feed-image Ροή Ειδήσεων
11 | 12 | 2019
× Μορείτε να υποβάλλεται και το δικό σας άρθρο. Ζητήστε μας να σας ανοίξουμε κωδικό.

file Π.Δ 164/2004 - Απαγόρευση συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου - Αποφ. Α.Π. 365/2013 (Β1΄ Πολιτικό Τμήμα)

Περισσότερα
5 Χρόνια 8 Μήνες πριν #61 από panos
Π.Δ 164/2004-απαγόρευση συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου-αποκλειστική προθεσμία υποβολής της σχετικής αίτησης-οργανα τα οποία κρίνουν αυτή ανάλογα με την νομική φύση του εργοδότη

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία ......, που εδρεύει στην Σίνδο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μελιγό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13962/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2148/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 19-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το Π.Δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19-7-2004, και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (η οποία δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ισχύει από 10-7-1999), που είναι η αποτροπή της καταχρήσεως συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του παραπάνω Π.Δ. 164/2004 απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του Π.Δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω Π.Δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν, ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων, ο εργαζόμενος υποβάλλει‚ εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Π.Δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.

Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου Ο.Τ.Α., ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχειρήσεως. Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Επακολούθησε ο Ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ. 1). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004 (παρ. 2). Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).

Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α'). Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5)". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Με την 870/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη, αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) συνδέεται με το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, κρίθηκε (με την 870/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) ότι με διαφορετικές συμβάσεις έργου η ενάγουσα απασχολήθηκε από το εναγόμενο κατά τα διαστήματα από 21-7-2000 έως 31-12- 2000, από 6-7-2001 έως 7-5-2002, από 1-7-2002 έως 31-12-2002, τέλος δε της ανατέθηκε, στις 15-9-2003, η θεματική ευρετηρίαση βιβλίων της βιβλιοθήκης Σίνδου, για την κάλυψη αναγκών του Δήμου. Επίσης κρίθηκε (με την ίδια απόφαση) πως η ενάγουσα απασχολήθηκε στο εναγόμενο για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη θέση της βιβλιοθηκονόμου, θέση η οποία δεν αποτελεί περιστασιακή ή έκτακτη απασχόληση, αλλά καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, και πως οι συμβάσεις έργου με βάση τις οποίες απασχολήθηκε, στην πραγματικότητα δεν ήταν συμβάσεις έργου, αλλά είχαν χαρακτηρισθεί κατ' επίφαση έτσι με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί συμβάσεων αορίστου χρόνου, αποτελώντας μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στήριξε την κρίση του στο άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, το οποίο θεώρησε ότι αποτελεί ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο από αυτά που επιτάσσει να ληφθούν και η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, προϊσχύον μάλιστα αυτής στο εσωτερικό δίκαιο.

Παρότι η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη - συνεχίζει το Εφετείο - το δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση (870/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) επί του κριθέντος νομικού και ουσιαστικού ζητήματος είναι δεσμευτικό, διότι το δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη, κατά το νομικό και πραγματικό μέρος της, δικαστική απόφαση. Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, ότι η μεν ενάγουσα δεν ακολούθησε, παραλλήλως με την έγερση της αγωγής της (επί της οποίας εκδόθηκε η 870/2007 απόφαση), την διοικητική διαδικασία την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, υποβάλλοντας σχετική αίτηση, το δε εναγόμενο δεν προέβη, μετά την έκδοση της 870/2007 αποφάσεως, σε κατάταξη της ενάγουσας είτε σε κενή υφιστάμενη οργανική θέση‚ είτε σε οργανική θέση προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που να συνεστήθη κατά τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005, παρότι αυτή συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο. Η ενάγουσα απηύθυνε στο εναγόμενο εξώδικη πρόσκληση, με την οποία το καλούσε να την εγγράψει στις μισθοδοτικές του καταστάσεις, προκειμένου να την αμείβει ως υπαλληλικό του προσωπικό και να την ασφαλίσει, χωρίς όμως να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα εξανάγκαζε το εναγόμενο σε κατάταξή της σε οργανική θέση. Η ενάγουσα επικαλέσθηκε την άσκηση και άλλης αγωγής της κατά του εναγομένου, χωρίς όμως να προσδιορίζει το αντικείμενό της, ούτε προσκόμισε αντίγραφο της αγωγής εκείνης, ώστε να αποδειχθεί τυχόν άσκησή της, το περιεχόμενο και το αίτημά της, καθώς και η πορεία της. Στις 15-2-2008 το εναγόμενο, ενόψει της θέσεως που είχε λάβει αρχικώς το Ελεγκτικό Συνέδριο επί του ζητήματος των αγωγών, οι οποίες ασκήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του Π.Δ. 164/2004, θεωρώντας τις αποφάσεις επ' αυτών ανυπόστατες, κοινοποίησε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε την αναγνωρισθείσα με την ως άνω 870/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να προηγηθεί σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακού συμβουλίου και χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση. Γίνεται επίσης δεκτό από το Εφετείο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δεν επιδίκασε στην ενάγουσα την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που της καταβλήθηκαν και εκείνων του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, που ζητούσε με την ένδικη αγωγή της, δεν παραβίασε το εκ της 870/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο και τούτο διότι, με την 870/2007 τελεσίδικη απόφαση κρίθηκε απλώς ότι η ενάγουσα συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η κρίση δε αυτή της ως άνω απόφασης (870/2007) δεν επεκτάθηκε σε συγκεκριμένες συνέπειες, που συνεπάγεται η αναγνώριση ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και ειδικότερα στα ζητήματα, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της ένδικης αγωγής.

Έτσι - είπε το Εφετείο - το δεδικασμένο εκ της 870/2007 απόφασης αναφέρεται μεν σε ένα από τα παρεμπίπτοντα (προκριματικά) ζητήματα της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με τα εξεταζόμενα αιτήματα αυτής, δεν καλύπτει, όμως, όλα τα αναγκαία, για τη νομική θεμελίωση και παραδοχή των ενδίκων αιτημάτων, στοιχεία και συγκεκριμένα δεν καλύπτει την κατάταξη της ενάγουσας σε οργανική θέση, η οποία απαιτείται, ως προϋπόθεση, για να δικαιούται (η ενάγουσα) τις αποδοχές της θέσης αυτής, κατά το ενιαίο μισθολόγιο των υπαλλήλων του δημοσίου. Η δε απόρριψη του εν λόγω αιτήματος της ένδικης αγωγής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στηρίχθηκε στη μη συνδρομή αυτής της προϋποθέσεως και όχι στη μη ύπαρξη σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να παραβιάζεται το δεδικασμένο εκ της 870/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα "απασχολήθηκε στο εναγόμενο για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη θέση της βιβλιοθηκονόμου, θέση η οποία δεν αποτελεί περιστασιακή ή έκτακτη απασχόληση, αλλά καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου ...", η κρίση όμως αυτή αναφέρεται απλώς στην κάλυψη αναγκών θέσης βιβλιοθηκονόμου και όχι στο κρίσιμο, για τη νομιμότητα του παραπάνω αιτήματος της ένδικης αγωγής, πραγματικό περιστατικό της κατάταξης της ενάγουσας σε υφιστάμενη κενή οργανική θέση και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το δεδικασμένο εκτείνεται και στο ζήτημα της κάλυψης κενής οργανικής θέσης, είναι απορριπτέος, διότι η απλή κάλυψη αναγκών ακόμη και υφιστάμενης κενής θέσης δεν συνεπάγεται και δικαίωμα αμοιβής με τις πιο πάνω αποδοχές, εφόσον δεν έλαβε χώρα κατάταξη σε τέτοια θέση, υπό την έννοια της διοικητικής πράξης. Δέχθηκε ακόμη το Εφετείο, ότι το εν λόγω αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως στην ενάγουσα της διαφοράς μεταξύ των καταβληθεισών σ' αυτήν αποδοχών και των υπέρτερων αποδοχών των προβλεπομένων από το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων βάσει του Ν. 3205/2003, είναι στο σύνολό του μη νόμιμο, καθόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι έλαβε χώρα οποτεδήποτε κατάταξή της σε οργανική θέση του αντιδίκου της (είτε υφιστάμενη‚ είτε συσταθείσα κατά την διαδικασία του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3320/ 2005), με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψή της οργάνου. Ειδικότερα - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - και στην προκείμενη περίπτωση, που η ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αναγνωρίσθηκε με δικαστική απόφαση και όχι με την προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004 διοικητική διαδικασία, πρέπει να τύχει ανάλογης εφαρμογής το άρθρο 1 του Ν. 3320/2005, σύμφωνα με το οποίο το προσωπικό που αναγνωρίσθηκε ότι συνδέεται με το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λαμβάνει τις αποδοχές της θέσης του μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής του.

Η ρύθμιση δε αυτή δεν αντίκειται στην ως άνω Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία, βεβαίως, δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων, ούτε επιτάσσει την πρόσληψή τους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Επίσης - είπε το Εφετείο - δεν αντίκειται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης. Η απαίτηση της ενάγουσας - συνεχίζει το Εφετείο - για καταβολή της παραπάνω διαφοράς αποδοχών δεν αποτελούσε κεκτημένο οικονομικό συμφέρον αυτής, ώστε να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 θίγει την περιουσία της, στην οποία εντάσσονται και ενοχικές απαιτήσεις της. Τέτοια απαίτησή της δεν καλύπτεται από το αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή της διατακτικό της 870/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο ουδόλως αναφέρεται σε αμοιβή της, η δε ενάγουσα δεν επικαλείται καν ότι το ζήτημα αυτό είχε αποτελέσει αντικείμενο της προγενέστερης δίκης. Υπό τα παρατιθέμενα στην ένδικη αγωγή πραγματικά περιστατικά, τέτοια απαίτηση της ενάγουσας δεν αναγνωρίσθηκε με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, ενώ δεν υφίστατο και δεν ήταν γεννημένη κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση), ούτε όμως και κατά τον χρόνο της προγενέστερης, με αριθμό καταθέσεως 10310/2006 αγωγής της (επί της οποίας εκδόθηκε η 870/2007 απόφαση), αφού αμφότερες οι αγωγές αυτές ασκήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του Ν. 3320/2005, με συνέπεια να μην υπάρχει νόμιμη προσδοκία της ενάγουσας ότι θα μπορούσε να ικανοποιηθεί δικαστικώς. Η σύνδεση της επίδικης αξιώσεως της ενάγουσας με πράξη του αντιδίκου της δεν παραβιάζει επίσης το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εφόσον παρείχετο σ' αυτήν η δυνατότητα να προβεί σε ενέργειες, είτε με την διοικητική διαδικασία, είτε και με περαιτέρω δικαστική απόφαση‚ για να επιτύχει την κατάταξή της σε οργανική θέση, ώστε να επέλθει και η έναρξη της υποχρεώσεως του εναγομένου να της καταβάλει τις αποδοχές της θέσης της, στην οποία θα κατατασσόταν. Βάσει των ως άνω παραδοχών, το Εφετείο έκρινε απορριπτέο στο σύνολό του το επίμαχο αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως στην αναιρεσείουσα, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2007, της διαφοράς μεταξύ των καταβληθεισών σ' αυτήν αποδοχών και των υπέρτερων αποδοχών, των προβλεπομένων από το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν δέχθηκε παρά το νόμο ότι από την ανωτέρω 870/2007 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν απορρέει δεδικασμένο για την ως άνω αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3320/2005 και 11 του ΠΔ 164/2004 και δεν παραβίασε την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ούτε το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 και 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 53 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 410/1988 (άρθρο 47 Ν. 993/1979), που αφορά τους μισθωτούς του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίοι προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς πλήρωση οργανικών θέσεων, η σύμβαση εργασίας αυτών μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο, η δε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμοδίου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται, ότι η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου απαιτείται μόνο στις περιπτώσεις καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., που έχουν προσληφθεί νομοτύπως με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για κάλυψη οργανικών θέσεων. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι για την εγκυρότητα της απολύσεως της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο δεν χρειαζόταν να τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 53 παρ. 2 του Ν. 410/1988 προδικασία, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε προσληφθεί νομοτύπως με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προς κάλυψη οργανικής θέσεως, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη, ούτε εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος (αρχή της ισότητας), γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2011 αίτηση της Ι. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2148/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.

Παρακαλούμε Σύνδεση για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

  • Δεν Επιτρέπεται: για δημιουργία νέου θέματος.
  • Δεν Επιτρέπεται: για απάντηση.
  • Δεν Επιτρέπεται: να επεξεργαστείτε το μήνυμά σας.
Συντονιστές: elati4panospanagos_65georgarelgeorgtzafergeorgantgeorgandriot
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.428 δευτερόλεπτα
Τελευταία άρθρα.
Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm