13 | 11 | 2019

Ετήσια ¶δεια από 9/2/04

ΘΕΜΑ. Η ΕΤΗΣΙΑ ΑΔΕΙΑ ΤΩΝ ΜΙΣΘΩΤΩΝ - ΚΑΝΟΝΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟ ΕΤΟΣ

(i) υποχρέωση χορήγησης κανονικής αδείας με αποδοχές μέχρι την προθεσμία λήξης του εργασιακού έτους - και όχι μέχρι 31.12 - με τον νέο εργασιακό νόμο 3227/9.2.2004.

(ii) υποχρεωτικός έλεγχος για κάθε μισθωτό που προσλήφθηκε πριν την 1.1.2004 για να διαπιστωθεί αν έχει χορηγηθεί η άδεια που αναλογεί στο εργασιακό έτος 2003- 2004.

1. Συμπλήρωση συνεχούς δωδεκάμηνης απασχόλησης (βασικός χρόνος) ως προϋπόθεση για το δικαίωμα λήψης της πρώτης κανονικής αδείας με αποδοχές.

 

1. Συμπλήρωση συνεχούς δωδεκάμηνης απασχόλησης (βασικός χρόνος) ως προϋπόθεση για το δικαίωμα λήψης της πρώτης κανονικής αδείας με αποδοχές.

Με τον ΑΝ 539/1945 – όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν.1346/1983 – έπρεπε ο εργαζόμενος να έχει συμπληρώσει συνεχή απασχόληση 12 μηνών στον ίδιο εργοδότη προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα λήψης αδείας για κάθε ημερολογιακό έτος. Επομένως η χορήγηση της κανονικής αδείας ήταν συνδεδεμένη με το ημερολογιακό έτος – ετήσια κανονική άδεια – και κατά το έτος πρόσληψης ο εργαζόμενος δεν ελάμβανε άδεια με αποδοχές δεδομένου ότι δεν μπορούσε να συμπληρώσει τον βασικό χρόνο αναμονής (12 μήνες) -εκτός αν αποχωρούσε ή καταγγέλλονταν η σύμβαση του, οπότε ελάμβανε την αναλογούσα άδεια και το επίδομα αδείας αποζημιώσεως.

2. Μείωση του βασικού χρόνου αναμονής για την λήψη της πρώτης κανονικής αδείας με αποδοχές από δώδεκα (12) σε δέκα (10) μήνες συνεχούς απασχόλησης.

Με το άρθρο 5 της από 15.4.2002 ΕΓΣΣΕ ορίστηκε ότι η «διάρκεια της σχέσης εργασίας (βασικός χρόνος) που απαιτείται για την γένεση της αξίωσης για την χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές , μειώνεται από δώδεκα σε δέκα μήνες». Ο αριθμός των ημερών αδείας που δικαιούται ο εργαζόμενος παραμένει όπως προβλέπεται από τον ΑΝ 539/1945 όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.1346/1983.

Επομένως ένας εργαζόμενος που από 1.1.2002 και μετά συμπλήρωνε δεκάμηνη συνεχή υπηρεσία σε κάποιο εργοδότη, θεμελίωνε δικαίωμα λήψης της πρώτης άδειας του με αποδοχές. Όποιος εργαζόμενος είχε προσληφθεί από 1.3.2001 & μετά, μπορούσε αντίστοιχα από 1ης Ιανουαρίου 2002 - και εφόσον συμπλήρωνε δεκάμηνη υπηρεσία εντός του έτους 2002 - να απαιτήσει την λήψη της πρώτης του αδείας με αποδοχές. Την επόμενη άδεια του ο εργαζόμενος θα μπορούσε να την αξιώσει εντός του επομένου ημερολογιακού έτους, δηλαδή από 1ης Ιανουαρίου 2003 & μετά.

3. Κατάργηση βασικού χρόνου αναμονής και λήψη ποσοστού της ετήσιας κανονικής αδείας με αποδοχές από το πρώτο ημερολογιακό έτος πρόσληψης -τμηματική χορήγηση αδείας που αναλογεί στο έτος πρόσληψης.

Με μεταγενέστερη ρύθμιση του άρθρου 6 του Ν.3144/2003 τροποποιείται από 8.5.2003 το άρθρο 2 παρ.1 του ΑΝ 539/1945 και παύει πια να απαιτείται η συμπλήρωση βασικού χρόνου συνεχούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη προκειμένου οι εργαζόμενοι να θεμελιώσουν δικαίωμα λήψης της πρώτης αδείας με αποδοχές. Επομένως όλοι οι εργαζόμενοι που θα προσληφθούν και θα αρχίσουν να διανύουν το πρώτο έτος της εργασιακής τους σχέσης, δικαιούνται να λάβουν την πρώτη τους άδεια με αποδοχές – χωρίς να χρειάζεται να αναμένουν την συμπλήρωση οποιουδήποτε βασικού χρόνου – εντός του πρώτου ημερολογιακού έτους πρόσληψης τους.

