18 | 09 | 2019

20/12/2005

Γνωμοδότηση 608/05

Περίληψη Ερωτήματος: Εάν μπορεί η Κτηματική Υπηρεσία, να βεβαιώσει και εισπράξει σήμερα τις μη καταβληθείσες από τους αγοραστές από το 1975 και εντεύθεν δόσεις του τιμήματος από την εκποίηση ανταλλαξίμων τμημάτων.
 

 

Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ:

Η κατά του Ν. 4399/1929 Τοπική Επιτροπή Βεροίας με την υπ΄ αριθμ. 464/1932 απόφασή της αναγνώρισε εις τον Δ. Νταντάμην κλπ. κατοίκους Βεροίας δικαίωμα κυριότητος με καταβολή τμήματος επί της κατεχόμενης απ΄ αυτούς και, καλλιεργούμενης εκτάσεως διακοσίων τουρκικών στρεμμάτων αμπέλου, αγρών και βοσκοτόπου.
Ακολούθως το κτήμα αυτό μεταβιβάστηκε στους ανωτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν.Δ. 3713/54 και εκδόθηκε το υπ΄ αριθμ. 98/22.4.1958 παραχωρητήριο της Υ.Δ.Α.Μ.Κ έναντι τιμήματος που έπρεπε να καταβληθεί σε 14 δόσεις, η πρώτη από τις οποίες καταβλήθηκε την 2.7.1959.
Το ακίνητον διεκδίκησε το Ελληνικό Δημόσιο με αγωγή του η οποία απορρίφθηκε με την υπ΄ αριθμ. 255/1989 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 4.3.1990 αναίρεση του Ελλ. Δημοσίου, η οποία απορρίφθηκε με την 594/1992 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Οι δόσεις που δεν καταβλήθηκαν ενοποιήθηκαν σε ενιαία νέα οφειλή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 547/1970 η οποία έπρεπε να εξοφληθεί σε 40 ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με χρόνο καταβολής της πρώτης τοκοχρεωλυτικής δόσης την 2.7.1970. Από το ιστορικό του ερωτήματος προκύπτει ότι από το έτος 1975 οι οφειλόμενες δόσεις δεν βεβαιώθηκαν στο Δημόσιο Ταμείο για είσπραξη.


Επί του ως άνω ερωτήματος το Β΄ Τμήμα του Ν.Σ.Κ γνωμοδότησε ομόφωνα ως ακολούθως:

 

IΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΣ:

Στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 3713/1957 «Περί ανταλλάξιμης περιουσίας και αποκατάστασης προσφύγων» ορίζεται ότι: «2. Κάτοχοι ανταλλαξίμων αγροτικών κτημάτών, υπέρ ων έχουν εκδοθεί αποφάσεις της Επιτροπής Ανωμάλων Δικαιοπραξιών του Ν. 4399/1929, δι΄ ων ανεγνωρίσθη υπέρ. αυτών δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος, απαλλάσσονται της υποχρεώσεως πληρωμής υπολοίπου τιμήματος, εάν το τίμημα των κτημάτων τούτων είχεν αρμοδίως καθορισθή προ της δημοσιεύσεως του νόμου 18/1944. Επί κτημάτων της άνω κατηγορίας, εφ΄ ών δεν καθωρίσθη τίμημα προ της δημοσιεύσεως του νόμου 18.1944 εφαρμόζεται η διάταξις του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρο 9 του Ν.Δ. 2967/1954 ».
Στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι: «1. Ως τίμημα των αγρών, εφ΄ ών ανεγνωρίσθη υπέρ τρίτων υπό των Επιτροπών Ανωμάλων Δικαιοπραξιών του Νόμου 4399/1929 δικαίωμα κυριότητος επί καταβολή τιμήματος, ορίζεται υπό του Κεντρικού Συμβουλίου μετά πρότασιν της αρμοδίας Τοπικής Επιτροπής το ήμισυ της πραγματικής αυτών αξίας. Το τίμημα τούτο, όπερ Εισπράττεται κατά τα κείμενας διατάξεις υπό της ΥΔΑΜΚ παρά της οποίας εκδίδονται και τα οίκεια παραχωρητήρια, αφορά μόνον την μέχρις ενός βιωσίμου κλήρου έκτασιν και υπό τον όρον, ότι η έκτασις αύτη αυτοκαλλιεργείται. Διά την τυχόν επί πλέον του βιωσίμου κλήρου έκτασιν, ως και πόσον άλλην περίπτωσιν αναγνωρίσεως δικαιώματος κυριότητος επί καταβολή τιμήματος, εις μη ακτήμονας φυτοκαλλιεργητάς, το τίμημα καθορίζεται υπό της ΥΔΑΜΚ βάσει της τρεχούσης αξίας μειουμένης κατά 25% και εισπράττεται παρ΄ αυτών κατά τας. Κειμένας διατάξεις».
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 87, παρ. 1 εδ. α΄ του Ν.Δ. 321/1969 «περί κώδικος δημοσίου λογιστικού» (ταυτόσημη η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 2 του από 1.1.1996 ισχύοντος Ν. 2362/1995, με τον οποίο καταργήθηκε το Ν.Δ. 321/1969), κάθε χρέος προς το Δημόσιόν παραγράφεται, Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του νομοθετικού αυτού διατάγματος, μετά πάροδο πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε στο δημόσιο ταμείο (βεβαίωση σε στενή έννοια). Κατά την, παρ. 2 περ. γ του ιδίου άρθρου (ταυτόσημη η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3α του Ν. 2362/1995 ) χρέη προς το Δημόσιο από συμβάσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή αρχόμενη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο, ενώ, κατά την παρ. 4 αυτού ταυτόσημη η διάταξη του άρθρου 86 παρ. 30 του Ν. 2362/1995 ), τα προς το Δημόσιο χρέη τα οποία προέρχονται από απαιτήσεις τρίτων, που περιήλθαν σ΄ αυτό από οποιαδήποτε αιτία και δεν είχαν παραγραφεί στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου μέχρι τη μεταβίβασή τους στο δημόσιο, παραγράφονται μετά πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν στο δημόσιο ταμείο (βεβαίωση εν στενή εννοία). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι κάθε αξίωση του Δημοσίου, που πηγάζει ευθέως από σύμβαση, στην οποία το δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή. (ΑΠ 1769/2001, 1115/96, 1000/83). Εξάλλου η βεβαίωση του δημόσιου εσόδου με τη στενή έννοια του όρου, δηλαδή η ταμειακή βεβαίωση, η οποία γίνεται με βάση την αποστολή από το αρμόδιο όργανο του οικείου χρηματικού καταλόγου, είναι η τελευταία πράξη της διαδικασίας της βεβαιώσεως του χρέους και στηρίζεται στη φορολογική βεβαίωση, η οποία προηγείται και ανάγεται στην εσωτερική υπηρεσία της διοικητικής αρχής. Ενόψει, όμως, του ότι η επί μακρόν καθυστέρηση στην αποστολή του χρηματικού καταλόγου στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση των χρεών του φορολογουμένου και την παράταση της φορολογικής εκκρεμότητας, η αποστολή του χρηματικού καταλόγου για την πραγματοποίηση της ταμειακής (σε στενή έννοια) βεβαίωσης πρέπει να γίνεται μέσα σε εύλογο χρόνο από τη φορολογική (σε ευρεία έννοια) βεβαίωση του χρέους, Ο εύλογος αυτός χρόνος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του Ν. 542/1977 «περί τροποποιήσεως, αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων»(ταυτόσημη η διάταξη του άρθρου 74 παρ, 2 του Ν. 2238/94 «κύρωση του Κώδικα φορολογίας εισοδήματος»), η οποία εφαρμόζεται όχι μόνο για τη βεβαίωση δικαιωμάτων του Δημοσίου με χαρακτήρα δημόσιου βάρους αλλά και για απαιτήσεις του Δημοσίου άλλης φύσεως, όπως αυτές που προέρχονται από την μη προσήκουσα εκπλήρωση διοικητικής συμβάσεως, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την προθεσμία ταμειακής βεβαίωσης των απαιτήσεων αυτών (ΣτΕ 1783), δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των τριών ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαιώσεως, αφότου δηλαδή πραγματοποιήθηκε η φορολογική με την ευρεία έννοια του όρου, βεβαίωση του χρέους. Κατά συνέπεια αν η ταμειακή βεβαίωση πραγματοποιηθεί πέραν του ανωτέρου χρόνου, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί (Ολ. ΑΠ 349/98, ΑΠ 139/2004, 691/2003, 1546/86).
Τέλος στις διατάξεις του άρθρο 1 του Ν.Δ. 547/1970 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της περί διοικήσεως και διαχειρίσεως της ανταλλαξίμου περιουσίας ορίζεται ότι: « 1. Οφειλαί εκ μεταβιβάσεως ή χρήσεως ανταλλαξίμων ακινήτων ληξιπρόθεσμοι και μη, ενοποιούνται εις ενιαίαν νέαν οφειλήν και εξοφλούνται, εάν αφορώσιν εις αστικά ακίνητα εις τριάκοντα ίσος εξαμηνιαίας τοκοχρεωλυτικάς δόσεις, εάν δε αφορώσιν εις αγροτικά τοιαύτα εις τεσσαράκοντα ίσας εξαμηνιαίας δόσεις επί, επιτοκίω 4% αι πρώται και 2% αι-τελευταίοι.
2. Οι μέχρι της ενάρξεως εξοφλήσεως των εν παραγρ. 1 οφειλών απαιτητοί τόκοι διαγράφονται.
3. Χρόνος καταβολής της πρώτης τοκοχρεωλυτικής δόσεως ορίζεται η 2 Ιουλίου 1970».
Από τις διατάξεις του τελευταίου άρθρου προκύπτει ότι οπό την έναρξη ισχύος αυτού, ,οι οφειλές από μεταβίβαση ή χρήση ανταλλάξιμων ακινήτων ληξιπρόθεσμες ή μη ενοποιούνται σε νέα οφειλή και εξοφλούνται σε εξαμηνιαίες δόσεις και στην προκειμένη περίπτωση σε 40 δόσεις, αφού πρόκειται για οφειλές από μεταβίβαση ακινήτου, με χρόνο καταβολής της πρώτης δόσης τη 2α Ιουλίου 1970 και της τελευταίας τη 2α Ιουλίου 1990.
Σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω η ταμειακή βεβαίωση των ανωτέρω οφειλών έπρεπε να γίνει μέσα σε τρία χρόνια από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαιώσεως ήτοι μέσα στο έτος που έπρεπε κατά το νόμο να καταβληθεί η δόση. Αφού η πρώτη δόση έπρεπε να καταβληθεί την 2-7-1970 η ταμειακή βεβαίωση έπρεπε να πραγματοποιηθεί εντός του έτους 1974, και αφού δεν έγινε, η εικοσαετής παραγραφή στην οποία υπόκεινται στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω αξιώσεις, αφού αυτές πηγάζουν από σύμβαση, στην οποία το Δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο, άρχισε από το τέλος του έτους αυτού και συμπληρώθηκε Το έτος 1994. Ομοίως και οι δόσεις του έτους 1981 έπρεπε να -βεβαιωθούν εντός του έτους 1984 και αφού δεν έγινε εντός του έτους αυτού η ταμειακή βεβαίωση αυτών, η παραγραφή των άρχισε από το τέλος του έτους 1984 και κατά συνέπεια σήμερα έχουν παραγραφεί. Οι μετά το έτος 1982 όμως δόσεις δεν έχουν παραγραφεί και κατά συνέπεια η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία οφείλει να βεβαιώσέι και εισπράξει τις δόσεις αυτές.
Στο ερώτημα Επομένως αρμόζει η απάντηση ότι η Κτηματική Υπηρεσία οφείλει να βεβαιώσει και εισπράξει τις μη καταβληθείσες από τους αγοραστές από. το 1982 και Εντεύθεν δόσεις του τιμήματος από την εκποίηση Ανταλλαξίμων Κτημάτων.

Σχετικά άρθρα
Σύνδεση Χρήστη

Για πλήρη πρόσβαση συνδεθείτε με τους παρακάτω κωδικούς. Όνομα Χρήστη : demo PSW : demo16

Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm
Περισσότερες πληροφορίες. Ok