται από εισοδήματα απαλλασσόμενα της φορολογίας, από κέρδη από την πώληση χρεωγράφων σε τιμή ανώτερη της τιμής κτήσης των, από εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης, υπάρχει υποχρέωση παρακράτηση φόρου με συντελεστή 15% και εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης των δικαιούχων. Στην προκειμένη περίπτωση, αρμόδιος για την παρακράτηση και απόδοση του φόρου 15% στο μέρος των διανεμομένων κερδών που υπόκεινται σε φορολογία είναι η Α.Ε. Διαχειρίσεως.

Η παρακράτηση του φόρου 15% ενεργείται γ-να τα κέρδη από ημεδαπά αμοιβαία κεφάλαια, σύμφωνα με τις διατάξεις της περιπτ. ζ΄ της παραγρ. 4 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/55, κατά το χρόνο έγκρισης τους από την Α.Ε. Διαχειρίσεως και η απόδοση του φόρου στο Δημόσιο γίνεται σύμφωνα με τη διάταξη της παραγρ. 6 του άρθρου 29 του Ν.Δ. 3323/55, εφάπαξ, μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του επόμενου από την παρακράτηση μήνα.

Κατά την υποβολή της δήλωσης απόδοσης του φόρου που παρακρατήθηκε προβλέπεται η αφαίρεση του μέρους του φόρου που αποδεδειγμένα καταβλήθηκε στο εξωτερικό και το οποίο αναλογεί στα διανεμόμενα εισοδήματα της αλλοδαπής προέλευσης. Το ποσό του εκπιπτόμενου φόρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει με την εφαρμογή του συντελεστή 15%.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με την περιπτ. θ΄ του άρθρου 66, για εισοδήματα που αποκτούν τα αμοιβαία κεφάλαια από 1 Ιανουαρίου 1994 και μετά.

Άρθρο 29
Πρόσθετοι φόροι

1. Με το άρθρο 29 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το άρθρο 67 του Ν.Δ. 3323/1955, που αναφέρεται στην επιβολή πρόσθετων φόρων. Με τις νέες διατάξεις, μεταβάλλεται η κατ΄ ενιαίο τρόπο επιβολή πρόσθετων φόρων όπως ίσχυε με τις προισχύσασες διατάξεις και οι διοικητικές κυρώσεις επιβάλλονται με αντικειμενικό τρόπο και αναλόγως του είδους κάθε παράβασης.

Ο πρόσθετος φόρος που επιβάλλεται με τις νέες διατάξεις είναι ανάλογος του φόρου που ο υπόχρεος αποφεύγει λόγω υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης, υποβολής ανακριβούς δήλωσης και για μη υποβολή δήλωσης.

Σημειώνεται ότι ο οφειλόμενος φόρος επί του οποίου επιβάλλεται το ποσοστό του πρόσθετου φόρου είναι ο κύριος και ο συμπληρωματικός φόρος. Σε περίπτωση όμως που υπάρχει προκαταβολή φόρου προηγούμενου έτους ή -παρακρατηθείς φόρος, τότε το ποσοστό του πρόσθετου φόρου υπολογίζεται επί του υπολοίπου ποσού που μένει μετά την αφαίρεση των πιο πάνω ποσών φόρων.

2. Ειδικότερα τη νέα παράγραφο 1 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης, πρόσθετος φόρος που ορίζεται σε 2,5% επί του φόρου που προκύπτει από τη δήλωση αυτή, για κάθε μήνα καθυστέρησης υποβολής της και χωρίς κανένα περιορισμό·

Διευκρινίζεται ότι φόρος που οφείλεται με βάση τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος, επί του οποίου επιβάλλεται ο πρόσθετος φόρος σε περίπτωση εκπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης, είναι ο φόρος που απομένει μετά την αφαίρεση του παρακρατηθέντος και του προκαταβληθέντος φόρου (σχετ. Ε.18373/ΠΟΛ 457/1955 και Α30792/1960 διαταγές Υπ. Οικονομικών).

3. Με τη νέα παράγραφο 2 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955 ορίζεται ότι σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς δήλωσης, οι υπόχρεοι υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που υπολογίζεται σε ποσοστό επί του φόρου, την πληρωμή του οποίου θα απέφευγε ο υπόχρεος λόγω της ανακρίβειας ως ακολούθως:

α) Επί διαφοράς φόρου μέχρι ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

β) Για το πέραν του ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δραχμών ποσό, ο πρόσθετος φόρος ορίζεται σε ποσοστό εκατόν πενήντα τοις εκατό (150%).

Συνεπώς, αν σε υποβληθείσα ανακριβή δήλωση προκύψει διαφορά φόρου π.χ. 1.200.000 δρχ. ο πρόσθετος φόρος θα υπολογισθεί ως εξής:

Για διαφορά φόρου 1.000.000 Χ 100% = πρόσθετος φόρος

1.000.000 δρχ

Για διαφορά φόρου 200.000 Χ 150% = πρόσθετος φόρος

300.000 δρχ

Σύνολο πρόσθετου φόρου

1.300.000ορ δρχ

Περαιτέρω διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ τ παραγράφου 1 του άρθρου 65 του κοινοποιούμενου νόμου καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 820/1978, όπως τροποποιήθηκε το άρθρο 18 του Ν. 1828/1979 και το άρθρο 6 του Ν. 1882/1990, που αναφέρονται στην ελλιπή δήλωση.

Η κατάργηση των διατάξεων του άρθρου 32 του Ν. 820/197 σύμφωνα με την περίπτωση ιστ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύει από τις 11-5-1994 ημερομηνία δημοσίευσης αυτού τ νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

4. Με τη νέα παράγραφο 3 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι, σε περίπτωση μη υποβολές δήλωσης, οι υπόχρεοι υπόκεινται σε πρόσθετο φόρο που υπολογίζεσαι σε ποσοστό 200%, επί του φόρου που καταλογίζεται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., τον οποίο απέφυγε ο υπόχρεος λόγω μη υποβολής της δήλωσης.

5. Με τη νέα παράγραφο 4 του άρθρου 67 του κοινοποιούμε νου νόμου ορίζεται ότι, τα ποσοστά των πρόσθετων φόρων που υπολογίζονται για υποβολή εκπρόθεσμης δήλωσης, για υποβολή ανακριβούς δήλωσης και για μη υποβολή δήλωσης, που προβλέπονται από τις παραγράφους 1, 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αν πρόκειται για υπόχρεους σε παρακράτηση και απόδοση φόρων, διπλασιάζονται. Στην περίπτωση αυτή απαγορεύεται η επίρριψη με οποιοδήποτε τρόπο του πρόσθετου φόρου αυτής της κατηγορίας, από αυτόν που είναι υποχρεωμένος να παρακρατήσει το φόρο, στο φορολογούμενο ο οποίος βαρύνεται με τον παρακρατηθέντα φόρο.

6. Με τη νέα παράγραφο 5 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι, οι πρόσθετοι φόροι που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτού του άρθρου, επιβάλλονται χωρίς να εξετάζεται η ύπαρξη δόλου ή αμέλειας ή αν ο υπόχρεος παρερμήνευσε τις σχετικές διατάξεις.

7. Οι νέες παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, που είναι όμοιες ως προς το περιεχόμενο και ταυτόριθμες με τις προϊσχύσασες, αναφέρονται στο αλληλέγγυο της ευθύνης που έχουν για την καταβολή των πρόσθετων φόρων τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση υποβολής δήλωσης στις περιπτώσεις σχολάζουσας κληρονομίας, για τους ανηλίκους, και σε περίπτωση θανάτου του φορολογουμένου κτλ. σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου ιι του Ν.Δ. 3323/1955, καθώς και τον καθορισμό του εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται ο πρόσθετος φόρος.

8. Με τη νέα παράγραφο 8 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1995, επαναλαμβάνονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου Ν. 2065/1992, με τις οποίες αντιμετωπίζεται το θέμα που με την υποβολή συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας ει . προσδιορισμού του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση ύστερα από έγγραφη πρόσκληση των αρμόδιων φορολογικών αρχών. Οι προσκλήσεις αυτές στάλθηκαν στους ιδιοκτήτες οικοδομών προκειμένου να προβούν στον προσδιορισμό του τεκμαρτού εισοδήματος από ιδιοκατοίκηση με βάση το εμβαδόν της οικοδομής που αναγράφεται στους μετρητές της Δ.Ε.Η., σε συνδυασμό με την εφαρμογή του συστήματος εξεύρεσης της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου σύμφωνα με την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία.

Στις περιπτώσεις που ο φορολογούμενος αποδέχεται το ποσό τεκμαρτού εισοδήματος, που προκύπτει με την εφαρμογή των παραπάνω αναφερθέντων, δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από τις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 67. Ομοίως δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα που προβλέπονται από το άρθρο 73, καθώς και οι κυρώσεις του άρθρου 73α του Ν.Δ. 3323/1955 (Βλ. 1107130/6850/0009Α/ ΠΟΛ. 1232/17-11-92 διαταγή Υπ. Οικονομικών). Περαιτέρω σημειώνεται ότι οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 63 του Ν. 2065/1992, σύμφωνα με την περίπτωση ε της παραγράφου 1 του άρθρου 65 και σε συνδυασμό με την ιστ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου καταργούνται από 11-5-1994, ημερομηνία δημοσιεύσεως αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

9. Με την νέα παράγραφο 9 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι στην περίπτωση που επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς, ο πρόσθετος φόρος που επιβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 67, για υποβολή ανακριβούς δήλωσης, περιορίζεται στο ένα τρίτο (1/3) αυτού. Ομοίως περιορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) αυτού, σε περίπτωση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, ο πρόσθετος φόρος που επιβάλλεται σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 67, για μη υποβολή δήλωσης ή προκειμένου για υπόχρεους σε παρακράτηση φόρου.

10. Σύμφωνα με την περίπτωση ι΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, εκτός της παραγράφου 4, όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 29 του κοινοποιούμενου νόμου, αρχίζει από του οικονομικού έτους 1995, για εισοδήματα που αποκτώνται από 1η Ιανουαρίου 1994 και μετά.

11. Η ισχύς των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 67 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως αυτή αντικαθίσταται με το άρθρο 29 του κοινοποιούμενου νόμου, σύμφωνα με την περίπτωση ια΄ του άρθρου 66 του ίδιου νόμου, αρχίζει από 1η Ιουλίου 1994, για φόρους που παρακρατούνται από τους υπόχρεους από την ημερομηνία αυτή και μετά.

Άρθρο 30
Άλλα πρόστιμα

1. Με το άρθρο 30 του κοινοποιούμενου νόμου αντικαθίσταται το άρθρο 73 του Ν.Δ. 3323/1955, το οποίο αφορά τα πρόστιμα που επιβάλλονται σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο.

Με τις νέες διατάξεις τα επιβαλλόμενα πρόστιμα είναι γενικά συνάρτηση του φόρου που προκύπτει κάθε φορά, πλην όμως και στις περιπτώσεις που δεν προκύπτει φόρος, επιβάλλεται το ελάχιστο οριζόμενο πρόστιμο.

2. Με τη νέα παράγραφο 1 του άρθρου 73 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι, τα πρόσωπα που παραβαίνουν τις διατάξεις των άρθρων 5, 11, 12, 14, 16α, 29, 30, 44, 50, 50α, 69 παράγραφοι 7 και 8, 70, 71 και 72 υπόκεινται για κάθε παράβαση σε πρόστιμο που ορίζεται σε ποσοστό 10% επί του φόρου που προκύπτει κάθε φορά, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 60.000 δραχμών και μεγαλύτερο των 300.000 δραχμών. Σε περίπτωση που από την διαπιστωθείσα παράλειψη συμμορφώσεως του φορολογουμένου στις ανωτέρω διατάξεις δεν προκύπτει ποσό οφειλομένου φόρου, επιβάλλεται το ελάχιστο πρόστιμο των 60.000 δραχμών.

Με την αναφορά στην παράγραφο 1 του άρθρου 73 του Ν.Δ. 3323/1955 και των άρθρων 11, 44 και 50, επιπλέον εκείνων που αναφέρονταν στις προϊσχύσασες διατάξεις του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, αντιμετωπίζεται το θέμα της επιβολής προστίμου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα και στις περιπτώσεις μη συμμόρφωσης των υποχρέων με τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στις διατάξεις αυτών των άρθρων.

Περαιτέρω διευκρινίζεται άτι οι υπόχρεοι που παρακρατούν φόρο για ελευθέρια επαγγέλματα, εμπορικές επιχειρήσεις κτλ. και έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση, υπόκεινται και αυτοί για κάθε παράβαση στο πρόστιμο του άρθρου 73 του Ν.Δ. 3323/1955, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 37α, 48 κτλ. του ίδιου νομοθετικού διατάγματος και της παραγράφου 1 του άρθρου 70 του Ν.Δ. 3323/1955.

3. Σχετικά με την επιβολή του ελάχιστου ποσού προστίμου των 60.000 δραχμών, στις περιπτώσεις που δεν προκύπτει φόρος λόγω μη συμμόρφωσης των υπόχρεων προς τις αναφερόμενες διατάξεις του Ν.Δ. 3323/1.955, διευκρινίζεται ότι, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του κοινοκοιούμενου νόμου, το ελάχιστο ποσό προστίμου επιβάλλεται και στις περιπτώσεις που δεν προκύπτει φόρος, εφόσον η τήρηση των υποχρεώσεων αυτών από τους φορολογουμένους, είναι αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος είτε του συναλλαγέντων μετ΄ αυτού τρίτων διαδικασία γενικώς,

Συνεπώς, στις περιπτώσεις επηρεάζεται το φορολογητέο ελεγκτική διαδικασία, δεν επιβάλλεται το ελάχιστο ποσό προστίμου (π.χ. υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης από μισθωρό, για τέκνο που δεν είχε συμπεριληφθεί στην αρχική δήλωση, προκειμένου να πάρει πιστοποιητικό για σίτιση του τέκνου σε φοιτητική εστία ή υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης με εισόδημα απαλλασσόμενο από το φόρο ή φορολογούμενο με ειδικό τρόπο ή με χρηματικό ποσό που προέρχεται από διάθεση περιουσιακού στοιχείου για κάλυψη τεκμαρτής δαπάνης ή υποβολή συμπληρωματικής δήλωσης με έξοδα ιατρικής περίθαλψης κτλ.) .

4. Με τη νέα παράγραφο 2 του άρθρου 73 του Ν.Δ. 3323/1955, ορίζεται ότι τα πρόστιμα που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 73 επιβάλλονται με το οικείο φύλλο ελέγχου ή με ιδιαίτερη πράξη προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κατά περίπτωση.

Σε περίπτωση που επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς, το πρόστιμο που επιβλήθηκε μειούται στο ένα τρίτο (1/3") αυτού,

5. Οι διατάξεις αυτού του άρθρου, σύμφωνα με την περίπτωση ιβ΄ του άρθρου 66 του κοινοποιούμενου νόμου, ισχύουν για υποθέσεις οικον. έτους 1994 και μετά.


Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16

Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm
Περισσότερες πληροφορίες. Ok