Αν π.χ. κάποιος εργαζόμενος είχε προσληφθεί πριν τις 8.5.2003 και μέχρι τότε δεν είχε συμπληρώσει δεκάμηνο βασικό χρόνο , μπορούσε από 8.5.2003 να αξιώσει την λήψη κανονικής αδείας με αποδοχές για το ημερολογιακό έτος 2003. Η πρώτη άδεια επομένως θα εδίδετο τμηματικά.

 

ΝΕΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ Ν.3227/2004 – ΙΣΧΥΣ ΑΠΟ 9.2.2004

Με τον νέο εργασιακό νόμο συνδέεται το δικαίωμα λήψης της κανονικής αδείας ξεχωριστά για κάθε εργαζόμενο με το εργασιακό έτος αντί του ημερολογιακού που ίσχυε μέχρι 8.2.2004. Το εργασιακό έτος απασχόλησης αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψης και λήγει με την συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών από την πρόσληψη.

Παράδειγμα:

Έστω ότι ένας εργαζόμενος προσλήφθηκε στις 30.4.2003. Επομένως το πρώτο εργασιακό του έτος λήγει στις 29.4.2004. Αυτός ο εργαζόμενος έπρεπε να έχει λάβει την πρώτη του άδεια με αποδοχές το αργότερο μέχρι 29.4.2004. Η άδεια αυτή ανήκει στο εργασιακό έτος 2003-2004. Την υποχρέωση χορήγησης της αδείας αυτής και του επιδόματος αδείας μέχρι την λήξη του εργασιακού έτους στις 29.4.2004 (και όχι μέχρι 31.12.2004) έχει ο εργοδότης- ακόμη και αν δεν ζητηθεί από τον εργαζόμενο. Διαφορετικά ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος και οφείλει αποδοχές αδείας αυξημένες κατά 100%.

Την δεύτερη άδεια του ο μισθωτός την δικαιούται από 30.4.2004 έως 29.4.2005 .Η άδεια αυτή ανήκει στο δεύτερο εργασιακό έτος 2004-2005.

Ο ΑΝ 539/1945, όπως ισχύει σήμερα, έχει ως εξής:

 

ΑΝ 539/1945

Περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών

 

ΑΡΘΡΟΝ 1

 

1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται υπέρ των αντί μισθού απασχολουμένων εις επιχειρήσεις ή εργασίας, ασκουμένας επί κέρδει, βιομηχανικής, βιοτεχνικής και εμπορικής φύσεως, διενεργείας μεταφορών ή φορτοεκφορτώσεων, ασχέτως της μορφής ή του χαρακτήρος (δημοσίου ή ιδιωτικού) της οργανώσεως των ως και εις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εις νοσηλευτικά ή άλλα ιδρύματα ή οργανισμούς, ή οιαδήποτε άλλα έργα διεξαγόμενα δια λογαριασμόν ιδιωτών, νομικών προσώπων, οργανισμών δημοσίου δικαίου ή του Δημοσίου, εις σωματεία, συνεταιρισμούς, θεάματα και λέσχας.

2. Δια Διαταγμάτων, προκαλουμένων υπό του Υπουργού Εργασίας, μετά σύμφωνον γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας, δύναται να ορισθή ότι οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν και υπέρ των προσώπων, των αντί μισθού απασχολουμένων εις τας ναυτιλιακάς, τας αλιευτικάς, τας γεωργικάς, κτηνοτροφικάς ή δασικάς επιχειρήσεις ως και υπέρ του οικόσιτου υπηρετικού ή άλλου προσωπικού και να εξασφαλισθή ειδικώτερον ή υπέρ αυτών εφαρμογή του.

3. Δεν υπόκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος:

α) Τα πρόσωπα τα απασχολούμενα εις επιχειρήσεις, εργασίας ασκουμένας επί κέρδει κλπ. της παραγρ. 1, εις τας οποίας απασχολούνται μόνον τα μέλη της οικογενείας του εργοδότου, και

β) Τα πρόσωπα, τα αντί μισθού απασχολούμενα εις δημοσίας ή δημοσίου χαρακτήρα υπηρεσίας ή εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, εφ' όσον οι σχετικοί κανονισμοί δίδουν εις αυτά δικαίωμα εις ετησίαν άδειαν μετ' αποδοχών, διαρκείας τουλάχιστον ίσης προς εκείνην της αδείας της προβλεπομένης υπό του παρόντος Νόμου.

4. Εν τοις επομένοις οι όροι

α) Υπόχρεη επιχείρησις,

β) εργοδότης,

γ) μισθωτός, σημαίνουν αντιστοίχως, χάριν συντομίας:

α) Τας επιχειρήσεις, εργασίας ασκουμένας επί κέρδει κλπ. της παραγρ. 1.

β) Τον κύριον, διευθυντήν, εντεταλμένον ή επιτετραμένον «υπόχρεης» επιχειρήσεως.

γ) Υπάλληλον, τεχνίτην, εργάτην, μαθητευόμενον ή υπηρέτην, αντί μισθού απασχολουμένου εις «υπόχρεην» επιχείρησιν.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΗΜΕΡΩΝ ΑΔΕΙΑΣ

ΑΡΘΡΟΝ 2

 

1. Ο μισθωτοί δικαιούνται για κάθε έτος απασχόλησης (εργασιακό έτος), σε υπόχρεη επιχείρηση, άδεια με αποδοχές εικοσιτεσσάρων (24) εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, είκοσι (20) εργάσιμων ήμερων, χωρίς να υπολογίζεται σ’ αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται λόγω του εφαρμοζομένου συστήματος εργασίας. Το εργασιακό έτος αρχίζει από την ημερομηνία πρόσληψης του μισθωτού και λήγει με τη συμπλήρωση δώδεκα (12) μηνών από την πρόσληψη.

Ή άδεια αυτή αυξάνει κατά μία εργάσιμη ήμερα για κάθε εργασιακό έτος πέραν του πρώτου μέχρι τις είκοσι έξι (26) εργάσιμες ήμερες, και για τους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις είκοσι δύο (22) εργάσιμες ημέρες.

 

¶δεια με διαλείπουσα απασχόληση

 

2. Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε εργασιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο τής αδείας που προβλέπεται από αυτόν το νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από τη λήψη της άδειας του προηγουμένου έτους, μέχρι την ήμερα έναρξης της άδειας.

Για την εφαρμογή του προηγουμένου εδαφίου, ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ήμερες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου άδειας, πού υπερβαίνει τη μισή ήμερα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ήμερα.

3. Δεν περιλαμβάνονται εις την ετησίαν άδειαν μετ’ αποδοχών:

α) Αι επίσημοι ή κατ’ έθιμον εορτάσιμοι ημέραι και

β) Αι διακοπαί εργασίας, οι οφειλόμενες εις ασθένειαν.

4. Τα ανώτατα όρια διαρκείας της αδείας μετ’ αποδοχών, τα καθοριζόμενα εις την παραγρ. 2 του παρόντος άρθρου εις 26, 16, 18 και 12 εργασίμους ημέρας περιορίζονται αντιστοίχως μέχρι του τέλους του έτους 1946 εις 21, 13, 15 και 10 εργασίμους ημέρας.

5. (Καταργήθηκε με το άρθρο 30 § 7 Ν.1346/83)

 

Αποχή από την εργασία

 

6. Δια τον υπολογισμόν του, περί ου ανωτέρω, χρόνου απασχολήσεως, τα διαστήματα, καθ' ά ο μισθωτός απέσχεν ή απέχει της απασχολήσεως του παρά τη υποχρέω επιχειρήσει, λόγω βραχείας σχετικώς διαρκείας ασθενείας, στρατεύσεως, απεργίας, ανταπεργίας ή ανωτέρας βίας, δεν θεωρούνται ως χρόνος μη απασχολήσεως, ουδέ συμψηφίζονται προς τας ημέρας αδείας ων ούτοι δικαιούνται.

7. Τυχόν ευμενέστεροι όροι χορηγήσεως αδειών εις μισθωτούς, περιεχόμενοι εις συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς ή άλλας διατάξεις, δεν θίγονται υπό του παρόντος.

8. Δια διατάγματος προκαλουμένου υπό του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας, θέλουσιν ορισθή οι προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειων εις τους μισθωτούς των εποχιακώς λειτουργουσών υποχρέων επιχειρήσεων του άρθρου 1 παραγρ. 1 του παρόντος νόμου.

 

 

ΑΠΟΔΟΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ Ο ΜΙΣΘΩΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΑΡΘΡΟΝ 3

 

1. Κατά την διάρκειαν της άδειας ο μισθωτός δικαιούται των συνήθων αποδοχών, ων θα εδικαιούτο εάν απησχολείτο παρά τη «υποχρέω» επιχειρήσει κατά τον αντίστοιχον χρόνον ή των αποδοχών των τυχόν δια την περίπτωσιν ταύτην καθωρισμένων δια συλλογικής συμβάσεως.

 

Αποδοχές αδείας των αμειβομένων κατ' αποκοπήν

 

2. Δια τον κατ' αποκοπήν ή κατ' άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών αμειβόμενον μισθωτόν, αι αποδοχαί ων δικαιούται κατά την διάρκειαν της αδείας του, εξευρίσκονται, πολλαπλασιαζόμενων των κατά μέσον όρον από της λήξεως της αδείας του προηγουμένου έτους ή προκειμένου περί αδείας χορηγούμενης το πρώτον, από της προσλήψεως, μέχρι της ενάρξεως της αδείας, ημερησίων αποδοχών του, επί τον αριθμόν των εργασίμων ήμερων, αι οποίαι περιλαμβάνονται εις την χορηγηθείσαν αυτώ άδειαν.

3. Εν τη έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και αι παντός είδους πρόσθετοι ή συμπληρωματικοί τακτικοί παροχαί (αντίτιμον τροφής, επιδόματα κλπ.).

 

Αποδοχές αδείας των αμειβομένων με ποσοστά εις βάρος των πελατών

 

4. Δια τους μισθωτούς, τους αμειβόμενους επί ποσοστοίς, εις βάρος των πελατών των επιχειρήσεων, ο τρόπος προσδιορισμού και καταβολής εις αυτούς των αποδοχών, ών δικαιούνται κατά τον χρόνον της αδείας, θέλει ορισθή δια Διατάγματος προκαλουμένου υπό του Υπουργού Εργασίας, μετά γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας.

5. Δια Δ/τος προκαλουμένου παρά του Υπουργού Εργασίας μετά γνώμην του Συμβουλίου Εργασίας δύναται να συσταθή υπό τύπον αυτοτελούς λογαριασμού παρά τω Ιδρύματι των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή παρά τη Εργατική Εστία ή άλλω ασφαλιστικώ Οργανισμώ ή εις ίδιον Νομικών πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου «Κεφάλαιον υπέρ των αδειούχων μισθωτών» αποβλέπον εις την καταβολήν εις τους εις άδειαν μισθωτούς είτε του όλου ή μέρους των αποδοχών, ων θα δικαιούνται ούτοι κατά τον χρόνον της αδείας των δι' αντιστοίχου απαλλαγής του οικείου εργοδότου, είτε προσθέτου επιδόματος άδειας, ουδέποτε ανωτέρου του τρίτου των προαναφερομένων αποδοχών είτε και εις αμφότερους τους εν λόγω σκοπούς.

6. Εις περίπτωσιν καθ' ην ήθελεν ορισθή, ότι το όλον των αποδοχών εις τους εις άδειαν μισθωτούς θα καταβάλληται υπό του «Κεφαλαίου υπέρ των αδειούχων μισθωτών» η δωδεκάμηνος συνεχής απασχόλησις του άρθρου 2 παραγρ. 1 δεν είναι απαραίτητον να είχε διανυθή παρά τω αυτώ εργοδότη.

7. Δια Διαταγμάτων προκαλουμένων υπό του 'Υπουργείου 'Εργασίας, θέλουσιν ορισθή τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως και τρόπου λειτουργίας και εκπληρώσεως των σκοπών του «Κεφαλαίου υπέρ των αδειούχων μισθωτών», οι πόροι αυτού εξ εισφορών των εργοδοτών και τα της επ' αυτού ασκήσεως υπό του Υπουργού Εργασίας της πολιτειακής εποπτείας και του διαχειριστικού έλεγχου.

 

Πότε καταβάλλονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας

 

8. Αι αποδοχαί μετά του επιδόματος αδείας, προκαταβάλλονται εις τον μισθωτόν κατά την έναρξιν της άδειας.

 

ΧΡΟΝΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΑΡΘΡΟΝ 4

 

1. Ή χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορήγηση την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως.

Πάντως το ήμισυ τουλάχιστον των κατ' έτος εν εκάστη επιχειρήσει δικαιουμένων αδείας δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30 Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος.

Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν έστω και εάν δεν εζητήθη αύτη υπό του μισθωτού.

2. Επί πάσης διαφοράς, αφορώσης τον αριθμόν και την σειράν των δικαιουμένων αδείας μισθωτών, την διάρκειαν της εις έκαστον τούτων χορηγητέας άδειας, και την χρονικήν περίοδον χορηγήσεως ταύτης, αποφαίνονται τριμελείς Επιτροπαί εκ του Επιθεωρητού ή Επόπτου Εργασίας και όπου δεν υφίστανται τοιούτοι, εξ ενός δημοσίου υπαλλήλου, εκ του οικείου εργοδότου ή του αντιπροσώπου του και εξ ενός αντιπροσώπου του προσωπικού της επιχειρήσεως ή της τοπικής γενικωτέρας ή σοβαρωτέρας επαγγελματικής οργανώσεως εργατών ή υπαλλήλων, αναλόγως.

Τας Επιτροπάς ταύτας συνιστούν ο Υπουργός Εργασίας, οι Γενικοί Διοικηταί και οι Νομάρχαι, επί τη αιτήσει των ενδιαφερομένων.

 

Βιβλίο αδειών

 

3. Δια να διευκολύνεται η πραγματική εφαρμογή του παρόντος νόμου, έκαστος εργοδότης οφείλει να εγγράφη εις ειδικόν βιβλίον, τηρούμενον κατά τας υποδείξεις του Υπουργού Εργασίας:

α) την ημερομηνίαν εισόδου εις την υπηρεσίαν του των παρ’ αυτώ απασχολουμένων μισθωτών και την χρονικήν διάρκειαν της αδείας, της όποιας έκαστος τούτων δικαιούται.

β) Τας χρονολογίας κατά τας οποίας εχορηγήθη εις έκαστον τούτων η άδεια και

γ) Τας αποδοχάς, αι οποίαι κατεβλήθησαν εις έκαστον μισθωτόν, δια τον χρόνον της χορηγηθείσης εις αυτόν αδείας.

Το εν λόγω βιβλίον δέον να είναι εις την διάθεσιν των Επιθεωρητών και Εποπτών Εργασίας και των αρμοδίων Αστυνομικών οργάνων, των ασκούντων την εποπτείαν και τον έλεγχον της εφαρμογής του παρόντος.

 

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΜΗ ΧΟΡΗΓΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

ΑΡΘΡΟΝ 5

 

1. Πασά συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψιν του εις άδειαν δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτησιν τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και εάν προβλέπη την καταβολήν εις αυτόν επηυξημένης αποζημιώσεως, θεωρείται ανύπαρκτος.

Επιφυλασσομένων των διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, εργοδότης αρνούμενος την χορήγησιν εις μισθωτών αυτού της νομίμου κατ' έτος άδειάς του, υποχρεούται όπως άμα τη λήξει του έτους, καθ' ο δικαιούται άδειας ο μισθωτός και μετά προηγουμένην διαπίστωσιν της παραλείψεως ταύτης υπό οργάνου του Υπουργείου Εργασίας, καταβάλη εις αυτόν τας αντιστοίχους αποδοχάς των ήμερων άδειας, ηύξημένας κατά 100%.

 

Απαγόρευση απασχολήσεως κατά την διάρκεια της αδείας

 

2. Εις πάντα μισθωτόν, αναλαμβάνοντα έμμισθον απασχόλησιν κατά την διάρκειαν της ετησίας αδείας του, ο απασχολήσας τούτον εργοδότης δικαιούται να μη καταβάλλη αμοιβήν δια το αντίστοιχον χρονικόν διάστημα.

3. (Καταργήθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 4020/59)

4. Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο η λήξης της εποχιακής απασχόλησης προτού συμπληρωθεί δωδεκάμηνο στη σχέση εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται από τον εργοδότη τους δύο (2) ημερομίσθια, για κάθε μήνα απασχόλησης τους, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλομένη σ' αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο.

Για απασχόληση μικρότερη από ένα μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα για την εφαρμογή των προηγουμένων εδαφίων, προκειμένου για μισθωτούς που παρέχουν εργασία εκ περιτροπής ή διαλείπουσα, ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ήμερες απασχόλησης.

5. Αν λυθεί ή σχέση εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις όποιες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια.

 

Απαγόρευση της καταγγελίας κατά την διάρκεια της άδειας

 

6. Απαγορεύεται εις τον εργοδότην ν’ απολύση τον μισθωτόν, διαρκούσης της χορηγηθείσης εις τούτον αδείας.

7. Αι παραβάσεις των ορισμών του παρόντος νόμου εκδικάζονται, επί τη εγκλήσει των εποπτευόντων την εφαρμογήν του δημοσίων οργάνων ή παντός έχοντος συμφέρον, κατά τας διατάξεις του Ν. Διατάγματος της 25 Νοεμβρίου 1923 «περί άμεσου εκδικάσεως πλημμελημάτων τινών έπ' αυτοφώρω» και τιμωρούνται κατά το άρθρον 3 του Νόμου ΓΠΛΔ΄ «περί υγιεινής και ασφαλείας των εργατών και περί ωρών εργασίας» ως ετροποποιήθη δια του Νόμου 2943 του 1923, του ποσού της εν αυτώ οριζόμενης χρηματικής ποινής δεκαπλασιαζομένης.

 

ΑΡΘΡΟΝ 6

 

1. Από της 1ης Ιανουαρίου 1946 το άρθρον 18 του Ν. 3502 του 1923 «περί χρονικών ορίων εις τα καταστήματα» καταργείται.

2. Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται είκοσιν ημέρας μετά την δημοσίευσίν του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

ΠΙΝΑΚΕΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ ΑΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΑΔΕΙΑΣ

(Σύμφωνα με τους νόμους 3144/03 και 3227/04)

 

Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες

 

Επιχειρήσεις με σύστημα 5 εργασίμων ημερών

 

Αποδοχές αδείας

Επίδομα αδείας

Συνεχής υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη

Ημέρες αδείας εργάσιμες

μισθός

ημερομ. εργατών

μισθός

ημερομ. εργατών

Εντός των πρώτων 12 μηνών από την πρόσληψη

20

24/25

24

½ μισθ.

13

Εντός του δευτέρου 12μήνου

21

1 μισθός

25

½ μισθ.

13

Εντός του τρίτου δωδεκαμήνου καθώς και για κάθε επόμενο δωδεκάμηνο

22

1 μισθός

26

½ μισθ.

13

 

Επιχειρήσεις με σύστημα 6 εργασίμων ημερών

 

 

Αποδοχές αδείας

Επίδομα αδείας

 

 

Έτη συνεχούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη

Ημέρες αδείας εργάσιμες

μισθός

ημερομ. εργατών

μισθός

ημερομ. εργατών

Εντός των πρώτων 12 μηνών από την πρόσληψη

24

24/25

24

½ μισθ.

13

Εντός του δευτέρου 12μήνου

25

1 μισθός

25

½ μισθ.

13

Εντός του τρίτου δωδεκαμήνου καθώς και για κάθε επόμενο δωδεκάμηνο

26

1 μισθός

26

½ μισθ.

13

 

Υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες με συνολική προϋπηρεσία 10 ετών και άνω στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών και άνω σε οποιοδήποτε εργοδότη:

 

Επιχειρήσεις με σύστημα 5 εργασίμων ημερών

 

 

Αποδοχές αδείας

Επίδομα αδείας

 

 

Έτη συνεχούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη

Ημέρες αδείας εργάσιμες

μισθός

ημερομ. εργατών

μισθός

ημερομ. εργατών

10 έτη συμπλ. ή 1 έτος συμπλ. για όσους ήδη συμπληρώσουν 12 έτη σε διαφ. εργοδότες

25

1 μισθός συν τόσα ημερομίσθια (=μισθός/25) όσες εργάσιμες ημέρες αδείας αφορούν τον επόμενο μήνα

30

½ μισθ.

13

 

 

Επιχειρήσεις με σύστημα 6 εργασίμων ημερών

 

 

Αποδοχές αδείας

Επίδομα αδείας

 

 

Έτη συνεχούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη

Ημέρες αδείας εργάσιμες

μισθός

ημερομ. εργατών

μισθός

ημερομ. εργατών

10 έτη συμπλ. ή 1 έτος συμπλ. για όσους ήδη συμπληρώσουν 12 έτη σε διαφ. εργοδότες

30

1 μισθός συν τόσα ημερομίσθια (=(1/12)χ(140/25)χ24) όσες εργάσιμες ημέρες αδείας αφορούν τον επόμενο μήνα

30

½ μισθ.

13

 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Με βάση το άρθρο 3 του Ν.4504/1966 οι μισθωτοί εκτός των αποδοχών αδείας, δικαιούνται και επίδομα αδείας. Το επίδομα αδείας δεν υπερβαίνει το ½ του μισθού για τους υπαλλήλους και τα 13 ημερομίσθια για τους εργατοτεχνίτες - ημερομίσθιους. Το επίδομα αδείας και η άδεια καταβάλλονται στο ακέραιο στον μισθωτό κατά την έναρξη της άδειάς του, απαγορευόμενης οποιασδήποτε κατάτμησης.

Σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορήγησε την άδεια που δικαιούται ο μισθωτός μέχρι τη λήξη του εργασιακού έτους, υποχρεώνεται να καταβάλει τις αποδοχές του ένα μήνα που εργάσθηκε και τις αποδοχές αδείας. Οι αποδοχές αδείας καταβάλλονται διπλές (προσαύξηση 100%) όταν υπάρχει πταίσμα του εργοδότη δηλαδή ο εργοδότης αρνήθηκε να τις χορηγήσει, ενώ υπάρχει και ποινική ευθύνη (άρθρο 5, § 7 του Ν.539/45).

Σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν χορήγησε το επίδομα αδείας μέχρι τέλους του έτους, δεν υφίσταται προσαύξηση 100%.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 § 3 του ΑΝ 539/45, πρέπει να τηρείται από τις επιχειρήσεις βιβλίο αδειών στο οποίο μεταξύ άλλων θα αναγράφεται η χρονική διάρκεια της αδείας και οι αποδοχές αδείας που κατεβλήθησαν.

§ 5. ¶δεια και επίδομα αδείας μισθωτών με διαλείπουσα απασχόληση

Οι μισθωτοί που δεν εργάζονται όλες τις εργάσιμες ημέρες λόγω ειδικών συνθηκών εργασίας ή λόγω ειδικών όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας, δικαιούνται αναλογία της αδείας που θα έπαιρναν εάν απασχολούντο κανονικά, με την συμπλήρωση ενός έτους προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη.

Οι μισθωτοί υπό καθεστώς περιοδικών ή ενδιάμεσων ημερών απασχόλησης (=διαλείπουσα απασχόληση) μετά την συμπλήρωση 10 μηνών στην εργασία δικαιούνται για κάθε 25 ημέρες πραγματικής απασχόλησης άδεια ίση με το 1/12 της αδείας που θα ελάμβαναν υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης. Το άρθρο 2, παρ. 2 του ΑΝ 539/45 όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν.1346/83 αναφέρει: «Σε περίπτωση διαλείπουσας εργασίας ή εκ περιτροπής εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται, μετά την συμπλήρωση 10μηνης σχέσης εργασίας στην επιχείρηση, κάθε εργασιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται από αυτόν τον νόμο ή άλλη ειδικότερη διάταξη, για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά ή από τη λήψη της άδειας του προηγουμένου εργασιακού έτους, μέχρι την ημέρα ενάρξεως της άδειας. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου ως μήνας λογίζεται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει, κατά τον υπολογισμό αυτής της παραγράφου, κλάσμα χρόνου αδείας που υπερβαίνει τη μισή μέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα».

Εάν π.χ. ο μισθωτός είχε 140 ημέρες πραγματικής απασχόλησης στο χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του μέχρι την συμπλήρωση 12μηνης σχέσης εργασίας, δικαιούται (1/12χ25)χ24χ  (όπου 24 = ημέρες αδείας του πρώτου έτους απασχόλησης).

Η αναλογία αδείας υπολογίζεται επί των ημερών αδείας που δικαιούνται οι μισθωτοί με σύστημα 6ημερης εβδομαδιαίας απασχόλησης (24 ημέρες για το πρώτο έτος, 25 ημέρες για το δεύτερο έτος, 26 ημέρες για το τρίτο και πλέον έτος).

Για την καλύτερη κατανόηση δίδεται ο παρακάτω πίνακας:

 

Συνεχής υπηρεσία

Δικαιούμενη άδεια

10 μήνες συμπλ.

(1/12χ25)χ25χ ημέρες πραγμ. απασχ.

2 εργασιακά έτη συμπλ.

(1/12χ25)χ26χ ημέρες πραγμ. απασχ.

3 έτη εργασιακά συμπλ. και άνω

ημέρες πραγμ. απασχ.

 

Για τους μισθωτούς με 10ετή συνεχή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη σε διάφορους εργοδότες οι ημέρες αδείας εξευρίσκονται ως εξής: 
(1/12χ25)χ30χ  ημέρες πραγματικής απασχόλησης.

Οι αποδοχές αδείας που χορηγούνται είναι οι συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβαναν οι μισθωτοί εάν πραγματικά απασχολούντο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς τους. Το επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας, εκτός εάν οι τελευταίες είναι μεγαλύτερες από το ½ του μισθού (όταν πρόκειται για υπαλλήλους) και τα 13 ημερομίσθια (όταν πρόκειται για εργάτες - ημερομισθίους). Στην περίπτωση αυτή το επίδομα αδείας περιορίζεται στα 12,5 ή 13 ημερομίσθια αντίστοιχα. (Έγγρ. Υπ. Εργασίας 1219/83).

§ 6. ¶δεια μισθωτών που απασχολούνται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης

Σύμφωνα με το άρθρο 2 §§ 1, 2 του Α.Ν. 539/45 (όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 2 § 8 του Ν. 2639/1998), οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα αδείας με αποδοχές και επίδομα αδείας. Οι αποδοχές αδείας, είναι αυτές που θα ελάμβαναν αν απασχολούντο πραγματικά κατά τον αντίστοιχο χρόνο της άδειάς τους. Το επίδομα αδείας μάλιστα είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας χωρίς να μπορεί να υπερβεί το ½ του μηνιαίου μισθού (προκειμένου για υπαλλήλους) και τα 13 ημερομίσθια (προκειμένου για εργάτες - ημερομίσθιους). (Ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο τεύχος Μαΐου 1999 για να μελετήσει τον τρόπο υπολογισμού της αδείας και του επιδόματος αδείας υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης).

§ 7. ¶δεια και επίδομα αδείας μισθωτών εποχιακών επιχειρήσεων (Ν. 1346/1983)

Ως εποχιακώς λειτουργούσες επιχειρήσεις θεωρούνται όσες λειτουργούν κάθε ημερολογιακό έτος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο (2) μηνών και μικρότερο των δώδεκα (12) μηνών. Οι μισθωτοί που απασχολούνται σε εποχιακές επιχειρήσεις δικαιούνται για κάθε μήνα απασχόλησής τους δύο (2) ημερομίσθια (προκειμένου για εργάτες - ημερομίσθιους) ή τα 2/25 του μηνιαίου μισθού (προκειμένου για υπαλλήλους) ως αποδοχές αδείας. Παράλληλα χορηγείται και επίδομα αδείας το οποίο είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας. Το επίδομα αδείας δεν μπορεί να υπερβεί τα δέκα τρία (13) ημερομίσθια ή το μισό (½) του μηνιαίου μισθού.

§ 8. ¶δεια και επίδομα αδείας μισθωτών που απασχολούνται με σύμβαση ορισμένου χρόνου

Εφ’ όσον ο μισθωτός συμπληρώσει 10 μήνες συνεχούς απασχόλησης και η σύμβαση του λήξει πριν του χορηγηθεί άδεια και επίδομα αδείας, δικαιούται άδεια αποζημιώσεως και επίδομα αδείας αποζημιώσεως.

Εάν δεν έχει συμπληρώσει 10 μήνες συνεχούς απασχόλησης δικαιούται και πάλι άδεια αποζημιώσεως και επίδομα αδείας αποζημιώσεως.

§ 9. ¶δεια και επίδομα αδείας αμειβομένων με κυμαινόμενες αποδοχές

Οι αποδοχές αδείας των μισθωτών που αμείβονται κατ’ αποκοπήν ή με άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών υπολογίζονται ως εξής: Πολλαπλασιάζουμε το μέσο όρο των ημερήσιων αποδοχών που έλαβαν οι μισθωτοί από την λήψη της αδείας του προηγούμενου έτους (ή από την πρόσληψη του μισθωτού μέχρις ενάρξεως της πρώτης αδείας) μέχρι την ημέρα ενάρξεως της αδείας, επί τον αριθμό των ημερών αδείας και των ημερομισθίων του επιδόματος αδείας που δικαιούνται.

Προκειμένου για μισθωτούς που αμείβονται με ποσοστά σε βάρος των πελατών της επιχείρησης (π.χ. σερβιτόροι), δικαιούνται κατά την διάρκεια της άδειάς τους αποδοχές οι οποίες εξευρίσκονται ως εξής: Πολλαπλασιάζουμε το εκάστοτε ισχύον τεκμαρτό ημερομίσθιο του ΙΚΑ επί τον αριθμό των εργάσιμων ημερών της άδειας που τους χορηγείται. Παράλληλα χορηγείται και επίδομα αδείας (άρθρο 3 του Ν.4504/1966) που είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας, αλλά μη δυνάμενο να υπερβεί το ½ του μισθού ή τα 13 ημερομίσθια προκειμένου για αμειβόμενους με μισθό ή με ημερομίσθιο αντίστοιχα.

§ 10. ¶δεια και επίδομα αδείας οικοδόμων

Οι οικοδόμοι λαμβάνουν άδεια και επίδομα αδείας από το ΙΚΑ (ειδικός λογαριασμός χορήγησης δώρων εορτών, αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας) και όχι από τον εργοδότη τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4469/1965.

§ 11. Ημέρες αδείας και εξαιρέσιμες αργίες

Εάν κάποια ημέρα αδείας του μισθωτού συμπέσει με εξαιρέσιμη ή κατ' έθιμο εορτή, παρατείνεται και η άδεια του μισθωτού αναλόγως, αρκεί βέβαια η ημέρα αυτή να μην είναι Κυριακή ή άλλη μη εργάσιμη ημέρα για τον μισθωτό.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ

α) Υπάλληλος εργάζεται επί 4 ώρες ημερησίως επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (20 ώρες εβδομαδιαίως). Αμείβεται με 1.500 δρχ./ώρα και έχει συμπληρώσει 10 μήνες απασχόλησης χωρίς προηγούμενη προϋπηρεσία.

(α) Υπολογίζουμε το ημερομίσθιο ως εξής:

ημερομίσθιο = 1.500 Χ 4= 6.000 δρχ.

(β) Οι αποδοχές αδείας θα είναι 13 ημερομίσθια Χ 6.000 = 78.000 δρχ. και οι αποδοχές αδείας 6.000 Χ 24 = 144.000 δρχ..

β) Μισθωτός που εργάζεται με το καθεστώς της διαλείπουσας απασχόλησης προσλήφθηκε στις 1.7.03 και κάνει χρήση της πρώτης άδειας στις 1.5.04. Κατά το διάστημα αυτό εργάσθηκε 180 ημέρες. Πόσες ημέρες άδεια δικαιούται;

Για 25 ημέρες εργασίας δικαιούται 1/12 της αδείας

Για 180 ημέρες εργασίας δικαιούται = 1/2 Χ 180/25 = 0,6 της αδείας

¶ρα δικαιούται άδεια 24Χ0,6=14,4 ημέρες και τελικά με την στρογγυλοποίηση 14 ημέρες. Οι αποδοχές αδείας θα είναι αυτές που θα ελάμβανε ο μισθωτός εάν εργάζονταν γι' αυτές τις 14 ημέρες. Το επίδομα αδείας είναι ίσο με τις αποδοχές αδείας αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 13 ημερομίσθια.

Σχέδιο Νόμου: «Ρυθμίσεις για την οργάνωση και λειτουργία της Κυβέρνησης, τη διοικητική διαδικασία και τους ΟΤΑ»

Ψηφίστηκε από την Βουλή των Ελλήνων την 18.5.2004 ο παραπάνω νόμος στον οποίο περιλαμβάνεται και το παρακάτω άρθρο.

Παράταση προθεσμίας για την έκδοση αδειών εργασίας και διαμονής αλλοδαπών

Α. ¶δειες διαμονής των οποίων η ισχύς παρατάθηκε μέχρι την 30.6.2003, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Ν.3103/2003 (ΦΕΚ 23 Α΄), καθώς και άδειες διαμονής που έληξαν μετά την ανωτέρω ημερομηνία ή θα λήξουν έως τη δημοσίευση του παρόντος, παρατείνονται αυτοδικαίως μέχρι 30.6.2004, χωρίς την ανάγκη έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης.

Αλλοδαποί, οι οποίοι υπάγονται στην ανωτέρω ρύθμιση μπορούν να υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας εργασίας και διαμονής από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και μέχρι την 30.6.2004.

Β. Η αίτηση για τη λήψη άδειας εργασίας πρέπει να συνοδεύεται από τα δικαιολογητικά που προβλέπονται, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του Ν.2910/2001, όπως ισχύει. Ειδικά για την εκπλήρωση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, που ρυθμίζονται από τον ίδιο νόμο, αρκεί η ασφαλιστική κάλυψη εκατόν πενήντα (150) ημερών για το διάστημα και μόνον από 1.7.2003 μέχρι 30.6.2004. Όσοι εκ των ανωτέρω δεν πληρούν την προαναφερόμενη προϋπόθεση δύνανται να καταβάλουν οι ίδιοι τις εισφορές που απαιτούνται για μικτή ασφάλιση μέχρι τη συμπλήρωση των 150 ημερών στον αρμόδια ασφαλιστικό φορέα εφάπαξ και χωρίς προσαυξήσεις.

Γ. Η παράγραφος 12 του άρθρου 32 του Ν. 3202/03 (ΦΕΚ 284 Α΄) ισχύει και για την παρούσα ρύθμιση.

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16

Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm