feed-image Ροή Ειδήσεων
06 | 12 | 2019
× Μορείτε να υποβάλλεται και το δικό σας άρθρο. Ζητήστε μας να σας ανοίξουμε κωδικό.

compress Η ετήσια κανονική άδεια των μισθωτών - Υπολογισμός αποδοχών και επιδόματος αδείας σε πλήρη και μερική απασχόληση

Περισσότερα
3 Εβδομάδες 4 Ημέρες πριν #117 από panagos
1. Βασικές διατάξεις περί χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας

α) Γενικά περί ετήσιας κανονικής άδειας των μισθωτών

Ο Α.Ν. 539/1945 αποτελεί το θεμελιώδες και αναγκαστικού δικαίου νομοθέτημα για τη χορήγηση της ετήσιας άδειας μετ΄ αποδοχών στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Σύμφωνα με τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετήματος, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις των διατάξεων του Ν.4504/1966, του Ν.4547/1966, του Ν.1346/1983, του Ν.549/1977, του Ν.3327/2004 και Ν.4254/2014 (ως προς το ειδικό βιβλίο αδειών), ορίζεται το πεδίο εφαρμογής και ρυθμίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο, τον χρόνο, τις αποδοχές και τις προϋποθέσεις χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων.

Μέχρι την έκδοση της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. των ετών 2002-2003, ο εν λόγω νόμος έθετε για το σύνολο των εργαζομένων της χώρας (εργαζόμενοι ορισμένου και αορίστου χρόνου) την ίδια βασική προϋπόθεση για τη γένεση αξίωσης χορήγησης ετήσιας άδειας με αποδοχές, δηλαδή τη συμπλήρωση βασικού χρόνου αναμονής 12 μηνών. Με το άρθρο 5 της ανωτέρω Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. ο βασικός χρόνος αναμονής μειώθηκε σε 10 μήνες συμπληρωμένους, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 6 του Ν.3144/2003 , καθώς και αυτή του άρθρου 1 του Ν.3302/2004 εισήχθη μια σημαντική αναδιάρθρωση του δικαίου της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων. Πιο συγκεκριμένα, με τις ανωτέρω συνδυαζόμενες ρυθμίσεις καταργήθηκε ο βασικός χρόνος αναμονής για τη θεμελίωση δικαιώματος λήψης κανονικής άδειας με αποδοχές.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησης του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται «κανονική άδεια» για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφ΄ ενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφ΄ ετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Η άδεια αυτή χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά (ποσοστό) με βάση το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο εργαζόμενος στον εργοδότη αυτόν. Η αναλογία της χορηγούμενης άδειας υπολογίζεται βάσει ετήσιας αδείας:

20 εργασίμων ημερών επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, χωρίς να υπολογίζεται σ΄ αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι μισθωτοί λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας και
24 εργασίμων ημερών επί εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας,

η οποία αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης για το πρώτο έτος απασχόλησης και αυξάνεται σταδιακά με την πάροδο των ετών.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως βάση υπολογισμού για το δικαίωμα λήψης της ετήσιας κανονικής άδειας νοείται το ημερολογιακό έτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει), σε συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ιδίου νόμου, όπως ισχύει, καθώς και με την αριθμ. πρωτ: 3392/1-3-2005 εγκύκλιο του Υπουργείου Εργασίας, η κανονική άδεια θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, ακόμη και εάν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο. Πάντως, οι μισές τουλάχιστον δικαιούμενες ημέρες αδείας των εργαζομένων κάθε επιχείρησης θα πρέπει να χορηγούνται εντός του χρονικού διαστήματος από 1η Μαΐου μέχρι 30η Σεπτεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους.

Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της αδείας κανονίζεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, του πρώτου υποχρεουμένου να χορηγήσει την αιτηθείσα άδεια το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως, η οποία αποσκοπεί μόνο στον προσδιορισμό των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωση για τη χορήγηση της αδείας και δεν αποτελεί τυπική προϋπόθεση για την υπό του μισθωτού άσκηση του δικαιώματός του για άδεια μετ΄ αποδοχών, του εργοδότη υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχει την άδεια έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού (Α.Π. 1683/2012, Α.Π. 1174/2014, Α.Π. 1180/2017, Α.Π. 1970/2017).

β) Δικαιούμενες ημέρες άδειας λόγω 10ετούς προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12ετούς προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη

Οι εργαζόμενοι (υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες) που συμπληρώνουν 10 έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12 έτη προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται:

άδεια 25 εργάσιμων ημερών, εάν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και
άδεια 30 εργάσιμων ημερών, εάν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2000-2001).

γ) Δικαιούμενες ημέρες άδειας λόγω 25ετούς προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη

Οι εργαζόμενοι (υπάλληλοι και εργατοτεχνίτες) που συμπληρώνουν 25 έτη προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται:

άδεια 26 εργάσιμων ημερών, εάν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και
άδεια 31 εργάσιμων ημερών, εάν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008-2009).

Σημείωση: Στην άδεια αναπαύσεως των μισθωτών, υπολογίζονται μόνο οι εργάσιμες ημέρες. Δεν συμπεριλαμβάνονται δηλαδή οι Κυριακές, οι αργίες και οι ημέρες ασθενείας του μισθωτού (εντός των ορίων βραχείας ασθένειας) που εμπίπτουν μέσα στο διάστημα της αδείας. Για τους μισθωτούς με πενθήμερη εργασία δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό ημερών αδείας η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν παρέχουν εργασία λόγω του πενθημέρου (ρεπό). ( παρ. 1 και 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 ).
2. Ετήσια κανονική άδεια εργαζομένων με σύμβαση μερικής - εκ περιτροπής απασχόλησης

α) Μερική καθημερινή απασχόληση

Οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 , όπως ισχύει ( παρ.10 του άρθρου 38 του Ν.1892/1990 , όπως ισχύει). `Αρα, για τους εργαζόμενους (υπάλληλους ή εργατοτεχνίτες) που απασχολούνται επί πενθήμερο ή εξαήμερο, αλλά με μειωμένο ωράριο, ακολουθείται η διαδικασία που προαναφέρθηκε, όσον αφορά τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας με αποδοχές.

β) Εκ περιτροπής απασχόληση

Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Πιο συγκεκριμένα, η εκ περιτροπής εργασία αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες τον μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, μεταξύ άλλων, ότι στη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν.1892/1990 , όπου αναφέρεται η έκφραση «.........., κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας.......», ο νομοθέτης δεν ορίζει ως πλήρες ωράριο μόνο το 8ωρο. Πλήρες ωράριο θεωρούνται και οι 6 ώρες και 40 λεπτά τα οποία αντιστοιχούν στην εξαήμερη εβδομαδιαία απασχόληση. Οπότε συμπεραίνουμε ότι η απασχόληση για λιγότερες από 5 ημέρες εβδομαδιαίως, αλλά επί 8ωρο ή 6 ώρες και 40 λεπτά (6,667 ώρες), θεωρείται εκ περιτροπής.

Για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας με Αρ.Πρωτ: οικ. 36311/840/5-11-2013 .

Ο μισθωτός που απασχολείται με το σύστημα εκ περιτροπής εργασίας δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο (1/12) της άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας. Ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό κλάσμα χρόνου άδειας που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα ( παρ.2 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 , όπως ισχύει).

Στο ανωτέρω έγγραφο το οποίο αναφέρεται για απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες και επί 8ωρο ημερησίως, αναφέρονται τα ακόλουθα:

- Για το πρώτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 20 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το πρώτο ημερολογιακό έτος.

- Για το δεύτερο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 21 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το δεύτερο ημερολογιακό έτος.

- Για το τρίτο ημερολογιακό έτος ο εργαζόμενος δικαιούται για κάθε μήνα απασχόλησης έως το τέλος του έτους, (όπου ως μήνας λογίζονται πάντα οι 25 πραγματικές ημέρες εργασίας) άδεια ίση με το 1/12 των 22 εργάσιμων ημερών, δηλαδή της νομίμως προβλεπόμενης αδείας για το τρίτο ημερολογιακό έτος.

Επισημαίνεται ότι οι ανωτέρω υπολογισμοί εξαρτώνται πάντοτε από τις πραγματικές εργάσιμες ημέρες που θα προκύψουν κατά την διάρκεια του έτους. Βέβαια, σε περίπτωση που το ημερήσιο ωράριο εργασίας είναι επί 6 ώρες και 40 λεπτά (πλήρες), οι ανωτέρω συντελεστές που προκύπτουν είναι τα 24/12, τα 25/12 και τα 26/12. Και στις δύο περιπτώσεις (8 ώρες ή 6 ώρες και 40 λεπτά), ισχύουν τα όσα προαναφέρθηκαν σχετικά με την προϋπηρεσία των μισθωτών.

Αξίζει βέβαια να αναφερθεί και η απόφαση 12/2016 του Ειρηνοδικείου Πατρών, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι για την εξεύρεση των ημερών αδείας των εργαζομένων με διαλείπουσα ή εκ περιτροπής απασχόληση (είτε πρόκειται για τακτική, είτε πρόκειται για τμηματική διαλείπουσα εργασία), πολλαπλασιάζουμε ένα σταθερό συντελεστή επί τον αριθμό των ημερών εργασίας. Ο συντελεστής αυτός προκύπτει από τη διαίρεση του συνολικού αριθμού των ημερών αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με τον συνολικό αριθμό των εργασίμων ημερών, κατά τις οποίες ένας μέσος εργαζόμενος απασχολείται ετησίως, κατά κανόνα, με καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Ο συνολικός αυτός αριθμός των εργασίμων ημερών απασχόλησης ενός μέσου εργαζομένου σε ετήσια βάση είναι 300 ημέρες (12 μήνες x 25 ημέρες, που είναι ο μέσος όρος μηνιαίας απασχόλησης = 300 ημέρες). Συνεπώς, ο ανωτέρω συντελεστής για τον υπολογισμό του βασικού χρόνου στην προκειμένη περίπτωση είναι ίσος με 24 (όσο δηλαδή το ανώτατο όριο των ημερών της πρώτης αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης) : 300 = 0,08, ενώ για τον υπολογισμό των ημερών αδείας τα επόμενα χρόνια, (μετά δηλαδή τη συμπλήρωση του βασικού χρόνου) είναι ίσος με 25 (όσο το ανώτατο όριο των ημερών κανονικής αδείας με καθεστώς πλήρους απασχόλησης για το 2ο χρόνο) : 300 = 0,8333333 και για τον τρίτο και πέραν αυτού χρόνο είναι ίσος με 26 (όσο δηλαδή το ανώτατο όριο ημερών κανονικής αδείας, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης μετά τη συμπλήρωση 2 ετών εργασίας στον ίδιο εργοδότη) : 300 = 0,08666666. Ισχύουν βέβαια τα όσα προαναφέρθησαν περί προϋπηρεσίας στον ίδιο ή σε οποιονδήποτε εργοδότη.

γ) Μερική μη καθημερινή απασχόληση (Διαλείπουσα απασχόληση)

Αν έχουμε εργασία σε ορισμένες ημέρες τον μήνα, που παρέχεται ακανόνιστα, τότε πρόκειται για διαλείπουσα εργασία. Αυτή η μορφή μερικής απασχόλησης δεν απαγορεύεται, αλλά δεν ρυθμίζεται από το άρθρο 38 του Ν.1892/1990 , αναμφίβολα όμως οι βασικές αρχές του νόμου εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή (Εφ.Πατρ. 220/2005).

Όπως προαναφέρθηκε, ο μισθωτός που απασχολείται με το σύστημα της διαλείπουσας εργασίας δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος, άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο (1/12) της άδειας για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψή του, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά, ή από λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους, μέχρι την ημέρα έναρξης της άδειας. Ως μήνας λογίζονται είκοσι πέντε (25) ημέρες απασχόλησης. Αν προκύπτει κατά τον υπολογισμό κλάσμα χρόνου άδειας που υπερβαίνει τη μισή ημέρα, το κλάσμα στρογγυλοποιείται σε ολόκληρη ημέρα ( παρ.2 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 , όπως ισχύει).

Στην περίπτωση της διαλείπουσας απασχόλησης σαφώς και δεν γίνεται διάκριση πενθημέρου και εξαημέρου, οπότε ο υπολογισμός γίνεται με βάση τους συντελεστές της εξαήμερης απασχόλησης, ανάλογα με την προϋπηρεσία του μισθωτού, όπως προαναφέρθηκε. Ένας απλός τρόπος για να υπολογιστούν οι ημέρες της άδειας στο συγκεκριμένο καθεστώς, είναι ο παρακάτω:

Παράδειγμα

Έστω μισθωτός (υπάλληλος ή εργατοτεχνίτης) ο οποίος απασχολείται για δύο (2) ημέρες την εβδομάδα επί 4ωρο ημερησίως. Ο μισθωτός αυτός προσλήφθηκε την 1η/2/2019. Ο υπόψη εργαζόμενος δεν έχει καθόλου προϋπηρεσία. Πόσες ημέρες άδειας δικαιούται ο ανωτέρω εργαζόμενος για το 2019;

Απάντηση

Εφόσον ο μισθωτός απασχολείται 2 ημέρες εβδομαδιαίως, η άδεια μέχρι τέλους του έτους είναι οι 11 μήνες επί 8 ημέρες ανά μήνα (2 ημέρες x 4 εβδομάδες) = 88 ημέρες. `Αρα, 88/300 x 24 = 7,04 που στρογγυλοποιούνται σε 7 ημέρες άδειας ή με άλλον τρόπο έχουμε τα 24/300 = 0,08 x 88 = 7,04 που στρογγυλοποιούνται σε 7 ημέρες άδειας.
3. Αποδοχές και επίδομα αδείας - Τι οφείλεται σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας

α) Όπως είναι γνωστό, κάθε εργαζόμενος κατά τη διάρκεια της άδειας δικαιούται και τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας. Οι αποδοχές αυτές είναι ίσες με τις καταβαλλόμενες αποδοχές, ήτοι «συνήθεις αποδοχές», εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο στον οποίο κάνει χρήση της δικαιούμενης άδειάς του ( παρ.1 του άρθρου 3 του Α.Ν.539/1945 , όπως ισχύει).

Περαιτέρω, οι μισθωτοί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε εργοδότη δικαιούνται κατ΄ έτος και επιδόματος αδείας ίσου προς το σύνολο των αποδοχών αδείας αναπαύσεως, υπό τον περιορισμό ότι το επίδομα αυτό δεν δύναται να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός 15νθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και των 13 εργάσιμων ημερών για όσους μισθωτούς αμείβονται με ημερομίσθιο.

Το δικαίωμα λήψης του επιδόματος αδείας, αποτελεί επακόλουθο του δικαιώματος λήψης κανονικής άδειας και υπολογίζεται όπως και οι αποδοχές αδείας (είναι δηλαδή ίσο προς το σύνολο των αποδοχών αδείας με τον περιορισμό που φυσικά προαναφέρθηκε.

Ως εκ τούτου, οι μισθωτοί οι οποίοι λαμβάνουν τμήμα ή ολόκληρη την άδεια, δικαιούνται και ανάλογες αποδοχές επιδόματος αδείας τόσο για το πρώτο και δεύτερο ημερολογιακό έτος, όσο και για τα επόμενα έτη (Αριθμ.Πρωτ:οίκ. 3392/01-03-2005 , Αρ.πρ.: οικ. 3631/87/27-01-2015 ).

Επισημαίνεται ότι τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα της αδείας, προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της αδείας του ( παρ.8 του άρθρου 3 του Α.Ν.539/1945 , όπως ισχύει).

Σημείωση: Οι αποδοχές αδείας είναι ίδιες για τους μισθωτούς που απασχολούνται τόσο επί εξαήμερης όσο και επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (Α.Π. 1174/2014). Αυτό ισχύει, διότι ο εργαζόμενος που απασχολείται επί πενθήμερο και 8ωρο ημερησίως, καλύπτει με την εργασία του και την 6η ημέρα της εβδομάδας. Οπότε η 6η ημέρα της εβδομάδας θεωρείται πλασματικά για τον υπολογισμό του εβδομαδιαίου μισθού ως χρόνος εργασίας και έτσι η εργασία παρέχεται επί 5 ημέρες την εβδομάδα (8ωρο), ο εργοδότης όμως καταβάλλει 6 ημερομίσθια ή 6/25 του μισθού την κάθε εβδομάδα, όπως και στην εξαήμερη απασχόληση.

Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις παρατηρούμε στον υπολογισμό των αποδοχών αδείας, την προσαύξηση του αριθμού των ημερών αδείας κατά 1,2 (8/6,667 ή 6/5). Αυτός ο υπολογισμός βέβαια δεν οδηγεί πάντα σε ορθά αποτελέσματα. Παρακάτω θα σημειώσουμε ορισμένα παραδείγματα για να γίνει πιο κατανοητό. Εάν για παράδειγμα ένας εργαζόμενος επί πενθήμερο και 8ωρο (χωρίς προϋπηρεσία) και μηνιαίο μισθό 1.000 ευρώ, απασχολήθηκε όλο το 1ο ημερολογιακό έτος 2019, δικαιούται 20 ημέρες άδειας. Ως αποδοχές αδείας δικαιούται τις εξής:

- 20 ημέρες x 1,2 x 1.000/25 = 960 ευρώ

Σε περίπτωση που ήταν εξαήμερος, θα δικαιούταν 24 ημέρες x 1.000/25 = 960 ευρώ, δηλαδή τις ίδιες αποδοχές αδείας.

Σε περίπτωση όμως που ο ίδιος εργαζόμενος απασχοληθεί όλο το 2ο ημερολογιακό έτος, δικαιούται 21 ημέρες άδειας. Ως αποδοχές αδείας δικαιούται τις εξής:

- 21 x 1,2 x 1.000/25 = 1.008 ευρώ

Σε περίπτωση που ήταν εξαήμερος, θα δικαιούταν 25 ημέρες x 1.000/25 = 1.000 ευρώ. Εδώ παρατηρείται μια απόκλιση και στην ουσία ο εργαζόμενος επί πενθήμερο αμείβεται περισσότερο από αυτόν με εξαήμερη απασχόληση, κάτι που είναι αντίθετο βάσει της απόφασης 1174/2014 του `Αρειου Πάγου. Το ίδιο παρατηρείται και στις περιπτώσεις όπου ο πενθήμερος εργαζόμενος δικαιούται 22 ημέρες (3ο και πλέον έτη) και ο εξαήμερος 26 (26/22 = 1,18), καθώς και στην περίπτωση λόγω προϋπηρεσίας άνω των 25 ετών σε οποιονδήποτε (31/26 = 1,19). Αντίθετα στην περίπτωση όπου ο πενθήμερος δικαιούται 25 (10 στον ίδιο ή 12 σε οποιονδήποτε) και ο εξαήμερος 30, παρατηρούμε ότι οι αποδοχές αδείας συμφωνούν (30/25 = 1,2).

Βέβαια, κατά την άποψή μου πρέπει να σημειωθεί, ότι εφόσον η εργασιακή σχέση παραμένει ενεργή, δεν τίθεται θέμα υπολογισμού των αποδοχών αδείας, με δεδομένο ότι ο εργαζόμενος για το διάστημα αυτό της άδειας του, λαμβάνει τις «συνήθεις αποδοχές» τις οποίες θα έπαιρνε αν εργαζόταν στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Θέμα υπολογισμού των αποδοχών αδείας υφίσταται πρακτικά μόνο επί διακοπής της εργασιακής σχέσης οπότε και οι τυχόν μη χορηγηθείσες ημέρες άδειας επί πενθημέρου, προκειμένου για έμμισθο εργαζόμενο, μετατρέπονται σε χρηματική αξία ίση με τις ημέρες x 1,2/25 του μηνιαίου μισθού. Αν για παράδειγμα ένας πενθήμερος χωρίς προϋπηρεσία με πρόσληψη 1/1/2017 και αποχώρηση 31/12/2019, δικαιούται για το έτος 2019, 22 ημέρες άδειας. Ως αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας θα δικαιούται τα 26/25 του μηνιαίου μισθού, όπως και ο εξαήμερος και όχι τις 22 ημέρες x 1,2/25 του μηνιαίου μισθού, διότι υπάρχει η απόκλιση που προαναφέραμε, ήτοι 26,4/25 του μηνιαίου μισθού σε αντίθεση με τα 26/25 του μισθού εάν ήταν εξαήμερος.

β) Αποδοχές και επίδομα αδείας στη μερική απασχόληση

Όπως προαναφέρθηκε, οι μερικώς απασχολούμενοι μισθωτοί έχουν δικαίωμα ετήσιας άδειας με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβαναν εάν εργάζονταν κατά το χρόνο της αδείας τους, για τη διάρκεια της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Α.Ν. 539/1945 , όπως ισχύει ( παρ.10 του άρθρου 38 του Ν.1892/1990 , όπως ισχύει).

Επιπρόσθετα, κατά την παρ.2 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 (όπως ισχύει), σε περίπτωση διαλείπουσας ή εκ περιτροπής εργασίας, οι μισθωτοί δικαιούνται, κάθε ημερολογιακό έτος από την έναρξη της εργασίας τους σε υπόχρεη επιχείρηση, και:

• για κάθε μήνα απασχόλησης από την πρόσληψη τους, αν η άδεια χορηγείται για πρώτη φορά ή

• για κάθε μήνα απασχόλησης από τη λήψη της άδειας του προηγούμενου έτους και μέχρι την ημέρα έναρξης της νέας άδειας, όσον αφορά τα επόμενα ημερολογιακά έτη,

άδεια με αποδοχές ίση με το ένα δωδέκατο της άδειας που προβλέπεται στην παρ.1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 , όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Εν όψει των όσων αναφέρονται στην παρ.1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 , καθώς και στα άρθρα 6 και 3 των Ε.Γ.Σ.Σ.Ε 2000-2001 και Ε.Γ.Σ.Σ.Ε 2008-2009 αντίστοιχα, καθίσταται εμφανές ότι εργαζόμενος ο οποίος κατά το διάστημα χορήγησης της άδειας του απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, δικαιούται ετήσια άδεια με αποδοχές και επίδομα αδείας, με βάση τις αποδοχές που θα ελάμβανε εάν εργαζόταν. Ως εκ τούτου, οι αποδοχές αδείας θα αντιστοιχούν στον αριθμό των εργάσιμων ημερών που δικαιούται ως άδεια. Ειδικότερα, το επίδομα αδείας θα φθάσει το ύψος των αποδοχών αδείας και ως εκ τούτου του ορίου του 1/2 του μηνιαίου μισθού ή των 13 ημερομισθίων (Έγγρ. 20930/692/09-10-2012).

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο ανωτέρω έγγραφο γίνεται αναφορά και στην εγκύκλιο 1219/08-08-1983 του Υπουργείου Εργασίας, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι το επίδομα αδείας πρέπει να ακολουθεί τις αποδοχές αδείας μέχρι το 1/2 του μηνιαίου μισθού (12,5 ημερομίσθια) της πλήρους απασχόλησης για αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό ή τα 13 ημερομίσθια για αμειβόμενους με ημερομίσθιο.

γ) Αποδοχές και επίδομα αδείας σε περίπτωση λύσης της σχέσεως εργασίας

Σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας μισθωτού με οποιονδήποτε τρόπο (απόλυση, αποχώρηση από την εργασία κ.λπ.) πριν λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, ο μισθωτός δικαιούται τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί άδεια.

Οι ως άνω διατάξεις περί αδείας ισχύουν για το σύνολο των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων και των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, καθώς δεν υφίσταται πλέον βασικός χρόνος αναμονής για τη θεμελίωση δικαιώματος ετήσιας άδειας με αποδοχές ( παρ.5 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/1945 , Αρ.πρ.: οικ. 3631/87/27-01-2015).

Ως εκ τούτου και εφόσον κατά το χρονικό σημείο της λύσεως της σχέσης εργασίας δεν έχει εξαντληθεί το δικαίωμα της άδειας, στα πλαίσια της διάταξης της παρ.1 του άρθρου 2 του Α.Ν.539/1945 , προκύπτουν οι εξής περιπτώσεις:

Κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος (εντός του οποίου προσελήφθη) ο μισθωτός δικαιούται να λάβει αποδοχές αδείας ίσες με 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης. Επίσης, δικαιούται 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο μισθωτός δικαιούται επίσης 2 ημερομίσθια ανά μήνα απασχόλησης και άλλα 2 ημερομίσθια ανά μήνα ως επίδομα αδείας (με τον περιορισμό του μισού μισθού ή των 13 ημερομισθίων).
Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και για τα επόμενα οφείλονται αποδοχές πλήρους αδείας και επιδόματος αδείας, που αντιπροσωπεύουν αυτές που θα δικαιούταν ο μισθωτός εάν ελάμβανε την άδειά του κατά το χρονικό διάστημα της λύσης της σχέσης εργασίας (Αριθμ.Πρωτ:οίκ.3392/01-03-2005).

Σημείωση: Οι αποδοχές και το επίδομα αδείας του αποχωρούντος μισθωτού, ο οποίος δεν έχει λάβει την άδεια, υπολογίζονται βάσει του ημερομισθίου που καταβάλλονταν κατά την αποχώρηση (Α.Π. 1468/1997).
4. Η χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας σε εποχιακά απασχολούμενους

Οι προαναφερόμενες διατάξεις περί αδείας ισχύουν για το σύνολο των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που απασχολούνται σε εποχικά λειτουργούσες επιχειρήσεις με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, καθώς δεν υφίσταται πλέον βασικός χρόνος αναμονής για τη θεμελίωση δικαιώματος ετήσιας άδειας με αποδοχές.

Πιο συγκεκριμένα, για τους απασχολούμενους εποχιακά σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της χώρας, ορίζεται ότι κατά τη λήξη της εποχιακής τους απασχόλησης με οποιονδήποτε τρόπο, δικαιούνται αποδοχών αδείας δύο (2) ημερών κατά μήνα απασχόλησης, ανεξάρτητα από τυχόν οφειλόμενη σε αυτούς αποζημίωση για άλλο λόγο. Για απασχόληση μικρότερη από μήνα καταβάλλεται ανάλογο κλάσμα. Ο χρόνος της ετήσιας αδείας δεν θα υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα ετησίως.

Ο χρόνος της άδειας αυτής είναι χρόνος εν ασφαλίσει, οι δε αποδοχές υπόκεινται στις νόμιμες υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων κρατήσεις, αναγνωρίζονται δε ως ημέρες που διανύθηκαν σε καθεστώς απασχόλησης οπό τον Ο.Α.Ε.Δ. (παρ.4 και 5 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/1945, όπως ισχύει, Αρ.πρ.: 59372/962/18-12-2015).
5. Απαγορεύεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας κατά τη διάρκεια της άδειας

Κατά τη διάρκεια της άδειας απαγορεύεται η απόλυση του μισθωτού από τον εργοδότη ( παρ.6 του άρθρου 5 Α.Ν. 539/1945 ). Η απαγόρευση αυτή της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως αφορά μόνο την καταγγελία κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής και όχι τις περιπτώσεις άλλων αδειών, όπως είναι η αναρρωτική (Α.Π. 757/2007, Α.Π. 402/2014).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν απαγορεύεται στον εργοδότη να απολύσει τον μισθωτό κατά τη διάρκεια της αδείας που του έχει χορηγηθεί, δεν απαγορεύεται όμως στον εργοδότη να προειδοποιήσει τον μισθωτό κατά την έναρξη ή κατά την διάρκεια της άδειας του ότι απολύεται προσεχώς, αρκεί ο χρόνος της απολύσεώς του να τοποθετείται μετά την ημερομηνία λήξεως της άδειας του (Εφ. Λαρίσης 667/1996).
6. Αποχώρηση μισθωτού κατά την 31η/12 ή 1η/1 και αποδοχές και επίδομα αδείας για το επόμενο έτος

Ο μισθωτός του οποίου η εργασιακή σύμβαση λύθηκε με καταγγελία, που έγινε μετά την παροχή της κανονικής άδειας που δικαιούται αυτός για το τελευταίο έτος της απασχόλησής του και χωρίς καμία περαιτέρω απασχόλησή του, δεν δικαιούται άδεια, αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας για το επόμενο ημερολογιακό έτος. Αν δηλαδή, ένας μισθωτός απολυθεί κατά την 31η/12/2019 ή κατά την 1η/1/2020 (χωρίς δηλαδή να απασχοληθεί το έτος 2020), δεν δικαιούται για το έτος 2020 άδεια με αποδοχές, αλλά ούτε και επίδομα αδείας (Α.Π. 1468/1997, Α.Π. 564/1998).
7. Η απουσία κατά την 6μηνη άδεια του Ο.Α.Ε.Δ. συνυπολογίζεται για την κανονική άδεια

Ο χρόνος απουσίας της εργαζόμενης από την εργασία της κατά τη διάρκεια της ειδικής άδειας προστασίας της μητρότητας, λογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας, της προϋπηρεσίας για τον καθορισμό της αμοιβής και της αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης, αλλά και κάθε δικαιώματος που απορρέει από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (Υ.Α.33891/606/9-5-2008).
8. Εναλλαγή του εβδομαδιαίου συστήματος απασχόλησης από 5ήμερο σε 6ήμερο

Όσον αφορά τη δυνατότητα εναλλαγής του εβδομαδιαίου συστήματος απασχόλησης από πενθήμερο σε εξαήμερο και αντιστρόφως, επισημαίνεται ότι δεν υφίστανται διατάξεις που να απαγορεύουν ρητά κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ενδεχόμενη υιοθέτηση ενός τέτοιου συστήματος ενέχει κινδύνους, καθώς καθιστά αδύνατη την εφαρμογή βασικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας όπως είναι οι διατάξεις για την υπερεργασία και την υπερωριακή απασχόληση καθώς και οι διατάξεις για τον υπολογισμό της ετήσιας κανονικής άδειας των εργαζομένων, οι οποίες εφαρμόζονται επί αμιγούς συστήματος πενθήμερης ή εξαήμερης απασχόλησης. Συνεπώς, η εφαρμογή ενός τέτοιου μεικτού συστήματος δεν παρέχει ασφάλεια δικαίου για τον εργαζόμενο (Αρ.Πρωτ.: 42815/769/26-09-2017 ).
9. Ειδικό Βιβλίο Αδειών και Έντυπο Ε11 - Καταχώριση της ετήσιας κανονικής άδειας στο Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ

Κάθε εργοδότης οφείλει να τηρεί ειδικό βιβλίο, το οποίο δύναται να είναι και σε μορφή μηχανογραφημένων σελίδων. Το ειδικό βιβλίο ή οι μηχανογραφημένες σελίδες πρέπει να φέρουν τα στοιχεία της επιχείρησης, την ένδειξη «Βιβλίο αδειών» και να περιλαμβάνει τις παρακάτω στήλες:

Ονοματεπώνυμο μισθωτών,
ημερομηνία πρόσληψης,
αριθμός δικαιούμενων ημερών αδείας,
χρονολογία έναρξης και λήξης χορηγηθείσας αδείας,
αποδοχές αδείας και
επίδομα αδείας.

Ειδικώς, οι αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας συμπληρώνονται στο σύνολό τους μέχρι το τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους λήψης της κανονικής άδειας. Τα ανωτέρω στοιχεία πρέπει να είναι στη διάθεση των Επιθεωρητών Εργασίας του Σ.ΕΠ.Ε. ( παρ.3α του άρθρου 4 του Α.Ν.539/1945 πριν την αντικατάσταση με το άρθρο 53 του Ν.4611/2019 , όπου θα δούμε παρακάτω).

Σημείωση: Με την τροποποίηση του Ν.4254/2014 στις διατάξεις του Α.Ν.539/1945, καταργήθηκε από 7/4/2014 η διάταξη περί διατήρησης από τον εργοδότη επί πενταετίας του ειδικού βιβλίου αδειών. Επίσης δεν είναι υποχρεωτική και η υπογραφή του μισθωτού στο ειδικό βιβλίο αδειών.

Υπό το προηγούμενο καθεστώς της παρ. 3 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945 (όπου ισχύει μέχρι και σήμερα και θα δούμε παρακάτω τον λόγο), η ετήσια κανονική άδεια καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο που τηρεί ο εργοδότης και μόνο εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους (1/1 έως 31/1), υποχρεούται ο εργοδότης να γνωστοποιεί ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας «Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ», μέσω του Εντύπου Ε11, τα στοιχεία των εργαζομένων που έλαβαν την ετήσια άδεια και το επίδομα αδείας κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος και έχουν καταχωρισθεί στο ειδικό Βιβλίο Αδειών.

Με τις νέες διατάξεις του άρθρου 53 του Ν.4611/2019 , το οποίο τροποποίησε τις διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 4 του Α.Ν.539/1945 περί ειδικού βιβλίου αδειών (το οποίο ισχύει και ως σήμερα), ο εργοδότης αναγγέλλει ηλεκτρονικά στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας «Π.Σ. ΕΡΓΑΝΗ», τη χορήγηση της άδειας έως και μία (1) ώρα μετά την έναρξη πραγματοποίησής της.

Με τον τρόπο αυτό καθίσταται αποτελεσματικότερος ο έλεγχος της πραγματικής χορήγησής της από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας. Σε περίπτωση μη τήρησης της υποχρέωσης αυτής επιβάλλονται από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Ν.3996/2011 .

Η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ανωτέρω, καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η οποία προς το παρόν δεν έχει δημοσιευθεί.

Εδώ παρατηρούμε ότι εμμέσως κατά τη δημοσίευση της ανωτέρω υπουργικής απόφασης, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα, καταργείται η υποχρέωση τήρησης από τον εργοδότη του ειδικού βιβλίου αδειών, καθώς και της γνωστοποίησης των στοιχείων της ετήσιας κανονικής άδειας μέσω του Εντύπου Ε11, για τον απλούστατο λόγο ότι τροποποιήθηκε ολόκληρη η παρ. 3 του άρθρου 4 του Α.Ν.539/1945 και δεν αναφέρεται πλέον πουθενά το ειδικό βιβλίο και το Έντυπο Ε11.
10. Κυρώσεις περί μη χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας

Ο εργοδότης εφόσον εκ προθέσεως δεν χορήγησε την άδεια υπέχει και ποινική ευθύνη κατά την παρ.7 του άρθρου 5 του Α.Ν.539/1945 σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του Ν.3996/2011 . Σε περιπτώσεις παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας σχετικές με την ετήσια κανονική άδεια και ανάλογα με το είδος της παράβασης και το βαθμό σοβαρότητας αυτής ακολουθείται η διαδικασία για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων βάσει του άρθρου 24 του Ν.3996/2011 και τηςΥ.Α.29164/755/02-07-2019.


Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του κ. Ευάγγελου Χατζηπέτκου, με τίτλο «Η ετήσια κανονική άδεια των μισθωτών - Κατάτμηση αδείας και υπολογισμός αποδοχών και επιδόματος αδείας σε πλήρη και μερική απασχόληση», που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2018 του περιοδικού Epsilon7. Στο πλήρες άρθρο μπορείτε να δείτε μεταξύ άλλων ανάλυση για τη ρύθμιση της άδειας κατά το 1ο, 2ο και 3ο ημερολογιακό έτος, για την κατάτμηση της αδείας και άλλα θέματα σχετικά με τη χορήγηση αδείας.

Παρακαλούμε Σύνδεση για να συμμετάσχετε στη συζήτηση.

  • Δεν Επιτρέπεται: για δημιουργία νέου θέματος.
  • Δεν Επιτρέπεται: για απάντηση.
  • Δεν Επιτρέπεται: να επεξεργαστείτε το μήνυμά σας.
Συντονιστές: elati4panospanagos_65georgarelgeorgtzafergeorgantgeorgandriot
Χρόνος δημιουργίας σελίδας: 0.398 δευτερόλεπτα
Τελευταία άρθρα.
Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm