Εκτύπωση

NOMOΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ. 4387/2016

ΦΕΚ Α 85 /12.5.2016
Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας − Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού − συνταξιοδοτικού συστήματος − Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

ΜΕΡΟΣ Α΄
ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΕΝΙΑΙΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

 

 


 

Άρθρο 1.
Θεμελιώδεις αρχές του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας.


1. Οι κοινωνικές παροχές της Πολιτείας χορηγούνται στο πλαίσιο Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας, με σκοπό την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών.

Το Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας περιλαμβάνει το Εθνικό Σύστημα Υγείας για τις παροχές υγείας, το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τις προνοιακές παροχές και το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης για τις ασφαλιστικές παροχές, όπως ρυθμίζεται από το νόμο αυτόν.
2. Η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η κοινωνική πρόνοια αποτελούν δικαίωμα όλων των Ελλήνων Πολιτών και όσων διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα. Το Κράτος έχει υποχρέωση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας και για την απονομή των σχετικών παροχών σε όλους όσοι πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
3. Το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης λειτουργεί με ενιαίους κανόνες για όλους τους ασφαλισμένους του Ε.Φ.Κ.Α..

 


 

Άρθρο 2
Εννοιολογικοί προσδιορισμοί


1. Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, η κύρια σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας και εκ μεταβιβάσεως υπολογίζεται ως το άθροισμα δύο τμημάτων: της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 και της ανταποδοτικής σύνταξης του άρθρου 8 του παρόντος.
2. Η Εθνική Σύνταξη δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές, αλλά απευθείας από τον Κρατικό Προϋπολογισμό.
3. Το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές και του ποσοστού αναπλήρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος.

Το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατό εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
4. Το ποσό της κατά τα ανωτέρω παραγράφου 1 σύνταξης καταβάλλεται ανά μήνα.
5. Το κράτος έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών.

Ειδικές διατάξεις σχετικές με την κρατική χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης καταργούνται.

 


 

Άρθρο 3
Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας


1. Συνιστάται Εθνικό Συμβούλιο Κοινωνικής Ασφάλειας (Ε.ΣΥ.Κ.Α.) ως συμβουλευτικό όργανο των Υπουργείων Υγείας, Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τη χάραξη των εθνικών πολιτικών, στο πλαίσιο του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας. Όργανα του Ε.ΣΥ.Κ.Α. είναι ο Πρόεδρος, η Ολομέλεια και το Εκτελεστικό Συμβούλιο.
2. Η Ολομέλεια του Ε.ΣΥ.Κ.Α. έχει ως αποστολή:

α. Τη διαρκή παρακολούθηση των θεμάτων κοινωνικής ασφάλειας, τη δημόσια ενημέρωση και την προώθηση της σχετικής με το πεδίο αυτό έρευνας
β. Την ανταλλαγή εμπειριών σε διεθνές επίπεδο διατηρώντας παράλληλα μόνιμη συνεργασία και επικοινωνία με διεθνείς οργανισμούς και παρεμφερή όργανα άλλων χωρών
γ. Την υποβολή συστάσεων, προτάσεων και εκπόνηση μελετών και εκθέσεων για τη λήψη νομοθετικών, διοικητικών ή άλλων μέτρων που συμβάλλουν στη βελτίωση της κοινωνικής ασφάλειας.

3. Το Ε.ΣΥ.ΚΑ. συγκροτείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Υγείας και αποτελείται από τα εξής μέλη:

α. Τον Πρόεδρο του Ε.ΣΥ.Κ.Α., ο οποίος είναι μέλος Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.) Πανεπιστημίου ή ομότιμος καθηγητής, ή προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους με ιδιαίτερη εμπειρία σε θέματα κοινωνικής Προστασίας και ορίζεται ύστερα από γνώμη της αρμόδιας κατά τον Κανονισμό της Βουλής Επιτροπής.
β. Τον Γενικό Γραμματέα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ. Τέσσερις (4) εκπροσώπους, ένας ανά Υπουργείο, ήτοι (1) εκπρόσωπος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, του Οικονομικών, του Υγείας, του Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης με τους αναπληρωτές τους, που ορίζονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού.
δ. Τον Διοικητή του ΟΑΕΔ, με τον αναπληρωτή του

ε. Τον Διοικητή του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) με τον αναπληρωτή του.

στ. Τον Διοικητή του ΟΓΑ, με τον αναπληρωτή του.

ζ. Τον Πρόεδρο του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τον αναπληρωτή του.

η. Τον Πρόεδρο του ΕΟΠΥΥ, με τον αναπληρωτή του

θ. Έναν (1) εκπρόσωπο από φορείς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Υγείας που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.
ι. Τον Συνήγορο του Πολίτη, με αναπληρωτή του τον Βοηθό Συνήγορο με αρμοδιότητα την Κοινωνική Προστασία.
ια. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΓΣΕΕ, με τον αναπληρωτή του.
ιβ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΑΔΕΔΥ, με τον αναπληρωτή του.
ιγ. Έναν (1) εκπρόσωπο του ΣΕΒ και του ΣΕΤΕ, που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του.
ιδ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΓΣΕΒΕΕ και της ΕΣΕΕ που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του.
ιε. Έναν (1) εκπρόσωπο των συνταξιούχων που υποδεικνύεται από την Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος (ΑΓΣΕΕ), την Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΙΚΑ, την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΟΑΕΕ (ΠΟΣ ΟΑΕΕ) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων (ΠΟΠΣ), εκ περιτροπής ανά θητεία, με τον αναπληρωτή του.
ιστ. Έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), με τον αναπληρωτή του.
ιζ. Έναν (1) εκπρόσωπο της ΚΕΔΕ και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας που υποδεικνύεται από κοινού από τις δύο οργανώσεις, με τον αναπληρωτή του.
ιη. Δύο (2) ειδικούς επιστήμονες επί θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
ιθ. Έναν (1) ειδικό επιστήμονα επί θεμάτων υγείας και κοινωνικής προστασίας που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας.
κ. Έναν (1) εκπρόσωπο του Τεχνικού Επαγγελματικού Επιμελητηρίου, της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, της Συντονιστικής Επιτροπής Συμβολαιογραφικών Συλλόγων Ελλάδος, του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου και του Οικονομικού Επιμελητηρίου που υποδεικνύεται από κοινού από τις οργανώσεις αυτές, με τον αναπληρωτή του.
κα. Τον Διοικητή του Ε.Τ.ΕΑ. με τον αναπληρωτή του.

4. Σε περίπτωση, κατά την οποία οι αρμόδιοι φορείς των περιπτώσεων ια΄ έως ιζ΄ και κ’ της προηγούμενης παραγράφου δεν υποδείξουν εντός δύο μηνών από σχετική πρόσκληση των Υπουργών Υγείας, Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης τους εκπροσώπους τους, η Ολομέλεια του Ε.ΣΥ.Κ.Α. λειτουργεί νόμιμα και χωρίς τη συμμετοχή τους.
5.

α. Η Εκτελεστική Επιτροπή του Ε.ΣΥ.Κ.Α. αποτελείται από τον Πρόεδρό του και τα μέλη των περιπτώσεων ιη΄ και ιθ΄ της παραγράφου 3 και συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Υγείας.
β. Η εκτελεστική επιτροπή ασκεί όσες αρμοδιότητες της ανατίθενται από την Ολομέλεια και, παράλληλα, λειτουργεί ως παρατηρητήριο της εφαρμογής της νομοθεσίας κοινωνικής προστασίας, εισηγούμενη προς τον αρμόδιο Υπουργό επί θεμάτων επιχειρησιακού σχεδιασμού, οργανωτικού και λειτουργικού εκσυγχρονισμού των φορέων του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας.

6.

α. Η θητεία των μελών του Ε.ΣΥ.Κ.Α. είναι τριετής και δύναται να παρατείνεται μετά τη λήξη της αυτοδικαίως, όχι όμως πέρα από ένα εξάμηνο. Σε περίπτωση αντικατάστασης μέλους κατά τη διάρκεια της θητείας του, το νέο μέλος ορίζεται για το υπόλοιπο της θητείας του προκατόχου του.
β. Με την απόφαση της συγκρότησης της Ολομέλειας ορίζεται ως Αντιπρόεδρος ένα από τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής των περιπτώσεων ιη΄ ή ιθ΄, της παραγράφου 3 με σκοπό την αναπλήρωση του Προέδρου όταν αυτός κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του στην Ολομέλεια ή την Εκτελεστική Επιτροπή.
γ. Χρέη γραμματέα της Ολομέλειας και της Εκτελεστικής Επιτροπής ασκεί υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος ορίζεται, μαζί με τον αναπληρωτή του στην απόφαση συγκρότησης.

7. Ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του συντάσσει την ημερήσια διάταξη της Ολομέλειας και της Εκτελεστικής Επιτροπής, εισηγείται τα θέματα προς συζήτηση ή ορίζει εισηγητές, διευθύνει τις εργασίες τους και φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία τους.
8. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Υγείας και Οικονομικών ορίζεται η αποζημίωση των προσώπων των περιπτώσεων ιη΄ και ιθ΄ της παρ. 3 ανά συνεδρίαση.

 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ

 


Άρθρο 4
Υπαγωγή στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης των υπαλλήλων – λειτουργών του Δημοσίου, καθώς και των στρατιωτικών


1.

α. Από 1.1.2017 οι τακτικοί και μετακλητοί υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου, οι τακτικοί και μετακλητοί υπάλληλοι και λειτουργοί της Βουλής, των Ν.Π.Δ.Δ. και των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας, οι ιερείς και οι υπάλληλοι των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπάγονται για κύρια σύνταξη στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 51 και οι συντάξεις τους κανονίζονται και καταβάλλονται με βάση τις ρυθμίσεις του παρόντος.
β. Για τις προϋποθέσεις θεμελίωσης σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, καθώς και για τα όρια ηλικίας καταβολής της σύνταξης των ανωτέρω προσώπων, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή οι οικείες διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

2.

α. Το Δημόσιο εξακολουθεί έως 31.12.2016 να υπολογίζει και να εισπράττει τις ασφαλιστικές εισφορές των προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και να καταβάλλει τις ήδη κανονισθείσες συντάξεις, καθώς και εκείνες που θα κανονισθούν μέχρι την ημερομηνία αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
β. Οι συντάξεις όσων από τα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έως 31.12.2016 κανονίζονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
γ. Οι καταβαλλόμενες από το Δημόσιο, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις προβλέψεις του παρόντος νόμου, συντάξεις όσων από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την ημερομηνία αυτή, μεταφέρονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και καταβάλλονται από αυτόν, λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων του άρθρου 13 περί ανωτάτου ορίου σύνταξης.

3. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων δεν έχουν εφαρμογή:

α. για όσους από τα ανωτέρω πρόσωπα υπάγονται στις διατάξεις των νόμων 1897/1990 (Α΄ 120) και 1977/1991 (Α΄ 185),
β. για όσους δικαιούνται πολεμική σύνταξη ή σύνταξη αναπήρου οπλίτη ειρηνικής περιόδου ή σύνταξη Εθνικής Αντίστασης Ο.Γ.Α. ή ανασφάλιστου Αγωνιστή Εθνικής Αντίστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 168/2007 (Α΄ 209), του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) και των άρθρων 22 και 27 του Ν. 1813/1988 (Α΄243),
γ. για τους λογοτέχνες καλλιτέχνες που δικαιούνται σύνταξη από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3075/2002 (Α΄ 297),
δ. για όσους λαμβάνουν προσωπική σύνταξη, καθώς και
ε. για όσους δικαιούνται σύνταξη λόγω ανικανότητας ή λόγω θανάτου που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας και ένεκα ταύτης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.δ. 169/2007 σε συνδυασμό και με αυτές του Π.δ. 168/2007.

Τα ανωτέρω πρόσωπα εξακολουθούν να υπάγονται στο ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου και οι συντάξεις τους κανονίζονται με βάση τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δημοσίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα στα οποία μεταβιβάστηκε ή μεταβιβάζεται η σύνταξη των υπαγομένων σε αυτές προσώπων.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης θα ορισθεί κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

 


 

Άρθρο 5
Ενιαίοι κανόνες ασφάλισης παροχών υπαλλήλων Δημοσίου


1. Από 1.1.2017 το συνολικό ποσοστό εισφοράς κλάδου σύνταξης στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλισμένου και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των συντάξιμων μηνιαίων αποδοχών των προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος του ασφαλισμένου και κατά 13,33% σε βάρος του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 περίπτωση γ΄ του παρόντος άρθρου.
Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και σε πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου. Εάν ο διορισμός των προσώπων αυτών έχει γίνει μέχρι και 31.12.2016 εφαρμόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30.11.2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 4005).

2.

α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
β. Το ανώτατο όριο της προηγούμενης περίπτωσης εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου.
γ. Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.
Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3660/2008 (Α΄ 78).

3. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση, σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία του ΙΚΑ−ΕΤΑΜ.
4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για την εφαρμογή του ποσοστού των ασφαλιστικών εισφορών, τις προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 


 

Άρθρο 6
Ειδικές Μεταβατικές συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δημοσίου


1.

α. Οι συντάξεις όσων από τα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράρου 1 του άρθρου 4 αποχωρούν από την Υπηρεσία τους λόγω συνταξιοδότησης, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, υπολογίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν κατά τις 31.12.2014, και καταβάλλονται με τον περιορισμό των διατάξεων του άρθρου 13.
β. Η προηγούμενη παράγραφος δεν έχει εφαρμογή για όσα από τα προαναφερόμενα πρόσωπα δεν πληρούν, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, τις προϋποθέσεις άμεσης καταβολής της σύνταξής τους. Τα πρόσωπα αυτά υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου.
γ. Οι συντάξεις όσων από τα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράρου 1 του άρθρου 4 αποχωρούν από την Υπηρεσία τους από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού. Όσοι από τα ανωτέρω πρόσωπα αποχωρούν από την έναρξη ισχύος του παρόντος και εντός του έτους 2016, σε περίπτωση κατά την οποία το ακαθάριστο ποσό της κανονιζόμενης σύνταξης υπολείπεται κατά ποσοστό άνω του 20%, του ποσού της σύνταξης που θα ελάμβαναν με βάση τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν κατά την 31.12.2014, το ήμισυ της διαφοράς αυτής καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, με ανάλογη εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 14, ενώ για όσους θα αποχωρήσουν εντός του έτους 2017 ή εντός του έτους 2018, η κατά τα ανωτέρω προσωπική διαφορά ανέρχεται στο ένα τρίτο (1/3) της διαφοράς και στο ένα τέταρτο (1/4) αυτής, αντίστοιχα.
Οι ανωτέρω προσωπικές διαφορές καταβάλλονται έως 31.12.2018.

δ. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι διατάξεις της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 56 του Π.δ. 169/2007 δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
ε. Οι διατάξεις του άρθρου 92 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για την καταβολή του Επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΚΑΣ) στους ήδη συνταξιούχους του Δημοσίου, καθώς και σε όσους θα καταστούν συνταξιούχοι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

2. Συνταξιούχοι του Δημοσίου που κατά την ημερομηνία ένταξής τους στον Ε.Φ.Κ.Α. λαμβάνουν μία ή περισσότερες συντάξεις από άλλο φορέα κύριας ασφάλισης, δικαιούνται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σύνταξη ίση με το άθροισμα των καταβαλλόμενων συντάξεων. Σε περίπτωση που οι συντάξεις προέρχονται από διαφορετική αιτία, ο Ε.Φ.Κ.Α. εξακολουθεί να καταβάλει αυτές χωριστά.
3. Οι συντάξεις των προηγούμενων παραγράφων αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του παρόντος.
4. Ειδικά, για τα Στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 4, τίθενται σε ισχύ από 1.7.2016.

 


 

Άρθρο 7
Εθνική Σύνταξη


1. Η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σε όλους, όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
2. Ειδικά, στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης εξ ιδίου δικαιώματος, η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται στους δικαιούχους εφόσον διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα για τουλάχιστον δεκαπέντε (15) έτη, μεταξύ του 15ου έτους ηλικίας και του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το προβλεπόμενο όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης.

Η μόνιμη διαμονή για τους πολίτες χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποδεικνύεται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε αυτούς.

Το ποσό της μειώνεται για τους συνταξιούχους λόγω γήρατος κατά 1/40 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των σαράντα (40) ετών διαμονής στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου έτους της ηλικίας και του έτους κατά το οποίο συμπληρώνουν το προβλεπόμενο όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης. Η κατά τα ανωτέρω μείωση δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα πρόσωπα αυτά συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165).
3. Το ποσό της εθνικής σύνταξης μειώνεται αναλογικά στις περιπτώσεις καταβολής μειωμένης σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Η κατά τα ανωτέρω μείωση της εθνικής σύνταξης, προκειμένου για τους ασφαλισμένους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανέρχεται σε 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται για τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης.
4. Στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με ποσοστό ανικανότητας από 67% έως και 79,99% χορηγείται το 75% της εθνικής σύνταξης και με ποσοστό ανικανότητας από 50% έως και 66,99% χορηγείται το 50% αυτής.

Στους συνταξιούχους που λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω ανικανότητας με ποσοστό ανικανότητας έως 49,99% χορηγείται το 40% της εθνικής σύνταξης.

Στους συνταξιούχους με ποσοστό ανικανότητας 80% και άνω χορηγείται το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.

Οι προσαρμογές αυτές δεν έχουν εφαρμογή για όσους συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210), είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα πρόσωπα αυτά συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165).
5. Σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων χορηγείται μία εθνική σύνταξη. Στην περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου μιας πλήρους και μιας μειωμένης κύριας σύνταξης, το ποσό της χορηγούμενης εθνικής σύνταξης είναι πλήρες.

Σε περίπτωση συνταξιούχου ή δικαιούχου δύο μειωμένων κύριων συντάξεων, καταβάλλεται το ποσοστό της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί σε καθεμία από αυτές, εφόσον το άθροισμά τους είναι μικρότερο ή ίσο με το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης.
6. Για την πρώτη εφαρμογή του νόμου αυτού η εθνική σύνταξη ορίζεται σε τριακόσια ογδόντα τέσσερα (384) ευρώ μηνιαίως και καταβάλλεται ακέραια εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης.

Το ποσό της εθνικής σύνταξης βαίνει μειούμενο κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 15 έτη ασφάλισης.
Η προϋπόθεση συμπλήρωσης δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης για την καταβολή της εθνικής σύνταξης δεν ισχύει για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με τη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μικρότερου των δεκαπέντε (15) ετών.

Στην περίπτωση αυτή το ποσό της εθνικής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται αυτού που αντιστοιχεί στα δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης.
Η εθνική σύνταξη αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 14 του παρόντος.

 


 

Άρθρο 8
Ανταποδοτική σύνταξη


1. Οι υπάλληλοι−λειτουργοί του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον πίνακα ο οποίος ενσωματώνεται στην παράγραφο 4, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων.
2.

α. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.
Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4.
Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης με τις προϋποθέσεις των διατάξεων του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007, είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύον κάθε φορά είτε με βάση τις διατάξεις του Ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές επί των οποίων θα υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια της συνολικής ασφάλισής του.
β. Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, κατόπιν καταβολής του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό−εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.

3. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των προσώπων των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2, μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ισχύουν κατά περίπτωση με βάση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, που προκύπτει από το ασφαλιστικό έτος 2002 και έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού.
Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.
Για συντάξεις με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.
4.

α. Η αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών, για το διάστημα έως και το 2020, διενεργείται κατά τη μεταβολή του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Η προσαύξηση των συντάξιμων αποδοχών για το διάστημα από το 2021 και εφεξής διενεργείται με βάση το δείκτη μεταβολής μισθών, που υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ.
β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες και η διαδικασία της εφαρμογής του δείκτη μεταβολής μισθών της ΕΛΣΤΑΤ για την αναπροσαρμογή των συντάξιμων αποδοχών.

5. Το τελικό ποσό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης υπολογίζεται για το σύνολο του χρόνου ασφάλισης, με βάση το ποσοστό αναπλήρωσης του κατωτέρω πίνακα, που προσαρτάται στο τέλος της παρούσας και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Το ποσοστό αναπλήρωσης για κάθε έτος ασφάλισης εντός εκάστης κλίμακας ετών, αντιστοιχεί στο ποσοστό που αναγράφεται στην τρίτη στήλη του πίνακα.
Ειδικότερα, τα ποσοστά αναπλήρωσης για κάθε επιμέρους περίοδο ασφάλισης αποτυπώνονται στον ακόλουθο πίνακα:

 

ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΕΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΠΟΣΟΣΤΟ

ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ

ΑΠΟ ΕΩΣ
0 15 0,77%
15,01 18 0,84%
18,01 21 0,90%
21,01 24 0,96%
24,01 27 1,03%
27,01 30 1,21%
30,01 33 1,42%
33,01 36 1,59%
36,01 39 1,80%
39,01 42 και περισσότερα 2,00%


Το συνολικό ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, όπως αυτό προκύπτει σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.
6. Πρόσωπα τα οποία είναι συνταξιούχοι των ενταχθέντων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων και κλάδων, κατά την ημερομηνία ένταξής τους στον Ε.Φ.Κ.Α., εφόσον οι συντάξεις τους είναι της αυτής αιτίας, δικαιούνται από τον Ε.Φ.Κ.Α. σύνταξη ίση με το άθροισμα των καταβαλλόμενων συντάξεων από τους ενταχθέντες στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς και κλάδους. Αν οι συντάξεις προέρχονται από διαφορετικές αιτίες, ο Ε.Φ.Κ.Α. εξακολουθεί να καταβάλλει αυτές χωριστά.
7. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) και της παραγράφου 5 του άρθρου 55, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που παραπέμπει σε αυτές δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6.

 


 

Άρθρο 9
Προσωρινή σύνταξη


1. Στο τέλος της περίπτωσης ε΄ της παρ. 1 του άρθρου 57Α του Π.δ. 169/2007, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«σε περίπτωση που λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη σύνταξη για την ίδια αιτία από οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης,σε περίπτωση που για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είναι απαραίτητη η προηγούμενη αναγνώριση χρόνων ασφάλισης, εκτός εάν μετά την υποβολή σχετικής αίτησης εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εκδοθεί η πράξη αναγνώρισης των χρόνων ασφάλισης, ακόμα και αν η εξαγορά του χρόνου αυτού γίνει τμηματικά με παρακράτηση του σχετικού ποσού από την δικαιούμενη σύνταξη».

2. Οι διατάξεις του άρθρου 57Α του Π.δ. 169/2007, όπως τροποποιημένες με τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν, έχουν εφαρμογή και για τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 4 που αποχωρούν από την Υπηρεσία μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
3. Η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στους δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή σε όσους συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά.

 


 

Άρθρο 10.
Οικογενειακή παροχή προσαύξηση σύνταξης.


1. Επιδόματα τέκνων για όσους συνταξιοδοτηθούν στο εξής με βάση τις διατάξεις του παρόντος καταβάλλονται, σύμφωνα με το άρθρο Πρώτο παρ. ΙΑ΄, υποπαράγραφος ΙΑ2 του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222) και το άρθρο 40 του Ν. 4141/2013 (Α΄ 81).
2. Για όσους λαμβάνουν σύνταξη μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, καθώς και για τα πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6, η οικογενειακή παροχή εξακολουθεί, έως 31.12.2018, να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Από 1.1.2019 και εφεξής καταβάλλεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1.

Η περίπτωση ε΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) δεν έχει εφαρμογή στα πρόσωπα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του παρόντος.

 


 

Άρθρο 11
Σύνταξη αναπηρίας


1. Μέχρι τη θέση σε ισχύ νομοθετικής ρύθμισης με αντικείμενο τη θέσπιση νέων, ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους, το Δημόσιο και οι λοιποί εντασσόμενοι στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, κλάδοι και τομείς, εξακολουθούν να εξετάζουν τις αιτήσεις συνταξιοδότησης λόγω ανικανότητας ως προς τις προϋποθέσεις απονομής σύνταξης, καθώς και να καταβάλλουν το επίδομα απολύτου αναπηρίας, σύμφωνα με τις, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, καθώς και τις γενικές και καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων φορέων.

Οι νέοι κανόνες πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή έως τις 31.12.2016.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης συνιστάται Επιτροπή με αντικείμενο την επανεξέταση των υφιστάμενων διατάξεων και τη θέσπιση νέων, ενιαίων κανόνων για όλες τις συντάξεις αναπηρίας.

Στην Επιτροπή αυτή συμμετέχει υποχρεωτικά και ένας (1) εκπρόσωπος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ).

 

 


 

Άρθρο 12
Σύνταξη λόγω θανάτου


1. Σε περίπτωση θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου, ο οποίος έχει πραγματοποιήσει το χρόνο ασφάλισης που απαιτείται για τη συνταξιοδότησή του εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας, δικαιούνται σύνταξη τα παρακάτω μέλη της οικογένειάς του:

Α. Ο επιζών σύζυγος, εφόσον έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο θανάτου του συνταξιούχου ή ασφαλισμένου.

Σε περίπτωση που ο θάνατος έχει συμβεί προτού συμπληρωθεί το 55ο έτος ηλικίας του επιζώντος συζύγου τότε καταβάλλεται σε αυτόν σύνταξη για διάρκεια τριών (3) ετών.

Εάν ο δικαιούχος συμπληρώνει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά τη διάρκεια λήψης της σύνταξης, η καταβολή της διακόπτεται με τη συμπλήρωση της τριετίας και άρχεται εκ νέου με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του.

Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν εφαρμόζονται εφόσον και για όσο χρόνο ο επιζών σύζυγος, κατά τον ως άνω χρόνο, έχει τέκνο ή τέκνα που υπάγονται στην παράγραφο 1Β του παρόντος ή είναι ανίκανος για την άσκηση κάθε βιοποριστικής εργασίας κατά ποσοστό 67% και άνω.
Β. Τα νόμιμα τέκνα, τα νομιμοποιηθέντα, τα αναγνωρισθέντα, τα υιοθετηθέντα και όσα εξομοιώνονται με αυτά, με την προϋπόθεση ότι:

α) Είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους. Το όριο αυτό παρατείνεται μέχρι του 24ου έτους, εφόσον φοιτούν σε ανώτερες ή ανώτατες αναγνωρισμένες σχολές του εσωτερικού ή του εξωτερικού ή σε Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης ή Κέντρα/Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης, ή εφόσον ο θάνατος επήλθε κατά τη διάρκεια του έτους προετοιμασίας για την εισαγωγή σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ή
β) κατά το χρόνο του θανάτου του ασφαλισμένου ή συνταξιούχου είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, εφόσον η ανικανότητά τους επήλθε πριν από την συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους. Στην περίπτωση αυτή η σύνταξη εξακολουθεί να καταβάλλεται και μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας.

Γ. Ο διαζευγμένος σύζυγος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1Α για τον επιζώντα σύζυγο και εφόσον πληροί αθροιστικά και τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) ο πρώην σύζυγος, κατά τη στιγμή του θανάτου του, να κατέβαλλε σε αυτόν ή να υποχρεούτο να του καταβάλλει διατροφή που είχε καθοριστεί είτε με δικαστική απόφαση είτε με μεταξύ τους σύμβαση,
β) να είχε συμπληρώσει δέκα (10) έτη έγγαμου βίου, μέχρι τη λύση του γάμου με αμετάκλητη δικαστική απόφαση,
γ) το διαζύγιο να μην οφείλεται σε ισχυρό κλονισμό της έγγαμης συμβίωσης υπαιτιότητας του αιτούντος τη σύνταξη,
δ) το μέσο μηνιαίο ατομικό φορολογητέο εισόδημά του να μην υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού του επιδόματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερηλίκων που καταβάλλεται από τον ΟΓΑ, σύμφωνα με το άρθρο 93 του παρόντος,
ε) να μην έχει τελεστεί άλλος γάμος ή σύμφωνο συμβίωσης.

2. Ο επιζών σύζυγος δεν δικαιούται σύνταξη αν ο θάνατος του συνταξιούχου ή ασφαλισμένου συζύγου επήλθε πριν από την πάροδο πέντε (5) ετών από την τέλεση του γάμου, εκτός αν:

α) ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα που προήλθε πρόδηλα και αναμφισβήτητα εξαιτίας της υπηρεσίας ή ανθρωποκτονία,
β) κατά τη διάρκεια του γάμου γεννήθηκε ή με το γάμο νομιμοποιήθηκε, αναγνωρίσθηκε ή υιοθετήθηκε τέκνο,
γ) η χήρα κατά το χρόνο του θανάτου τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης, η οποία δεν διεκόπη και γεννήθηκε ζων τέκνο,
δ) συντρέχει η περίπτωση ανασυστάσεως προϋπάρξαντος γάμου, αρκεί οι τελεσθέντες γάμοι, δηλαδή ο αρχικός και ο εξ ανασυστάσεως, κατά τη διάρκεια του οποίου απεβίωσε ο σύζυγος, να έχουν διαρκέσει τουλάχιστον πέντε (5) χρόνια συνολικά, και ο εξ ανασυστάσεως να διήρκησε τουλάχιστον έξι (6) μήνες.

3. Το δικαίωμα της κατά μεταβίβαση σύνταξης των ανωτέρω δικαιούχων παύει να ισχύει:

α) με το θάνατο του δικαιούχου,
β) με την τέλεση γάμου του δικαιούχου ή σύναψη συμφώνου συμβίωσης,
γ) με τη συμπλήρωση των κατά την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1Β οριζόμενων ορίων ηλικίας, και
δ) από τότε που, με νεότερη κρίση της αρμόδιας υγειονομικής επιτροπής, έπαυσε η κατά τις παραγράφους 1Α και 1Β περίπτωση β΄ ανικανότητα για εργασία.

4.

Α. Το ποσό της σύνταξης των ανωτέρω δικαιούχων υπολογίζεται επί του ποσού της σύνταξης που δικαιούται ή που έχει δικαιωθεί ο θανών σύζυγος και επιμερίζεται ως εξής:

α) Για τον επιζώντα σύζυγο ποσοστό 50% της σύνταξης. Εάν ο γάμος έλαβε χώρα μετά την απονομή της σύνταξης γήρατος του θανόντος, αυτή περιορίζεται ως ακολούθως:
Αν η διαφορά ηλικίας μεταξύ του αποβιώσαντος και του συζύγου του, αφαιρουμένου του διαστήματος του γάμου τους, είναι μεγαλύτερη από δέκα έτη, η σύνταξη του επιζώντος συζύγου, υφίσταται, για κάθε πλήρες έτος διαφοράς, μείωση που καθορίζεται σε:

  • 1% για τα έτη από το 10ο έως και το 20ό έτος. 2% για τα έτη από το 21ο έως και το 25ο έτος.
    3% για τα έτη από το 26ο έως και το 30ό έτος. 4% για τα έτη από το 31ο έως και το 35ο έτος. 5% για τα έτη από το 36ο και άνω.

β) Για τον διαζευγμένο, εφόσον ο γάμος είχε διαρκέσει δέκα (10) έτη έως τη λύση του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος επιζών σύζυγος επιμερίζεται κατά 75% για χήρο και 25% για διαζευγμένο. Για κάθε έτος εγγάμου βίου πέραν του δεκάτου (10ου) και μέχρι το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος διάρκειας του γάμου, το ποσοστό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος μειώνεται κατά 1% στο χήρο και αυξάνεται αντίστοιχα κατά 1% στον διαζευγμένο.

Προκειμένου περί έγγαμου βίου που διήρκησε πλέον των τριάντα πέντε (35) ετών έως τη λύση του κατά τα ανωτέρω, το ποσό σύνταξης που δικαιούται ο χήρος επιμερίζεται κατά 50% στο χήρο και 50% στον διαζευγμένο.

Εάν ο θανών δεν καταλείπει χήρο, ο διαζευγμένος δικαιούται το αυτό ποσοστό του διαζευγμένου, κατά τα ως άνω, της σύνταξης που θα εδικαιούτο ο χήρος.

Σε περίπτωση περισσοτέρων του ενός δικαιούχων διαζευγμένων το αναλογούν για τον διαζευγμένο κατά τα ως άνω ποσοστά ποσό σύνταξης κύριας και επικουρικής επιμερίζεται εξίσου μεταξύ αυτών.
γ) Για κάθε παιδί ποσοστό 25% της σύνταξης.

Αν πρόκειται για παιδί ορφανό και από τους δύο γονείς, το παραπάνω ποσοστό διπλασιάζεται, εκτός αν το ορφανό παιδί δικαιούται σύνταξη και από τους δύο γονείς, οπότε το ποσοστό της δικαιούμενης σύνταξης δεν διπλασιάζεται.

Β. Το συνολικό ποσό της κατά μεταβίβαση σύνταξης του επιζώντος συζύγου και των τέκνων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος. Σε περίπτωση που το άθροισμα των ποσοστών των δικαιούχων υπερβαίνει το ποσό της σύνταξης του θανόντος περιορίζεται ισόποσα το ποσοστό των τέκνων.

α) Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου, δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 του παρόντος νόμου που αντιστοιχεί σε είκοσι (20) έτη ασφάλισης.

Εάν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος είναι μικρότερος των είκοσι (20) ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των είκοσι (20) ετών και μέχρι τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης.

Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των δεκαπέντε (15) ετών, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των τριακοσίων εξήντα (360) ευρώ.

Τα ποσά των προηγούμενων εδαφίων επιμερίζονται μεταξύ επιζώντος και διαζευγμένου συζύγου, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση β΄ της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
β) Σε περίπτωση ύπαρξης δικαιοδόχων τέκνων, το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που δικαιούνται όλα τα δικαιοδόχα τέκνα υπολογίζεται, αντίστοιχα, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης της προηγούμενης περίπτωσης και επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων τέκνων, σύμφωνα με τα ποσοστά που προβλέπονται στην υποπερίπτωση γ΄ της περίπτωσης Α΄ της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

Σε καμία περίπτωση το άθροισμα του ποσού της σύνταξης των δικαιοδόχων τέκνων δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω, ανάλογα με τα έτη ασφάλισης του θανόντος, ποσών.

Σε περίπτωση, όμως, ορφανών τέκνων και από δύο (2) γονείς, το ποσό της σύνταξης που χορηγείται σε έκαστο εξ αυτών δεν μπορεί να υπολείπεται των ανωτέρω ποσών.
γ) Στις περιπτώσεις συνταξιούχων λόγω θανάτου του πρώην ΟΓΑ το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου που προκύπτει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 99 του παρόντος νόμου για κάθε δικαιοδόχο πρόσωπο (επιζώντα ή/και διαζευγμένο σύζυγο και δικαιοδόχα τέκνα) δεν μπορεί να υπολείπεται των ποσών των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄.
Όταν χορηγείται το κατώτατο όριο σύνταξης λόγω θανάτου σε τουλάχιστον ένα (1) από τα δικαιοδόχα πρόσωπα δεν εφαρμόζονται τα δύο πρώτα εδάφια της περίπτωσης Β΄ της παρούσας παραγράφου.

Γ. Εάν ο θανών καταλείπει τέκνα και η σύνταξη καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο μειωμένη, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται επιμερίζεται στα τέκνα.

Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην περίπτωση που ο επιζών σύζυγος λαμβάνει το κατώτατο ποσό σύνταξης της περίπτωσης Β΄ της παρούσας παραγράφου.
Σε περίπτωση που εκλείψουν οι προϋποθέσεις για χορήγηση ποσοστού σύνταξης λόγω θανάτου στα τέκνα, το ποσό της σύνταξης που περικόπτεται δεν καταβάλλεται στον επιζώντα σύζυγο.

5.

α) Στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται ολόκληρη η σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα.
β) Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται το 50% της σύνταξης.
γ) Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων.

6. Εφόσον, εντός χρονικού διαστήματος πέντε (5) ετών από την πρώτη καταβολή της κατά μεταβίβαση σύνταξης, ο άνεργος επιζών ή διαζευγμένος σύζυγος προσληφθεί ως μισθωτός ή προχωρήσει σε έναρξη οικονομικής δραστηριότητας ως αυτοαπασχολούμενος, οι ασφαλιστικές του εισφορές καταβάλλονται από το Δημόσιο για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παρούσας.
7. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά από τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό καταργείται.

Καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος συντάξεις διατηρούνται ως έχουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 14.
8. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που ο θάνατος επέρχεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

 


 

Άρθρο 13.
Ανώτατο όριο καταβολής σύνταξης.


1. Μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Για την εφαρμογή του ανώτατου αυτού ορίου, λαμβάνονται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό συνυπολογιζόμενης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύει, και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152), όπως ισχύει.
2. Κατά την ίδια περίοδο, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα και επιδόματα αναπηρίας.
3. Από 1.1.2019 καταβάλλεται το τυχόν υπερβάλλον ποσό που προκύπτει σε σχέση με ανώτατο όριο των παραγράφων 1 και 2 και το νέο ύψος των συντάξεων όπως θα προκύψει, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 14 αναπροσαρμογή τους.

 

 


 

Άρθρο 14
Αναπροσαρμογή συντάξεων - προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων


1.

α. Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών του άρθρου 1, οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8, 13 και 14, βάσει των διατάξεων των επόμενων παραγράφων.
β. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, συντάξεων, για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με βάση τους κανόνες αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών του Δημοσίου, που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

2.

α. Μέχρι την 31.12.2018, οι συντάξεις της προηγούμενης παραγράφου συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις. Ειδικά, ο υπολογισμός της κράτησης υπέρ υγειονομικής περίθαλψης διενεργείται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 30 του άρθρου 1 του Ν. 4334/2015 (Α΄ 80), όπως ισχύει.
β. Από 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από τον υπολογισμό τους σύμφωνα με την παράγραφο 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο, συμψηφιζόμενο κατ’ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3, όπως ισχύει.
γ. Αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, τότε αυτό προσαυξάνεται, από την 1.1.2019, κατά 1/5 της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε (5) ετών.
δ. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ αποτυπώνονται από την 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα.

3.

α. Το συνολικό ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος αυξάνεται από την 1.1.2023 κατ’ έτος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
β. Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου με τις οποίες προβλέπεται αναπροσαρμογή ή αύξηση των συντάξεων που καταβάλλονται από αυτό, κατά τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στην περίπτωση α΄ ή με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά μισθολογικές διατάξεις, καταργούνται.

4. Από την 1.1.2017 και ανά τριετία, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τη συνεχή παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδοτικής δαπάνης.

Με ειδικό νόμο ανακαθορίζονται οι συντάξεις με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.

Το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την ανταποδοτική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009.

 

 


 

Άρθρο 15.
Χρόνος ασφάλισης.


1. Χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. λογίζεται:

α. Ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης, ήτοι ο χρόνος ασφαλιστέας απασχόλησης ή ιδιότητας στον Ε.Φ.Κ.Α. ή στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς και κλάδους για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές, όπου αυτές προβλέπονταν.
β. Ο λογιζόμενος στο διπλάσιο χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας των υπαλλήλων−λειτουργών του Δημοσίου και των στρατιωτικών, καθώς και οι αναγνωριζόμενοι πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Όπου για την αναγνώριση των πλασματικών αυτών χρόνων ασφάλισης προβλέπεται καταβολή εισφοράς, η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου χρόνου ασφάλισης της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς.
Η ως άνω εισφορά υπολογίζεται επί των συντάξιμων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά το μήνα υποβολής της αίτησης εξαγοράς και, εφόσον έχει διακοπεί η απασχόληση, επί των αποδοχών του τελευταίου μήνα απασχόλησης, αναπροσαρμοζόμενων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.
Το συνολικό ποσό της κατά τα ανωτέρω εξαγοράς καταβάλλεται σε τόσες μηνιαίες δόσεις, όσοι είναι οι μήνες που αναγνωρίζονται.Το ποσό αυτό μπορεί να καταβληθεί εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 2% για κάθε έτος εξαγοράς.
γ. Ο χρόνος ασφάλισης που πραγματοποιήθηκε στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς και κλάδους, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου που αναγνωρίστηκε και εξαγοράστηκε ή συνεχίζεται η εξαγορά του, καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία. Διαδικασίες αναγνώρισης χρόνων ασφάλισης, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί με την πλήρη εξόφληση του ποσού της εξαγοράς, συνεχίζονται στον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι την ολοκλήρωσή τους, βάσει των διατάξεων που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
δ. Ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος.

2.

α. Υπάλληλοι που εσφαλμένα έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του Δημοσίου και υπό την προϋπόθεση ότι παραμένουν στην Υπηρεσία, συνεχίζουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι την αποχώρησή τους από την Υπηρεσία.
β. Πρόσωπα που έχουν υπαχθεί καλόπιστα στην ασφάλιση των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων και κλάδων, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, συνεχίζουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. εφόσον διατηρούν την ιδιότητα ή απασχόληση για την οποία υπήχθησαν στην ασφάλισή των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων και κλάδων. Χρόνος για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς και κλάδους, ενώ δε συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ασφάλισης λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. και οι σχετικές ασφαλιστικές εισφορές δεν επιστρέφονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση διαγραφής.

3. Η παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2084/1992, η παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 2084/1992, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ορίζει διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καταργείται.

 


 

Άρθρο 16.
Δικαιώματα αντισυμβαλλομένου συμφώνου συμβίωσης.


Με τους εγγάμους εξομοιώνονται πλήρως οι αντισυμβαλλόμενοι στο σύμφωνο συμβίωσης του Ν. 4356/2015 (Α΄ 181) ως προς κάθε κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα, παροχή, υποχρέωση ή περιορισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή της εν γένει κοινωνικοασφαλιστικής και προνοιακής νομοθεσίας.

 

 


 

Άρθρο 17.
Παράλληλη ασφάλιση.


1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς ή τομείς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο. Στην περίπτωση αυτή για τη δεύτερη αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς του άρθρου 39 παράγραφος 3.
2. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για τους οποίους προέκυπτε, βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων κάθε εντασσόμενου στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, υποχρεωτική υπαγωγή λόγω ιδιότητας σε δύο ή περισσότερους φορείς για την ίδια απασχόληση, καταβάλλουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 5 παράγραφο 1 του παρόντος ασφαλιστικές εισφορές.
3. Όσα από τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, παλαιοί ασφαλισμένοι, για τους οποίους υπολογίζονταν και καταβάλλονταν εισφορές σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξακολουθούν να καταβάλλουν προαιρετικά, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης, διπλές εισφορές επί των αποδοχών τους και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ώστε να συμπληρώσουν το χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος και δεύτερης σύνταξης ή τη συνέχιση της ασφάλισης.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλουν το συνολικό ποσοστό εισφοράς εργοδότη και εργαζομένου ή την εισφορά των άρθρων 39 ή 40.
4. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των προσώπων του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται το άρθρο 8 και η επιπλέον παροχή, για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για κάθε ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.

Ο συντάξιμος μισθός σε αυτήν την περίπτωση θα προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.

Οι διατάξεις του άρθρου 14 εφαρμόζονται αναλόγως.
5. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, πλην της παραγράφου 4, εφαρμόζονται από την 1.1.2017.
6. Το άρθρο 39 του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165), καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του παρόντος καταργούνται.

 


 

Άρθρο 18.
Προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης.


1. Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 4, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση δικαιούνται από την 1.1.2017, να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους:

α) εάν έχουν πραγματοποιήσει στην υποχρεωτική ασφάλιση τουλάχιστον πέντε (5) έτη, εκ των οποίων τουλάχιστον ένα (1) έτος εντός της τελευταίας πριν την υποβολή της αίτησης πενταετίας και υποβάλλουν τη σχετική αίτηση μέσα σε προθεσμία δώδεκα (12) μηνών από την τελευταία ασφάλισή τους σε φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό κύριας ασφάλισης, ή

β) εάν έχουν πραγματοποιήσει οποτεδήποτε στην υποχρεωτική ασφάλιση δέκα (10) έτη εργασίας, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της αίτησης για προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης.

2. Η κατά την παράγραφο 1 προαιρετική ασφάλιση πραγματοποιείται για κύρια σύνταξη ή/και για ασθένεια σε είδος και σε χρήμα.
3. Για την προαιρετική ασφάλιση καταβάλλεται μηνιαία εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη κατ’ αναλογία των προβλεπόμενων στο άρθρο 5.

Ειδικότερα από τον προαιρετικά ασφαλισμένο καταβάλλεται μηνιαίως για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικής εισφοράς εργαζόμενου - εργοδότη, στο ύψος που έχει διαμορφωθεί και ισχύει κατά το χρόνο υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση.

Το ως άνω ποσοστό υπολογίζεται επί του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την αποχώρηση από την υπηρεσία, προσαυξανόμενων σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.

Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ και για παροχές σε χρήμα από τον Κλάδο Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος δημόσιος υπάλληλος καταβάλλει μηνιαίως εξολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί υπολογιζόμενη αντιστοίχως επί των αποδοχών όπως προβλέπεται ως ανωτέρω για την κύρια σύνταξη.
4. Η προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης αποκλείεται αν ο ασφαλισμένος κατά την υποβολή της σχετικής αίτησης είναι ανάπηρος κατά την έννοια του στοιχείου β΄της παρ. 5 του άρθρου 28 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 189).
5. Η προαιρετική ασφάλιση αρχίζει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης στον Ε.Φ.Κ.Α. και διενεργείται για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπολείπεται των είκοσι πεντε (25) ημερών ασφάλισης ανά μήνα και των τριακοσίων (300) ημερών ανά έτος.
6. Η προαιρετική ασφάλιση διακόπτεται/λήγει:

α) με αίτηση του ασφαλισμένου, από την πρώτη του επομένου μήνα της υποβολής της,

β) με τη συνταξιοδότηση λόγω γήρατος ή επ’ αόριστον αναπηρίας του ασφαλισμένου,

γ) αν ο ασφαλισμένος αναλάβει εργασία ή δραστηριότητα ή αποκτήσει ιδιότητα με βάση την οποία υπάγεται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. και

δ) με το θάνατο του ασφαλισμένου.

Καταβολή εισφορών μετά τη διακοπή/λήξη της προαιρετικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν γεννά κανένα δικαίωμα, πλην της άτοκης επιστροφής των εισφορών για τον κλάδο κύριας ασφάλισης.
7. Η εισφορά για την προαιρετική ασφάλιση καταβάλλεται εντός των προβλεπόμενων από την ισχύουσα νομοθεσία και ανά κατηγορία ασφαλισμένων προθεσμιών.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής της ασφαλιστικής εισφοράς, αυτή βαρύνεται με τους προβλεπόμενους από την ισχύουσα νομοθεσία τόκους για τις ασφαλιστικές εισφορές υποχρεωτικής ασφάλισης.
8. Απώλεια του δικαιώματος συνέχισης της προαιρετικής ασφάλισης επέρχεται εφόσον ο ασφαλισμένος έχει καθυστερήσει την καταβολή της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για περισσότερο από δύο έτη από την ημερομηνία που αυτή κατέστη απαιτητή.
Σε περίπτωση απώλειας του δικαιώματος ο ασφαλισμένος μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτημα για προαιρετική ασφάλιση μετά την παρέλευση τριών ετών.

Συνολικά ο ασφαλισμένος μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς προαιρετικής ασφάλισης μέχρι 3 φορές.
9. Ασφαλισμένοι που έχουν υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση μέχρι 31.12.2016 συνεχίζουν την προαιρετική ασφάλιση με τους ίδιους όρους με τους οποίους υπήχθησαν σε αυτή.
10. Οι ασφαλισμένοι που συμπληρώνουν με διαδοχικό χρόνο ασφάλισης στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς τις ανωτέρω προβλεπόμενες χρονικές προϋποθέσεις για υπαγωγή στην προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, δικαιούνται να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. προαιρετικά, σύμφωνα με τους κανόνες του τελευταίου εντασσόμενου φορέα υποχρεωτικής ασφάλισής τους.
11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να καθορίζεται η έναρξη, η αναστολή, η διακοπή/λήξη της προαιρετικής συνέχισης της ασφάλισης, ζητήματα υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση στην περίπτωση πολλαπλής ή παράλληλης απασχόλησης, ο τρόπος απόδειξης τήρησης των όρων της ρύθμισης οφειλών και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 


 

Άρθρο 19.
Διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης.


1. Τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίστηκαν διαδοχικά σε περισσότερους από έναν ασφαλιστικούς οργανισμούς που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., δικαιούνται σύνταξη κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται στον Ε.Φ.Κ.Α..

Η αίτηση αυτή εξετάζεται από την αρμόδια Υπηρεσία του φορέα ή τομέα ή κλάδου ή λογαριασμού στην οποία υπάγονταν, λόγω ιδιότητας ή απασχόλησης, τα ανωτέρω πρόσωπα κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ή του τελευταίου πριν την υποβολή της αίτησης φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό, σύμφωνα με τη νομοθεσία του εντασσόμενου φορέα, όπως ισχύει κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Η αίτηση εξετάζεται κατ’ αναλογία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2. 3 και 4 του άρθρου 2 του Ν.δ. 4202/1961 (Α΄ 175), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 9 του Ν. 1405/1983 (Α΄ 180) και το άρθρο 14 του Ν. 1902/1990 (Α΄ 138) και αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), προκειμένου να κριθεί ο αρμόδιος για κρίση του δικαιώματος φορέας, τομέας, κλάδος ή λογαριασμός.
Ως χρόνος ασφάλισης που απαιτείται για την πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων αρμοδιότητας λογίζεται ο χρόνος υποχρεωτικής ή προαιρετικής ασφάλισης.

Ειδικά, για την πλήρωση των προϋποθέσεων του απαιτούμενου συνολικού χρόνου ασφάλισης δύναται να συνυπολογιστεί και ο χρόνος αναγνώρισης στρατιωτικής θητείας για τον οποίο καταβλήθηκαν εισφορές στον αρμόδιο εντασσόμενο φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό.

Για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας και θανάτου με χρόνο διαδοχικής ασφάλισης, δύναται να συνυπολογιστεί και ο χρόνος αναγνώρισης στρατιωτικής θητείας για τον οποίο καταβλήθηκαν εισφορές στον αρμόδιο εντασσόμενο φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό για την πλήρωση των προϋποθέσεων αρμοδιότητας.
2. Η Υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α., που απονέμει κατά τα ανωτέρω τη σύνταξη, υπολογίζει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8 του παρόντος νόμου, το ποσό της σύνταξης με βάση το συνολικό χρόνο που διανύθηκε στην ασφάλιση του ίδιου και των συμμετεχόντων εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.
Οι συμμετέχοντες εντασσόμενοι φορείς ενημερώνουν την αρμόδια Υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. για το χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί στην ασφάλιση τους, τις αποδοχές που αντιστοιχούν στο χρόνο ασφάλισης του ασφαλισμένου, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που απαιτείται.
Ο τρόπος υπολογισμού των διατάξεων των άρθρων 7 και 8 του παρόντος νόμου ισχύει για όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση και ανεξαρτήτως χρόνου που υπήχθησαν διαδοχικά για πρώτη φορά στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού.
Τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ανεξαρτήτως χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση και ανεξαρτήτως χρόνου που υπήχθησαν διαδοχικά για πρώτη φορά στην ασφάλιση οποιουδήποτε φορέα.
3.

α. Αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.δ. 4202/1961, (Α΄ 175), όπως ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους με τον παρόντα νόμο.

Στις περιπτώσεις που οι ανωτέρω αιτήσεις συνταξιοδότησης υποβάλλονται μετά την έναρξη λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., εξετάζονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κατά τα ανωτέρω.
β. Αιτήσεις συνταξιοδότησης που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.

4. Από την έναρξη λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α. και την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου παύει να ισχύει κάθε αντίθετη διάταξη που αφορά στην εφαρμογή των διατάξεων διαδοχικής ασφάλισης στους φορείς/τομείς κύριας ασφάλισης.
5. Για τα πρόσωπα που προσλήφθηκαν για πρώτη φορά στο Δημόσιο πριν την 1.1.1983 και έχουν πραγματοποιήσει χρόνο ασφάλισης σε περισσότερους από έναν φορείς, Τομείς κλάδοι και λογαριασμοί που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., ισχύουν τα εξής:

α. Για αιτήσεις συνταξιοδότησης που έχουν υποβληθεί έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του Ν. 1405/1983 (Α΄ 180), όπως ισχύουν.
β. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του Ν. 1405/1983, μόνο για τα πρόσωπα για τα οποία δεν έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη στο Δημόσιο.
γ. Για χρόνο ασφάλισης, για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου περί συνυπολογισμού διαδοχικού χρόνου ασφάλισης και δεν απαιτείται αναγνώριση του χρόνου αυτού, εφόσον υποβληθεί η αίτηση συνταξιοδότησης μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου.

Το ίδιο ισχύει και για τις εκκρεμείς αιτήσεις αναγνώρισης κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου, σε οποιοδήποτε στάδιο έκδοσης της σχετικής πράξης αναγνώρισης, εφόσον υποβληθεί αίτηση συνταξιοδότησης μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Πράξεις αναγνώρισης που έχουν εκδοθεί προ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του παρόντος άρθρου και αφορούν χρόνο για τον οποίο είχαν καταβληθεί εισφορές, για πρόσωπα που υποβάλουν αίτηση συνταξιοδότησης μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος, άρθρου, παραμένουν ισχυρές, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 66 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210), όπως ισχύουν.
6. Ο ασφαλισμένος δύναται να επιλέξει το συνυπολογισμό του χρόνου διαδοχικής ασφάλισης στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, υπό την προϋπόθεση ότι μετά την ένταξη τους στον Ε.Φ.Κ.Α., δεν συνεχίζει να ασφαλίζεται για δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του αντίστοιχου φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού που δεν επιθυμεί την προσμέτρηση του χρόνου του.

Δεν είναι δυνατή η προσμέτρηση μόνο μέρους του χρόνου που διανύθηκε στην ασφάλιση του κάθε φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού.
Στις περιπτώσεις που έχει διανυθεί παράλληλα χρόνος ασφάλισης σε περισσότερους του ενός εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς πριν την ένταξή τους στον Ε.Φ.Κ.Α., ο ασφαλισμένος δύναται να επιλέξει το χρόνο ασφάλισης που επιθυμεί να συνυπολογίσει, σύμφωνα με τις διατάξεις της διαδοχικής ασφάλισης. Για τον παράλληλο χρόνο ασφάλισης, ο οποίος δεν συνυπολογίζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 17 περί παράλληλης ασφάλισης του παρόντος.
7. Για χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί διαδοχικά σε οργανισμούς επικουρικής ασφάλισης εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων. Τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλογικά και για τα εντασσόμενα ταμεία, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς στο ΕΤΕΑΕΠ.
8. Για τους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς που χορηγούν εφάπαξ παροχές που εντάσσονται στον Κλάδο εφάπαξ παροχών του ΕΤΕΑΕΠ υποβάλλεται μία αίτηση χορήγησης εφάπαξ παροχής στην αρμόδια Υπηρεσία του ΕΤΕΑΕΠ στην οποία υπάγεται ο ασφαλισμένος, πριν τη διακοπή της ασφάλισης ή την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Η αρμόδια Υπηρεσία του ΕΤΕΑΕΠ εξετάζει την αίτηση για το σύνολο του χρόνου που έχει διανυθεί σε όλους τους εντασσόμενους Φορείς/Τομείς/ Κλάδους/Λογαριασμούς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 35 του παρόντος νόμου.
Αιτήσεις χορήγησης εφάπαξ παροχής που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη λειτουργίας του ΕΤΕΑΕΠ εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου από την αρμόδια Υπηρεσία του ΕΤΕΑΕΠ.
9. Εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.δ. 4202/1961, όπως ισχύουν περί επίλυσης αμφισβητήσεων.
Ειδικότερα η επίλυση αμφισβητήσεων που αφορούν συντάξεις υπαλλήλων λειτουργών του Δημοσίου, καθώς και στρατιωτικών εξακολουθεί να υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 


 

Άρθρο 20.
Απασχόληση συνταξιούχων.


1. Στους εξ ιδίου δικαιώματος συνταξιούχους του Δημοσίου, καθώς και όλων των φορέων, ταμείων, κλάδων ή λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν ιδιότητα ή δραστηριότητα υποχρεωτικώς υπακτέα στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α., οι ακαθάριστες συντάξεις κύριες και επικουρικές καταβάλλονται μειωμένες σε ποσοστό 60% για όσο χρόνο απασχολούνται ή διατηρούν την ιδιότητα ή την δραστηριότητα.

Για το διάστημα αυτό καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές για τον απασχολούμενο συνταξιούχο, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις του παρόντος νόμου.
2. Ειδικά, στην περίπτωση που οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 αναλαμβάνουν εργασία ή αποκτούν δραστηριότητα σε φορείς της γενικής Κυβέρνησης, η καταβολή της σύνταξής ή των συντάξεών τους, κύριων και επικουρικών αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η παροχή της εργασίας τους ή των υπηρεσιών τους ή η δραστηριότητά τους.
Για την προσαύξηση της επικουρικής σύνταξης και του ανταποδοτικού μέρους της κύριας σύνταξης των ανωτέρω συνταξιούχων εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 30.
3. Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στα πρόσωπα της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010 με εξαίρεση αυτά που έχουν οριστεί ως μη αμειβόμενα, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 3 του ν. 3429/2005 (Α΄314).
Ειδικά για τα μέλη, τους Προέδρους και Αντιπροέδρους των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων διοικητικών αρχών εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους.
4. Ο συνταξιούχος που αναλαμβάνει εργασία ή αυταπασχολείται μπορεί να αξιοποιήσει το χρόνο της ασφάλισής του κατά το χρονικό διάστημα της κατά τα ανωτέρω απασχόλησής του ή της περικοπής ή αναστολής καταβολής της σύνταξής του για την προσαύξηση της επικουρικής και του ανταποδοτικού μέρους της κύριας σύνταξης κατά 60% του ποσού που υπολογίζεται με αναλογική εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 30.
5. Οι συνταξιούχοι της παραγράφου 1 του παρόντος υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να δηλώσουν τούτο στον φορέα κύριας ασφάλισης του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και στο ΕΤΕΑ ή στον φορέα επικουρικής ασφάλισης από τον οποίο συνταξιοδοτούνται.

Παράλειψη της δήλωσης συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού που έπρεπε να του παρακρατηθεί, συμφώνως με το παρόν άρθρο, κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή της αυτοαπασχόλησής του, που επιβαρύνεται με ετήσιο επιτόκιο 4,56%, ο δε Ε.Φ.Κ.Α. δικαιούται να συμψηφίζει το ποσό με μελλοντικές συντάξεις και μέχρι του ύψους του 1/4 της συντάξεως.
6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή για όσους θα αναλάβουν εργασία ή θα αυτοαπασχοληθούν, γενικά, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντεύθεν, καθώς και για τα πρόσωπα της παραγράφου 3 του άρθρου 4.
Ειδικά, για τα πρόσωπα που ανέλαβαν εργασία ή αυτοαπασχόληση πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατηρούνται σε ισχύ και εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2676/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το Ν. 3863/2010, και ισχύει μέχρι την ημερομηνία έναρξης του παρόντος.
7. Οι ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, που αφορούν την απασχόληση των συνταξιούχων, γενικά, δεν έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου.

 


 

Άρθρο 21.
Αναλογική Εφαρμογή διατάξεων − Εξουσιοδοτικές διατάξεις.


Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι συνταξιοδοτικές διατάξεις του Δημοσίου, όπως ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ειδικά, από την ημερομηνία υπαγωγής των προσώπων της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 στον Ε.Φ.Κ.Α., για τις εισφορές, παροχές και οφειλές, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εφαρμόζονται αναλογικά οι γενικές ή ειδικές διατάξεις που ισχύουν κατά την ανωτέρω ημερομηνία για το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

 


 

Άρθρο 22.
Τροποποίηση διατάξεων του Π.δ. 169/2007.


1.

α. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 5 του άρθρου 5 του Π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Ειδικά εάν οι δύο συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικούς φορείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται το Δημόσιο, αναστέλλεται η καταβολή της μίας από αυτές κατόπιν επιλογής της ενδιαφερομένης και μέχρι του ποσού των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.»

β. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 6 του άρθρου 31 του Π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Ειδικά εάν οι δύο συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικούς φορείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται το Δημόσιο, αναστέλλεται η καταβολή της μίας από αυτές κατόπιν επιλογής της ενδιαφερομένης και μέχρι του ποσού των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ».

γ. Από την 1.1.2015 καταργείται κάθε άλλη διάταξη αντίθετη με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του Π.δ. 169/2007 όπως προστίθενται με το παρόν.

2.

α. Στο τέλος της περίπτωσης ι΄της παρ. 2 του άρθρου 9 του Π.δ. 169/2007, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Στις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, υπάγονται μόνο όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν ασκήσει τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Οργανικής Μονάδας, όχι κατά αναπλήρωση ή κατ’ ανάθεση τουλάχιστον για μία διετία, μετά την επιλογή τους για τη θέση αυτή από το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο ή μετά την τοποθέτησή τους στη θέση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 4275/2014 (Α΄ 149).

Αν τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν συμπληρώσει την προβλεπόμενη διετία ως Προϊστάμενοι Οργανικών Μονάδων διαφορετικής βαθμίδας, καταβάλλεται το επίδομα θέσης την οποία κατείχε ο υπάλληλος για περισσότερο χρόνο.»

β. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί αντίθετα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της περίπτωσης ι΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του Π.δ. 169/2007, αναπροσαρμόζονται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις αυτές, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
γ. Η παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 4151/2013 καταργείται.

3. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του Π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο ανωτέρω χρόνος σπουδών αναγνωρίζεται ως συντάξιμος εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης δώδεκα (12) ετών.»

4.

α. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 12 του Π.δ. 169/2007 προστίθεται περίπτωση νβ΄ ως εξής:

«νβ) Ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε έως την έναρξη ισχύος του Ν. 2510/1997 (Α΄ 136) για τα αδικήματα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στα οποία υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν να εκπληρώσουν τη στρατιωτική υπηρεσία επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις.
Για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 3865/2010.»

β. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης νβ΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Π.δ. 169/2007, όπως προστίθενται με το παρόν, πρέπει να προσκομισθούν η καταδικαστική απόφαση για τα αδικήματα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας και το αποφυλακιστήριο από το οποίο να προκύπτει ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης για τα ίδια αδικήματα.
γ. Οι διατάξεις της περίπτωσης νβ΄, όπως προστίθενται με το παρόν, έχουν εφαρμογή και:

για τα πρόσωπα του άρθρου 3 του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165),για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα είχαν αποχωρήσει από την Υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης από τους ενδιαφερομένους προς την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα από την έκδοση της αναγνωριστικής πράξης.

5. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 169/2007 η φράση:

«Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις χωρίς τη θέλησή του.» αντικαθίσταται με τη φράση:

«Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις χωρίς υπαιτιότητά του».

Ειδικά για όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν απομακρυνθεί από την Υπηρεσία έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 169/2007 εξακολουθούν να ισχύουν και δεν λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση αυτή η τροποποίησή τους με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.
6.

α. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Η συμπλήρωση εξαμήνων πτητικής ενέργειας ή ενέργειας αλεξιπτωτιστή ή υποβρυχίου καταστροφέα, καθώς και η συμπλήρωση καταδυτικών εξαμήνων, βεβαιώνεται, κατά περίπτωση, με διαταγές του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας ή του Αρχηγού του οικείου Σώματος για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου υπηρετούν στο Λιμενικό ή στο Πυροσβεστικό Σώμα ή στην Ελληνική Αστυνομία.»

β. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί αντίθετα με όσα ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του Π.δ. 169/2007, όπως αντικαθίστανται με το παρόν, αναπροσαρμόζονται μετά από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων προς την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις αυτές, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού μήνα.

7. Η παρ. 14 του άρθρου 56 του Π.δ. 169/2007, όπως αναριθμήθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 4 του Ν. 3660/2008 (Α΄ 78), αντικαθίσταται ως εξής:

«14. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1, του Κώδικα αυτού, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.»

8. Στο τέλος της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 57Α του Π.δ. 169/2007, προστίθεται η φράση «και να αναζητήσει με την έκδοση καταλογιστικής πράξης τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά».
9. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 60 του Π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Στις περιπτώσεις αναδρομικών οικονομικών δικαιωμάτων σε βάρος του Δημοσίου, που προκύπτουν κατά τον κανονισμό ή ανακαθορισμό της σύνταξης με βάση τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιμηκύνεται σε 5 έτη.»

10. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 12 του άρθρου 66 του Π.δ. 169/2007 οι λέξεις «στην παράγραφο 2β» αντικαθίσταται με τις λέξεις «στην παράγραφο 2α.»


1.

α. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 5 του άρθρου 5 του Π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Ειδικά εάν οι δύο συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικούς φορείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται το Δημόσιο, αναστέλλεται η καταβολή της μίας από αυτές κατόπιν επιλογής της ενδιαφερομένης και μέχρι του ποσού των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ.»

β. Στο τέλος της περίπτωσης α΄ της παρ. 6 του άρθρου 31 του Π.δ. 169/2007, προστίθεται εδάφιο, ως εξής:

«Ειδικά εάν οι δύο συντάξεις καταβάλλονται από διαφορετικούς φορείς, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται το Δημόσιο, αναστέλλεται η καταβολή της μίας από αυτές κατόπιν επιλογής της ενδιαφερομένης και μέχρι του ποσού των επτακοσίων είκοσι (720) ευρώ».

γ. Από την 1.1.2015 καταργείται κάθε άλλη διάταξη αντίθετη με τα οριζόμενα στην περίπτωση α΄ της παρ. 5 του άρθρου 5 και της παρ. 6 του άρθρου 31 του Π.δ. 169/2007 όπως προστίθενται με το παρόν.

2.

α. Στο τέλος της περίπτωσης ι΄της παρ. 2 του άρθρου 9 του Π.δ. 169/2007, προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Στις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, υπάγονται μόνο όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα έχουν ασκήσει τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Οργανικής Μονάδας, όχι κατά αναπλήρωση ή κατ’ ανάθεση τουλάχιστον για μία διετία, μετά την επιλογή τους για τη θέση αυτή από το αρμόδιο κατά περίπτωση όργανο ή μετά την τοποθέτησή τους στη θέση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 4275/2014 (Α΄ 149). Αν τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν συμπληρώσει την προβλεπόμενη διετία ως Προϊστάμενοι Οργανικών Μονάδων διαφορετικής βαθμίδας, καταβάλλεται το επίδομα θέσης την οποία κατείχε ο υπάλληλος για περισσότερο χρόνο.»

β. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί αντίθετα με όσα ορίζονται στις διατάξεις του προτελευταίου εδαφίου της περίπτωσης ι΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του Π.δ. 169/2007, αναπροσαρμόζονται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, από την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις αυτές, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου αυτού.
γ. Η παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 4151/2013 καταργείται.

3. Το πέμπτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του Π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής:

«Ο ανωτέρω χρόνος σπουδών αναγνωρίζεται ως συντάξιμος εφόσον ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης δώδεκα (12) ετών.»

4.

α. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 12 του Π.δ. 169/2007 προστίθεται περίπτωση νβ΄ ως εξής:

«νβ) Ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε έως την έναρξη ισχύος του Ν. 2510/1997 (Α΄ 136) για τα αδικήματα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στα οποία υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν να εκπληρώσουν τη στρατιωτική υπηρεσία επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις.
Για την αναγνώριση του ανωτέρω χρόνου εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 3865/2010.»

β. Για την εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης νβ΄ της παρ. 1 του άρθρου 12 του Π.δ. 169/2007, όπως προστίθενται με το παρόν, πρέπει να προσκομισθούν η καταδικαστική απόφαση για τα αδικήματα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας και το αποφυλακιστήριο από το οποίο να προκύπτει ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης για τα ίδια αδικήματα.
γ. Οι διατάξεις της περίπτωσης νβ΄, όπως προστίθενται με το παρόν, έχουν εφαρμογή και:

για τα πρόσωπα του άρθρου 3 του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165),για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα είχαν αποχωρήσει από την Υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης από τους ενδιαφερομένους προς την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου μήνα από την έκδοση της αναγνωριστικής πράξης.

5. Στο πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 169/2007 η φράση:

«Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις χωρίς τη θέλησή του.» αντικαθίσταται με τη φράση:

«Αν απομακρυνθεί από τις τάξεις χωρίς υπαιτιότητά του».

Ειδικά για όσα από τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν απομακρυνθεί από την Υπηρεσία έως την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 169/2007 εξακολουθούν να ισχύουν και δεν λαμβάνεται υπόψη στην περίπτωση αυτή η τροποποίησή τους με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής.
6.

α. Οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) αντικαθίστανται ως εξής:

«2. Η συμπλήρωση εξαμήνων πτητικής ενέργειας ή ενέργειας αλεξιπτωτιστή ή υποβρυχίου καταστροφέα, καθώς και η συμπλήρωση καταδυτικών εξαμήνων, βεβαιώνεται, κατά περίπτωση, με διαταγές του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας ή του Αρχηγού του οικείου Σώματος για όσα από τα πρόσωπα της προηγούμενης παραγράφου υπηρετούν στο Λιμενικό ή στο Πυροσβεστικό Σώμα ή στην Ελληνική Αστυνομία.»

β. Συντάξεις που έχουν κανονισθεί αντίθετα με όσα ορίζονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 41 του Π.δ. 169/2007, όπως αντικαθίστανται με το παρόν, αναπροσαρμόζονται μετά από σχετική αίτηση των ενδιαφερομένων προς την αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., σύμφωνα με όσα ορίζονται στις διατάξεις αυτές, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επόμενου της δημοσίευσης του νόμου αυτού μήνα.

7. Η παρ. 14 του άρθρου 56 του Π.δ. 169/2007, όπως αναριθμήθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 4 του Ν. 3660/2008 (Α΄ 78), αντικαθίσταται ως εξής:

«14. Η σύνταξη όσων θεμελιώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 1, του Κώδικα αυτού, καταβάλλεται με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.»

8. Στο τέλος της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 57Α του Π.δ. 169/2007, προστίθεται η φράση «και να αναζητήσει με την έκδοση καταλογιστικής πράξης τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά».
9. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 60 του Π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Στις περιπτώσεις αναδρομικών οικονομικών δικαιωμάτων σε βάρος του Δημοσίου, που προκύπτουν κατά τον κανονισμό ή ανακαθορισμό της σύνταξης με βάση τις διατάξεις περί διαδοχικής ασφάλισης, το ανωτέρω χρονικό διάστημα επιμηκύνεται σε 5 έτη.»

10. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 12 του άρθρου 66 του Π.δ. 169/2007 οι λέξεις «στην παράγραφο 2β» αντικαθίσταται με τις λέξεις «στην παράγραφο 2α.»

 


 

Άρθρο 23.
Ρυθμίσεις διαφόρων συνταξιοδοτικών θεμάτων.


1. Στην περίπτωση α΄ της παρ. 11 του άρθρου 5 του Ν. 2703/1999 (Α΄ 72) οι λέξεις «Τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 2530/1997» αντικαθίστανται με τις λέξεις «Τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι.».
2.

α. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2703/1999 εφαρμόζονται αναλόγως και για τους υπαλλήλους ή λειτουργούς του Δημοσίου και τους υπαλλήλους Ν.Π.Δ.Δ., που τοποθετούνται ως Διοικητές και Υποδιοικητές των Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και των φορέων του Κεφαλαίου Α΄ του Ν. 3429/2005 (Α΄ 314), τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος.
β. Αν τα ανωτέρω πρόσωπα κατά τη διάρκεια της θητείας τους στους φορείς της περίπτωσης α΄ δεν έχουν καταβάλει τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη υπέρ Δημοσίου, ο χρόνος αυτός μπορεί να αναγνωρισθεί συντάξιμος από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 ή της παρ. 5 του άρθρου 59 του Π.δ. 169/2007.
γ. Δικαιώματα που έχουν κριθεί διαφορετικά από τα οριζόμενα στις διατάξεις της περίπτωσης β΄, επανακρίνονται, με βάση τις διατάξεις αυτές, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων που υποβάλλεται στην αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, εντός εξαμήνου από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την πρώτη του επομένου της δημοσίευσης του νόμου αυτού μήνα.

3. Στο τέλος του άρθρου 10 του ν. 3865/2010, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, ως ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη λαμβάνεται υπόψη εκείνο που ισχύει κάθε φορά».

4.

α. Η διάταξη της περίπτωσης γ΄ της παρ. 16 του άρθρου 6 του Ν. 4002/2011 (Α΄ 180), αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών προσδιορίζεται το μέγεθος και τα κριτήρια του δείγματος των ελέγχων που διενεργεί η Διεύθυνση Μεταβολών και Δειγματοληπτικών Ελέγχων.»

β. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία καταβολής των αναδρομικών ποσών σύνταξης, που δικαιούνται συνταξιούχοι του Δημοσίου κατά το Ν.δ. 99/1974 (Α΄ 295), καθώς και οι κληρονόμοι τους, λόγω της αναπροσαρμογής των συντάξεών τους με βάση τις διατάξεις του άρθρου 57 του Ν. 3691/2008 (Α΄ 166), σε εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων.
γ. Αναδρομικά ποσά συντάξεων τα οποία καταβάλλονται σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, συμψηφίζονται με τυχόν ποσά που οφείλει ο δικαιούχος στο Δημόσιο.
δ. Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 3408/2005 (Α΄ 272), καθώς και της περίπτωσης β΄ της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 3670/2008 (Α΄ 117) καταργούνται από 1.1.2016.
ε. Οι καταβαλλόμενες μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος συντάξεις αναπροσαρμόζονται από 1.1.2016 με βάση τις διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης.

5. Για την εξαίρεση από τις μειώσεις των συντάξεων του άρθρου 11 του Ν. 3865/2010, της παρ. 14 του άρθρου 2 του Ν. 4002/2011, της παρ. 10 του άρθρου 1 του Ν. 4024/2011 και του άρθρου 1 του Ν. 4051/2012 (Α΄ 40) που συνδέονται με πιστοποίηση ορισμένου ποσοστού αναπηρίας, γίνεται δεκτή και η γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.).
Για την προσαύξηση της σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Β4 της παραγράφου Β΄ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222) αρκεί και η γνωμάτευση των ανωτέρω υγειονομικών επιτροπών.
6. Αν για οποιονδήποτε λόγο παρακρατήθηκαν εσφαλμένα, μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές για κύρια σύνταξη υπέρ Δημοσίου, το επιπλέον οφειλόμενο ποσό καταβάλλεται με παρακράτηση από τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές, σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις η κάθε μία από τις οποίες ανέρχεται στο 1/6 των αποδοχών αυτών.

Αν ο υπάλληλος ή ο στρατιωτικός αποχωρεί λόγω συνταξιοδότησης, τυχόν εναπομείναν οφειλόμενο ποσό παρακρατείται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τη σύνταξή του μετά από σχετική ενημέρωση της αρμόδιας Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.).

 


 

Άρθρο 24.
Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικών θεμάτων υπαλλήλων του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων – Ο.Δ.Α.Ζ.


1.

α. Το τακτικό προσωπικό του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων - Ο.Δ.Α.Ζ., που προέρχεται από τον πρώην Οργανισμό Δημόσιας Αντίληψης Ζακύνθου (Ο.Δ.Α.Ζ.), το οποίο είχε προσληφθεί στον φορέα αυτόν μέχρι την 31.12.2010, υπάγεται για κύρια σύνταξη στις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.δ. 4277/1962 (Α΄ 191) και όλη η προηγούμενη υπηρεσία του με σχέση δημοσίου δικαίου στον ανωτέρω Οργανισμό λογίζεται ότι διανύθηκε στην ασφάλιση του Ειδικού Συνταξιοδοτικού Καθεστώτος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Το ανωτέρω προσωπικό εξακολουθεί να υπάγεται στους φορείς επικουρικής ασφάλισης και πρόνοιας στους οποίους υπαγόταν μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού.
β. Οι διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 2 του Ν. 3865/2010 (Α΄ 120) εξακολουθούν να ισχύουν για το προσωπικό της παραγράφου αυτής.
γ. Ως προς το ασφαλιστικό – συνταξιοδοτικό καθεστώς του τακτικού προσωπικού του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων - Ο.Δ.Α.Ζ., το οποίο έχει προσληφθεί από 1.1.2011 μέχρι την προηγούμενη της ημερομηνίας δημοσίευσης του νόμου αυτού ή προσλαμβάνεται από την ημερομηνία αυτή και μετά, εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 2 του Ν. 3865/2010, όπως ισχύουν.
δ. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρμογή και για το πρώην τακτικό προσωπικό του Ο.Δ.Α.Ζ. το οποίο έχει μεταταχθεί ή μεταφερθεί σε θέσεις άλλων υπηρεσιών και έχει επιλέξει τη διατήρηση του προηγούμενου της μετάταξης ή μεταφοράς του, ασφαλιστικού –συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

2.

α. Ο χρόνος υπηρεσίας με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου στον Ο.Δ.Α.Ζ πρώην υπαλλήλων του, που έχουν μεταταγεί ή μεταφερθεί σε θέσεις άλλων φορέων και δεν έχουν επιλέξει τη διατήρηση του προηγούμενου της μετάταξης ή μεταφοράς τους ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού καθεστώτος, λογίζεται ως διανυθείς στην ασφάλιση του Ειδικού Συνταξιοδοτικού Καθεστώτος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
β. Εάν τα πρόσωπα της ανωτέρω περίπτωσης μετά τη μεταφορά ή τη μετάταξή τους έχουν υπαχθεί στο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς του Δημοσίου, ο ανωτέρω χρόνος υπηρεσίας τους στον Ο.Δ.Α.Ζ. λογίζεται ότι διανύθηκε στο Δημόσιο.

3. Εκκρεμείς αιτήσεις για συνταξιοδότηση τακτικών υπαλλήλων του Κέντρου Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων - Ο.Δ.Α.Ζ., μεταφέρονται στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και εξετάζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, μη εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 60 του Π.δ. 169/2007.
4. Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων - Ο.Δ.Α.Ζ. πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και εκκρεμούν, καθώς και αιτήσεις που θα υποβληθούν μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού για αναγνώριση συντάξιμου χρόνου από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία, ο οποίος μπορεί να αναγνωρισθεί με βάση τις οικείες διατάξεις, που ισχύουν κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου, εξετάζονται από το ΙΚΑ−ΕΤΑΜ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθροθ 11 του Ν.δ. 4277/1962 (Α΄ 191) ή το Δημόσιο, κατά περίπτωση.
5. Οι συντάξεις που ήδη καταβάλλονται από το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Ιονίων - Ο.Δ.Α.Ζ., στους συνταξιούχους πρώην υπαλλήλους του Οργανισμού, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, βαρύνουν από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού και μετά, το Ειδικό Συνταξιοδοτικό Καθεστώς του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, καταβάλλονται από αυτό και διέπονται από τις ισχύουσες κάθε φορά για τους συνταξιούχους του διατάξεις.
6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
7. Από την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού, καταργείται το Ν.δ. 2487/1953 (Α΄ 198), καθώς και κάθε άλλη αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού διάταξη.

 


 

Άρθρο 25.
Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικών θεμάτων υπαλλήλων του Ταμείου Ασφάλισης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΑΔΚΥ).


1. Οι τακτικοί υπάλληλοι του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ), καθώς και του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), που προέρχονται από το πρώην Ταμείο Ασφάλισης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ΤΑΔΚΥ) και οι οποίοι διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4239/1962 (Α΄ 126) και υπάγονται για τον κλάδο κύριας σύνταξης οι μεν στο ΕΤΕΑ, οι δε στον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ, μεταφέρονται στην ασφάλιση του ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.δ. 4277/1962 (Α΄ 191).
2. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στο τακτικό προσωπικό του πρώην ΤΑΔΚΥ, καθώς και στο προσωπικό της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, το οποίο μεταφέρθηκε ή μετατάχθηκε σε θέσεις άλλων υπηρεσιών και έχει επιλέξει τη διατήρηση του προηγούμενου, της μεταφοράς ή μετάταξης, ασφαλιστικού – συνταξιοδοτικού καθεστώτος.
3. Οι συντάξεις που καταβάλλονται στους ήδη συνταξιούχους του πρώην ΤΑΔΚΥ, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, είτε καταβάλλονται από το ΕΤΕΑ, είτε από τον Τομέα Πρόνοιας Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων του ΤΠΔΥ, βαρύνουν εφεξής το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
4. Εκκρεμείς αιτήσεις συνταξιοδότησης των τακτικών υπαλλήλων των ανωτέρω παραγράφων, μεταφέρονται στο ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και κρίνονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
5. Οι εισφορές εργαζόμενου – εργοδότη που αντιστοιχούν στο χρόνο ασφάλισης που διανύθηκε στους προηγούμενους φορείς μέχρι την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, μεταφέρονται στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ μετά από αναλογιστική μελέτη της Διεύθυνσης Αναλογιστικών Μελετών και Στατιστικής του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
Ο χρόνος ασφάλισης στους προηγούμενους φορείς του τακτικού προσωπικού των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, θεωρείται ότι διανύθηκε στην ασφάλιση του ειδικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
6. Το άρθρο 1 του Ν.δ. 4239/1962, καθώς και κάθε άλλη αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου αυτού διάταξη καταργείται.
7. Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου και του παρόντος ισχύουν μέχρι την ημερομηνία υπαγωγής των ασφαλιστικών φορέων στον Ε.Φ.Κ.Α..

 


 

Άρθρο 26.
Έκταση Εφαρμογής.


Οι διατάξεις των προηγούμενων άρθρων, εφαρμόζονται ανάλογα και για τους υπαλλήλους των Ο.Τ.Α. και των άλλων Ν.Π.Δ.Δ. που διέπονται από το ίδιο με τους δημοσίους υπαλλήλους συνταξιοδοτικό καθεστώς,

είτε οι συντάξεις τους βαρύνουν το Δημόσιο είτε τους οικείους φορείς, καθώς και για το προσωπικό του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος και των υπαλλήλων των ασφαλιστικών Ταμείων του προσωπικού των Σιδηροδρομικών Δικτύων, που διέπονται από το καθεστώς του Ν.δ. 3395/1955 (Α΄ 276).

 


 

Άρθρο 27.
Εφαρμογή κοινών κανόνων ασφαλισμένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.


1. Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών των άρθρων 1 και 2, οι ρυθμίσεις των άρθρων 4 20 του Κεφαλαίου Β΄ εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των φορέων, τομέων κλάδων και λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, ειδικών ρυθμίσεων των άρθρων που ακολουθούν και με εξαίρεση των διατάξεων του Κεφαλαίου Β΄ που, από τη φύση τους, ρυθμίζουν αποκλειστικά τη σχέση των δημοσίων ή στρατιωτικών υπαλλήλων με την υπηρεσία τους.
2.

α. Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στην παράγραφο 4 του άρθρου 7, στους συνταξιούχους που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και λαμβάνουν μειωμένη σύνταξη λόγω αναπηρίας με ποσοστό αναπηρίας από 67% έως και 79,99% χορηγείται το 75% της εθνικής σύνταξης, και με ποσοστό αναπηρίας από 50% έως και 66,99% χορηγείται το 50% αυτής. Σε περίπτωση νέας κρίσης από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές το ύψος της εθνικής σύνταξης αναπροσαρμόζεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω και βάσει του νέου ποσοστού αναπηρίας.

Οι προσαρμογές αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 612/1977 (Α΄ 164) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά.
β. Σε όσους συνταξιοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν. 612/1977 ή με βάση διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτόν δεν εφαρμόζεται η πρόβλεψη για τη μείωση της εθνικής σύνταξης της παρ. 2 του άρθρου 7, κατά την οποία η εθνική σύνταξη μειώνεται κατά 1/40 για κάθε χρόνο που υπολείπεται των σαράντα (40) ετών διαμονής στην Ελλάδα, μεταξύ του 15ου έτους ηλικίας και του έτους, κατά το οποίο συμπληρώνουν το προβλεπόμενο όριο ηλικίας καταβολής της σύνταξης.
γ. Το εξωϊδρυματικό επίδομα παραπληγίας τετραπληγίας χορηγείται στους ασφαλισμένους, στους συνταξιούχους και στα μέλη των οικογενειών τους που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις που ισχύουν κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου.
δ. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής και οι διαφορετικές ρυθμίσεις των παραγράφων 2 και 4 του άρθρου 7 εναρμονίζονται έως την 31.12.2016, σύμφωνα με το άρθρο 11, για όλους τους αναπήρους που εργάζονται στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

3. Τα εδάφια 1 και 2 της παρ. 3 του άρθρου 29 του α.ν. 1846/1951 σχετικά με το επίδομα συζύγου, καθώς και κάθε αντίστοιχη ειδική, γενική και καταστατική διάταξη των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, σύμφωνα με το άρθρο 53, δεν έχουν εφαρμογή για όσους καταθέσουν αίτηση συνταξιοδότησης από την έναρξη ισχύος του παρόντος και εντεύθεν.

Για όσους λαμβάνουν σύνταξη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το επίδομα συζύγου εξακολουθεί να συγκαταβάλλεται με τη σύνταξη σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις έως 31.12.2018. Από την 1.1.2019 και εντεύθεν καταβάλλεται παροχή κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του παρόντος.
4. Τα άρθρα 1 έως 4 του Ν. 3863/2010 καταργούνται.

 


 

Άρθρο 28.
Ανταποδοτική σύνταξη.


1. Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του Κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, όπως ορίζονται στο άρθρο αυτό, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 34, και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης υπολογιζόμενα επί των συντάξιμων αποδοχών του πίνακα της παρ. 4 του άρθρου 8, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων.
2. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη:

α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.

Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του.

Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου.

Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.
β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του άρθρου 40, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40, καθ’ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου.

Για το διάστημα μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης, συνυπολογιζομένων, με αναγωγή κατά κεφαλήν, τυχόν υφισταμένων κατά το διάστημα αυτό κοινωνικών πόρων υπέρ των αντίστοιχων ταμείων.

Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε ασφαλισμένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη.

Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξανόμενες κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.
Στις περιπτώσεις συνταξιοδότησης, για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά είτε με βάση τις διατάξεις του Ν. 2084/1992, ως συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων θα υπολογιστεί το ποσοστό αναπλήρωσης των 35 ετών, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τη διάρκεια ασφάλισής του.
Από 1.1.2019 για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του άρθρου 40, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα που προκύπτει, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά ύψους 20% το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης.
γ. Για τους ασφαλισμένους για τους οποίους, από την 1.1.2017, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38, καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά εργοδότη και ασφαλισμένου, αλλά έως την έναρξη ισχύος του παρόντος κατέβαλλαν ασφαλιστική εισφορά με ασφαλιστικές κατηγορίες, ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης ορίζεται το ποσό που αντιστοιχεί στο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης.
δ. Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, ύστερα από την καταβολή του ποσού εξαγοράς που προβλέπεται, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά ύψους 20% το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.

Οι πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης.

3. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των αιτήσεων συνταξιοδότησης που θα κατατεθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντός του έτους 2016 ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη ο μέσος μηνιαίος μισθός – εισόδημα κατά τις ειδικότερες λοιπές προβλέψεις του παρόντος άρθρου που προκύπτει από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης. Εφεξής ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατά ένα έτος.
Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως πέντε (5) ετών ασφάλισης.
Για αιτήσεις συνταξιοδότησης με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 έως την έναρξη της συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.
4. Καταργούνται εφεξής και δεν εφαρμόζονται επί των αιτήσεων συνταξιοδότησης που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οι εξής διατάξεις:

άρθρο 29 παρ. 3 Ν. 2084/1992 (Α΄ 165),
άρθρο 64 Ν. 2676/1999 (Α΄ 1),
άρθρο 31 παρ. 2 Ν. 2084/1992 (Α΄ 165),
άρθρο 5 παρ. 11 Α.Ν. 1846/1951 (Α΄ 179),
άρθρο 23 εδάφιο πέμπτο Π.δ. 913/1978 (Α΄ 220),
άρθρο 44 παρ. 4 Π.δ. 284/1974 (Α΄ 101),
άρθρο 5 παρ. 4 Υ.Α. Β2/54/3/236/76/οικ. 695/1977 (Β΄329),
άρθρο 46 παρ. 8α Β.δ. 29/5/25.6.58 (Α΄ 96),
άρθρο 17 παρ. 2 Π.δ. 419/1983 (Α΄ 154),
άρθρο 17 Π.δ. 419/1980 (Α΄ 11),
άρθρο 20 Υ.Α. 17481/1933 Α.Υ.Ε.Ο. (77/1933),
άρθρο 18 παρ. 1 περίπτωση ε΄ Υ.Α. 31720/Σ.503/10.12.1962 (Β΄503),
Υ.Α. Φ.43/οικ.1135/1988 (Β΄404),
άρθρο 1 Π.δ. 460/1989 σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν. 982/1979 (Α΄ 239),
Υ.Α. Φ.41/241/1996 (Β΄228),
άρθρο 16 παρ. 2 Ν. 3232/2004 (Α΄ 48) σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 4 Ν. 3029/2002 (Α΄ 160),
άρθρο 24 παρ. 2 Π.δ. 258/2005 (Α΄ 316),
άρθρο 9 Π.δ. 116/1988 (Α΄ 48),
άρθρο 6 του Β.δ. 5/1955 (Α΄ 18),
άρθρα 97 και 110 Π.δ. 668/1981 (Α΄ 167),
άρθρο 1 Π.δ. 418/1985 (Α΄ 146),
άρθρο 14 Υ.Α. Φ.29/1455/1977 (Β΄ 1028),
άρθρο 3 παρ. 3 Ν. 3863/2010 (Α΄ 115) και κάθε αντίθετη διάταξη.

 


 

Άρθρο 29


1. Μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, καταβάλλεται στους δικαιούχους προσωρινή σύνταξη, το ύψος της οποίας υπολογίζεται ως εξής:

α. Για τους μισθωτούς το 50% του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου κατά τους δώδεκα (12) μήνες ασφάλισης που προηγούνται της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.

Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών, οποτεδήποτε και αν καταβλήθηκαν, δια του 12.
β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους στον Ο.Γ.Α., όπως αυτοί ορίζονται στα άρθρα 39 και 40, το 50% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος των δώδεκα (12) τελευταίων μηνών ασφάλισης που προηγούνται της υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.

Ως μέσο μηνιαίο εισόδημα νοείται αυτό το οποίο προκύπτει από το πηλίκον του συνόλου των τρεχουσών εισφορών κύριας ασφάλισης που καταβλήθηκαν κατά τους μήνες αυτούς, διαιρουμένου δια του 20% και δια του 12.

2. Η προσωρινή σύνταξη δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στην εθνική σύνταξη που αντιστοιχεί σε είκοσι (20) έτη ασφάλισης και να υπερβαίνει το ποσό που αντιστοιχεί στο διπλάσιο αυτής, στο ύψος που διαμορφώνεται κάθε φορά. Ειδικά για τους ασφαλισμένους, σύμφωνα με το άρθρο 40, το ποσό της προσωρινής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο 80% της εθνικής σύνταξης που αντιστοιχεί για είκοσι (20) έτη ασφάλισης.
3. Τα ανωτέρω ισχύουν στις περιπτώσεις αίτησης για πλήρη σύνταξη λόγω γήρατος. Σε περιπτώσεις αίτησης για μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος το ποσό της προσωρινής σύνταξης μειώνεται κατά ποσοστό 1/200 για κάθε μήνα που υπολείπεται από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας που προβλέπεται για την πλήρη σύνταξη.
4. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης σύνταξης λόγω αναπηρίας, το ποσό της προσωρινής σύνταξης, στο ύψος που διαμορφώνεται κατά τα ανωτέρω, μειώνεται αντίστοιχα κατά τα ποσοστά που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 27.

Σε περίπτωση υποβολής αίτησης συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, η προσωρινή σύνταξη, όπως διαμορφώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις, χορηγείται σε ποσοστό 50%. Το ποσοστό αυτό επιμερίζεται μεταξύ των δικαιοδόχων, σύμφωνα με τα ποσοστά επιμερισμού της σύνταξης.
5. Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο με την προσωρινή σύνταξη συμψηφίζεται με το ποσό της σύνταξης που προκύπτει μετά την έκδοση της οριστικής πράξης απονομής της σύνταξης.
6. Στην περίπτωση ασφαλισμένου με διαδοχικό χρόνο ασφάλισης στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, η αίτηση για προσωρινή σύνταξη υποβάλλεται και εξετάζεται από τον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα νόμο για την επαγγελματική δραστηριότητα στην οποία υπαγόταν ο ασφαλισμένος κατά την τελευταία χρονική περίοδο πριν από την αίτησή του. Αν για τον υπολογισμό του ποσού της προσωρινής σύνταξης, ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης της παρ. 1 δεν επαρκεί, λόγω αλλαγής επαγγελματικής δραστηριότητας του ασφαλισμένου, λαμβάνεται υπόψη και διαδοχικά διανυθείς χρόνος ασφάλισης και καταβάλλεται ποσό προσωρινής σύνταξης, όπως προβλέπεται στο παρόν.
Το ανωτέρω ισχύει και στις περιπτώσεις διαδοχικά ασφαλισμένων που έχουν οφειλή μέχρι του ποσού που προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις.
7. Η διάταξη για την έκδοση της προσωρινής σύνταξης δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Όταν ο ασφαλισμένος με δήλωσή του δεν επιθυμεί την έκδοση προσωρινής σύνταξης.
β. Όταν δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης.
γ. Όταν για τη συνταξιοδότηση πρέπει να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας και 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και οι διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλειας, εκτός των περιπτώσεων που θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με το χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα.
δ. Όταν δεν έχουν κατατεθεί τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
ε. Όταν λαμβάνεται ταυτόχρονα και άλλη κύρια σύνταξη για την ίδια αιτία.
στ. Όταν δεν έχει διακοπεί η εργασία κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
ζ. Όταν είναι απαραίτητη η προηγούμενη αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων. Στην περίπτωση αυτή, ο λόγος θεωρείται ότι εκλείπει εφόσον, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εκδοθεί η απόφαση αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, ακόμα και αν η εξαγορά του χρόνου αυτού γίνει τμηματικά με παρακράτηση του σχετικού ποσού από τη σύνταξη του δικαιούχου.
η. Όταν υπάρχουν οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές ποσού που υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις ποσά.

Αν μεταγενέστερα εκλείψει ο λόγος αυτός, η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται από την επομένη υποβολής σχετικής νέας αίτησης του ενδιαφερόμενου.

8. Η πράξη προσωρινής σύνταξης κατά τα ανωτέρω εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης.
9. Η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα στους δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή για όσους συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά.

 


 

Άρθρο 29α.
Προσωρινή σύνταξη για αιτήσεις που υποβάλλονται ηλεκτρονικά.


1. Οι ασφαλισμένοι οι οποίοι υποβάλλουν ηλεκτρονικά στον Ε.Φ.Κ.Α. αίτηση συνταξιοδότησης, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που συνταξιοδοτούνται σύμφωνα με το ειδικό καθεστώς του ν. 3163/1955 (Α΄ 71), δικαιούνται προσωρινή σύνταξη από την πρώτη του επόμενου της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης μήνα, μέχρι το τέλος του μήνα έκδοσης της οριστικής απόφασης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους.
2.

α) Η προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος υπολογίζεται στο 80% του ποσού της οριστικής σύνταξης, όπως διαμορφώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016 (Α΄ 85).

Στην περίπτωση χορήγησης μειωμένης σύνταξης λόγω γήρατος, το ποσό που υπολογίζεται κατά το προηγούμενο εδάφιο μειώνεται αντίστοιχα προς το ποσοστό μείωσης που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις για κάθε μήνα που υπολείπεται της συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης.
β) Οι ασφαλισμένοι που υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας δικαιούνται προσωρινή σύνταξη, η οποία διαμορφώνεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε συνδυασμό με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης α΄ της παρ. 2 του άρθρου 27 και την παρ. 2 του άρθρου 31 του ν. 4387/2016.
γ) Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου ή συνταξιούχου, η προσωρινή σύνταξη ανέρχεται σε ποσοστό 50% του ποσού που διαμορφώνεται σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρούσας παραγράφου και χορηγείται στους δικαιοδόχους σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 4387/2016.

Το ποσό που θα προκύψει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στην εθνική σύνταξη που χορηγείται για δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016.

3. Για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος χορήγησης προσωρινής σύνταξης εκδίδεται απόφαση του αρμόδιου ασφαλιστικού οργάνου, εντός, δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης των δικαιολογητικών της παραγράφου 4 ή και από την ημερομηνία οριστικοποίησης της κρίσης των υγειονομικών επιτροπών, αν η χορήγηση της σύνταξης συναρτάται με την εκτίμηση του βαθμού αναπηρίας του ασφαλισμένου. Η απόφαση του προηγούμενου εδαφίου δεν υπόκειται σε προσφυγή.
4. Η προσωρινή σύνταξη χορηγείται εφόσον ο αιτών:

α) έχει συμπληρώσει στην ηλεκτρονική αίτηση συνταξιοδότησης όλα τα πεδία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό της σύνταξης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016,
β) έχει συνυποβάλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (Α΄ 75) ειδικά ως προς την ακρίβεια του χρόνου ασφάλισης και των αποδοχών ή του εισοδήματος που δηλώνει στην αίτηση συνταξιοδότησης, καθώς και ότι πληροί τόσο τις προϋποθέσεις χορήγησης της προσωρινής σύνταξης του άρθρου αυτού όσο και τις προϋποθέσεις χορήγησης της οριστικής σύνταξης.

Ασφαλισμένος με διαδοχικό χρόνο ασφάλισης, πλέον των ανωτέρω, οφείλει να δηλώσει αναλυτικά τα Ταμεία, στα οποία ασφαλίστηκε διαδοχικά, το χρόνο ασφάλισης ανά ενταχθέν Ταμείο και συνολικά, τις αντίστοιχες αποδοχές/εισόδημα, τον τυχόν χρόνο παράλληλης ασφάλισής του, το Ταμείο στο οποίο έχει τυχόν οφειλές, καθώς και το αντίστοιχο ποσό, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση Φ.1500/οικ.9696/195/8.8.2014 (Β΄ 2441).
Ασφαλισμένος για τον οποίο είναι απαραίτητος ο έλεγχος καταβολής των εισφορών, θα πρέπει να καταθέσει επιπλέον υπηρεσιακό σημείωμα του αρμόδιου τμήματος εισφορών σχετικά με τις τυχόν οφειλόμενες εισφορές κατά τον μήνα κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης.
5. Το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται στον ασφαλισμένο σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους συμψηφίζεται με το ποσό της σύνταξης που καθορίζεται στην οριστική απόφαση απονομής της σύνταξης.
6. Εάν, μετά τον έλεγχο των δικαιολογητικών για την έκδοση της οριστικής απόφασης απονομής της σύνταξης, διαπιστωθεί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης ή ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση και στην υπεύθυνη δήλωση του ασφαλισμένου είναι ανακριβή, τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά συντάξεων αναζητούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί επιστροφής αχρεωστήτως καταβληθεισών παροχών.
7. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α. Όταν η αίτηση συνταξιοδότησης δεν υποβάλλεται ηλεκτρονικά.
β. Όταν για τη συνταξιοδότηση πρέπει να εφαρμοστούν οι Κανονισμοί 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας και 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 883/2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας, καθώς και οι διμερείς συμβάσεις κοινωνικής ασφάλειας, εκτός των περιπτώσεων που θεμελιώνεται αυτοτελές συνταξιοδοτικό δικαίωμα μόνο με το χρόνο ασφάλισης σε ελληνικό ασφαλιστικό φορέα.
γ. Όταν δεν έχει διακοπεί η εργασία/αυτοαπασχόληση κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης ή όταν αναληφθεί μεταγενέστερα, καθώς και όταν χορηγείται ήδη προσωρινή ή οριστική σύνταξη για την ίδια αιτία.
δ. Όταν είναι απαραίτητη η αναγνώριση χρόνων ασφάλισης για θεμελίωση του δικαιώματος συνταξιοδότησης.

Εφόσον, όμως, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης εκ μέρους του ενδιαφερομένου, εκδοθεί η απόφαση αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης, ακόμα και αν η εξαγορά του χρόνου αυτού γίνει τμηματικά με παρακράτηση του σχετικού ποσού από τη σύνταξη του δικαιούχου, είναι επιτρεπτό να χορηγηθεί προσωρινή σύνταξη από την αρχική αίτηση, όχι όμως πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος.
ε. Όταν υπάρχουν οφειλές από ασφαλιστικές εισφορές, το ποσό των οποίων υπερβαίνει τα προβλεπόμενα από τις σχετικές διατάξεις ποσά.

Αν μεταγενέστερα εκλείψει ο λόγος αυτός, η προσωρινή σύνταξη καταβάλλεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος.

8. Οι διατάξεις του άρθρου 29 του ν. 4387/2016 εξακολουθούν να ισχύουν για τους ασφαλισμένους οι οποίοι καταθέτουν στον Ε.Φ.Κ.Α. έντυπη αίτηση συνταξιοδότησης.

 


 

Άρθρο 30.
Προσαύξηση σύνταξης όσων κατέβαλλαν αυξημένες εισφορές.


1. Στην περίπτωση ασφαλισμένων οι οποίοι, υπό την ισχύ του προϊσχύοντος νομοθετικού καθεστώτος κατέβαλλαν εισφορές ανώτερες από αυτές του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.
Εξαιρούνται τα πρόσωπα που συνταξιοδοτούνται βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 της υπ’ αριθμ. Φ.11321/ οικ.47523/1570/23.10.2015 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 2311) πλην των παλαιών ασφαλισμένων (ασφαλισμένων πριν την 1.1.1993) που υπάγονται στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα του ΤΑΠ ΔΕΗ.
Τα τελευταία πρόσωπα δικαιούνται την προσαύξηση του πρώτου εδαφίου για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) εισφοράς που υπερβαίνει το συνολικό ποσοστό εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη Κλάδου Σύνταξης και επασφαλίστρου βαρέων επαγγελμάτων των αντίστοιχων κατηγοριών εργαζομένωνυπαγομένων στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

Για τους ασφαλισμένους που δεν συνταξιοδοτούνται βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 της ανωτέρω υπουργικής απόφασης εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.
Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση θα προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.

Οι διατάξεις του άρθρου 28 εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται σε όσους υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

 

 


 

Άρθρο 31.
Ασφαλιστικές παροχές λόγω εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος εκτός εργασίας.


1. Οι ασφαλισμένοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας και τα μέλη της οικογένειάς τους σύνταξη λόγω θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και ανεξαρτήτως χρόνου ασφάλισης, αν η αναπηρία ή ο θάνατος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή ατύχημα κατά την απασχόληση. Για τη χορήγηση της σύνταξης του προηγούμενου εδαφίου απαιτείται υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης από τον κατά τα ανωτέρω δικαιούχο.

Η προθεσμία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, η διαδικασία αναγγελίας και διαπίστωσης του εργατικού ατυχήματος ή ατυχήματος κατά την απασχόληση, το είδος της νόσου ανά επάγγελμα και κάθε άλλο σχετικό θέμα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Με το εργατικό ατύχημα ή ατύχημα κατά την απασχόληση εξομοιώνονται και οι επαγγελματικές ασθένειες.
Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού Ασθενείας του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης. Ειδικά για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού ΗΣΑΠ (ΤΣΠ-ΗΣΑΠ), του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ - ΕΤΕ), καθώς και του Κλάδου Σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΚΑΠ-ΔΕΗ), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ» (ΤΑΠΑΕ-Ε) και του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΕΤΒΑ (ΤΑΠ-ΕΤΒΑ) που εντάχτηκαν στον Κλάδο Σύνταξης του πρ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αρμόδιο όργανο για το χαρακτηρισμό των ατυχημάτων ως εργατικών ή μη και των επαγγελματικών ασθενειών ορίζεται ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος Μισθωτών του ΕΦΚΑ στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο τόπος απασχόλησης ή η έδρα της επιχείρησης με την οποία συνδέεται με εργασιακή σχέση ο ασφαλισμένος.
Για εκκρεμείς υποθέσεις χαρακτηρισμού των ατυχημάτων ως εργατικών ή μη των ενταχθέντων στο πρ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Ταμείων και Κλάδων του προηγούμενου εδαφίου, πλην του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ - ΕΤΕ), που δεν έχουν χαρακτηριστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αρμόδιο όργανο ορίζεται ο Προϊστάμενος Περιφερειακής Διεύθυνσης Ασφάλισης και Παροχών Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας του ΕΦΚΑ.
2. Επί αναπηρίας που οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το ποσό της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των άρθρων 7, 8 και 28. Σε καμία περίπτωση το ποσό της σύνταξης του δικαιούχου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης, για είκοσι (20) έτη ασφάλισης, στο ύψος που εκάστοτε διαμορφώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 7.
3. Επί ατυχήματος εκτός εργασίας ή απασχόλησης, περί του οποίου κρίνουν τα αρμόδια όργανα του Ε.Φ.Κ.Α., οι ασφαλισμένοι δικαιούνται σύνταξη αναπηρίας και τα μέλη της οικογένειάς τους σύνταξη λόγω θανάτου, αν έχουν πραγματοποιήσει το μισό χρόνο ασφάλισης από αυτόν που απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας από κοινή νόσο του άρθρου 11.

Τα ίδια όργανα προσδιορίζουν με αιτιολογημένη απόφασή τους, σε περίπτωση αμφισβήτησης, εάν το ατύχημα ήταν εργατικό ή εκτός εργασίας.

Έως την πλήρη έναρξη λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., επί ατυχήματος εκτός εργασίας ή απασχόλησης, κρίνουν τα υφιστάμενα αρμόδια όργανα ή επιτροπές των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.
4. Κάθε διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα των παραγράφων 13 καταργείται.

Καταβαλλόμενες συντάξεις που εκδόθηκαν βάσει ρυθμίσεων που καταργούνται στο εξής, διατηρούνται ως έχουν, με την επιφύλαξη εφαρμογής του άρθρου 33.
5. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αν το ατύχημα συμβαίνει μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

 


 

Άρθρο 32.
Παροχές ασθένειας σε χρήμα.


1. Οι διατάξεις που αφορούν στην υπαγωγή στην ασφάλιση για παροχές ασθένειας σε είδος και σε χρήμα, καθώς και το είδος, την έκταση, το ύψος, τα δικαιούχα πρόσωπα και τη διαδικασία χορήγησης των παροχών σε χρήμα, των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α..
2. Οι προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση για παροχές ασθένειας σε είδος και σε χρήμα, καθώς και το είδος, η έκταση, το ύψος, οι δικαιούχοι, η διαδικασία χορήγησης των παροχών σε χρήμα και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα ή λεπτομέρεια ρυθμίζονται ενιαία με τον Κανονισμό Ασφάλισης και Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α. της παρ. 3 του άρθρου 95, που εκδίδεται μέχρι την 31.12.2016, ύστερα από αναλογιστική μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής.

 


 

Άρθρο 33.
Αναπροσαρμογή συντάξεων−προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων.


1. Οι ήδη καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις, πλην όσων χορηγούνται από τον ΟΓΑ, αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 14, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 8, 27, 28, 30 και 12, βάσει των ειδικότερων ρυθμίσεων της επόμενης παραγράφου.
2. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, συντάξεων, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου υπολογίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη.

Αν ο συντάξιμος μισθός συνδέεται με ασφαλιστικές κατηγορίες ή ασφαλιστικές κλάσεις ή με τεκμαρτά ποσά, αυτός υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα εφαρμογής της διάταξης αυτής.

 


 

Άρθρο 34.
Χρόνος ασφάλισης.


1. Χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. για τους ασφαλισμένους του Κεφαλαίου αυτού είναι:

α. Ο χρόνος πραγματικής ασφάλισης, ήτοι ο χρόνος ασφαλιστέας απασχόλησης ή ιδιότητας στον Ε.Φ.Κ.Α. ή στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς για τον οποίο έχουν καταβληθεί εισφορές.

Για τους μισθωτούς ως χρόνος ασφάλισης αναγνωρίζεται και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται εισφορές, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
β. Ο λογιζόμενος χρόνος συντάξιμης υπηρεσίας των πολιτικών και στρατιωτικών υπαλλήλων, σύμφωνα με τις διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου, όπως αυτές ίσχυαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
γ. Οι πλασματικοί χρόνοι ασφάλισης της παρ. 18 του άρθρου 10 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), των άρθρων 39, 40 και 41 του Ν. 3996/2011 (Α΄ 170), του άρθρου 6 παρ.12 και του άρθρου 17 του Ν. 3865/2010 (Α΄ 120), και του άρθρου 40 του Ν. 2084/1992 (Α΄ 165).
Όπου για την αναγνώριση των πλασματικών αυτών χρόνων ασφάλισης προβλέπεται καταβολή εισφοράς, η αναγνώριση γίνεται με την καταβολή από τον ασφαλισμένο για κάθε μήνα αναγνωριζόμενου πλασματικού χρόνου ασφάλισης της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, στο ποσοστό που ισχύει κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης εξαγοράς.
Η ως άνω εισφορά υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές του ασφαλισμένου κατά τον τελευταίο μήνα πλήρους απασχόλησης πριν από την υποβολή της αίτησης εξαγοράς, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του άρθρου 38 και εφόσον έχει διακοπεί η απασχόληση, επί των αποδοχών του τελευταίου μήνα απασχόλησης προσαυξανόμενων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.
Σε περίπτωση ελεύθερου επαγγελματία, αυταπασχολούμενου ή ενός από τα πρόσωπα του άρθρου 40, η εισφορά υπολογίζεται με βάση το μηνιαίο εισόδημά τους κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης αναγνώρισης, σύμφωνα με τα άρθρα 39, 98 και 40.
Το συνολικό ποσό της κατά τα ανωτέρω εξαγοράς καταβάλλεται σε τόσες μηνιαίες δόσεις, όσοι είναι και οι μήνες που αναγνωρίζονται.
Το ποσό αυτό μπορεί να καταβληθεί εφάπαξ, οπότε παρέχεται έκπτωση 2% για κάθε έτος εξαγοράς.
Η εισφορά των αιτήσεων αναγνώρισης πλασματικών χρόνων που θα υποβληθούν από τους ελευθέρους επαγγελματίες - αυταπασχολούμενους και τα πρόσωπα που υπάγονται στο άρθρο 40 του παρόντος από την έναρξη ισχύος του παρόντος έως και την 31.12.2016 θα υπολογιστεί επί του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό προκύπτει από το φορολογητέο εισόδημά τους του φορολογικού έτους 2015.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου οι ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 10 του Ν. 3863/2010, έχουν δικαίωμα να αναγνωρίζουν τους πλασματικούς χρόνους ασφάλισης των άρθρων 39, 40 και 41 του Ν. 3996/2011.
δ. Ο χρόνος ασφάλισης που έχει αναγνωριστεί και εξαγοραστεί ή συνεχίζεται η εξαγορά του στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, καθώς και ο χρόνος που έχει προσμετρηθεί από προϋπηρεσία ή άλλη αιτία. Αναγνωρίσεις χρόνων, οι οποίες δεν έχουν ολοκληρωθεί με την πλήρη εξόφληση του ποσού της εξαγοράς, συνεχίζονται στον Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι την ολοκλήρωσή τους, βάσει των διατάξεων που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.
Η αναγνώριση του χρόνου της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α΄ 272) εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν μηνιαία εισφορά ύψους 20% επί του 70% του προβλεπόμενου, κατά την υποβολή της αίτησης, κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταβολής της ανωτέρω εισφοράς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ρύθμισης.
ε. Ο χρόνος προαιρετικής ασφάλισης κατά την παρ. 2.

2. Κάθε ασφαλισμένος του Ε.Φ.Κ.Α., εφόσον παύει να έχει την ασφαλιστέα στον Ε.Φ.Κ.Α. απασχόληση ή ιδιότητα, δικαιούται να συνεχίσει την ασφάλισή του στον Ε.Φ.Κ.Α. προαιρετικά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 18 και 37. Πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών συνεχίζουν αυτήν στον Ε.Φ.Κ.Α..
Οι ασφαλισμένοι που έχουν διαδοχικό χρόνο ασφάλισης στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς δικαιούνται να συνεχίσουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. προαιρετικά στον Κλάδο του τελευταίου εντασσόμενου φορέα υποχρεωτικής ασφάλισής τους.

Το ίδιο ισχύει και για τα πρόσωπα που έχουν ήδη υπαχθεί στην προαιρετική ασφάλιση των εντασσομένων φορέων, τομέων και κλάδων και συνεχίζουν αυτή στον Ε.Φ.Κ.Α..
3. Πρόσωπα που έχουν υπαχθεί καλόπιστα στην ασφάλιση των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, ενώ δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις, συνεχίζουν την ασφάλισή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. για όσο διάστημα διατηρούν την ιδιότητα ή απασχόληση για την οποία υπήχθησαν στην ασφάλιση των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, τομέων κλάδων και λογαριασμών. Χρόνος για τον οποίο έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, ενώ δε συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ασφάλισης, λογίζεται ως χρόνος ασφάλισης στον Ε.Φ.Κ.Α. και οι σχετικές ασφαλιστικές εισφορές δεν επιστρέφονται, εφόσον δεν έχει εκδοθεί απόφαση διαγραφής.
4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται το άρθρο 3 του Ν. 1358/1983 (Α΄ 64), το εδάφιο γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 40 του Ν. 2084/1992, όπως τροποποιημένο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 18 του άρθρου 10 του Ν. 3863/2010, καθώς και κάθε διάταξη που ορίζει διαφορετικά από το παρόν.

 

 


 

Άρθρο 35.
Εφάπαξ παροχή.

1. Από 1.1.2017 στην ασφάλιση του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που είχαν ήδη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπαχθεί στην ασφάλιση των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4052/2012 (Α΄ 41), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 76 του παρόντος, καθώς και όσοι, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 37 του Ν. 4052/2012 όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 76 του παρόντος αναλαμβάνουν εργασία ή απασχόληση ή αποκτούν ιδιότητα, η οποία, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των ως άνω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, δημιουργούσαν υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση για εφάπαξ παροχή των εν λόγω ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.
2. Από 1.1.2017 πόροι του κλάδου εφάπαξ παροχών του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. είναι:

α. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών πρόνοιας που εντάσσονται στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. του άρθρου 74 του νόμου αυτού, σύμφωνα με την περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 36 του Ν. 4052/2012, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 75 του παρόντος, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις.
β. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών, όπου προβλέπεται εργοδοτική εισφορά για τους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους μισθωτούς.

Το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού των εισφορών των μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένων μισθωτών, προσδιορίζονται σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών προνοίας στο ΕΤΕΑΕΠ, με εξαίρεση τους μισθωτούς ασφαλισμένους στους τομείς προνοίας του πρώην ΕΤΑΠ ΜΜΕ, των οποίων τα ποσοστά εισφορών υπολογίζονται επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στο άρθρο 38.
Από 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του ΕΤΕΑΕΠ των ασφαλισμένων από 1.1.1993 και εφεξής μισθωτών ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί των ασφαλιστέων αποδοχών τους για κύρια σύνταξη, όπως αυτές προσδιορίζονται στα άρθρα 5 και 38.
Από 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του ΕΤΕΑΕΠ όλων των πριν και μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένων αυτοτελώς απασχολούμενων, ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί του ποσού που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των είκοσι πέντε (25) ετών, όπως εκάστοτε ισχύει.
Από 1.1.2019 το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για όλους τους πριν και μετά την 1.1.1993 ασφαλισμένους έμμισθους δικηγόρους, μισθωτούς μηχανικούς και ιατρούς, των οικείων τομέων του κλάδου πρόνοιας του τ. ΕΤΑΑ, ορίζεται σε ποσοστό 4%, υπολογιζόμενο επί του ποσού που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, όπως εκάστοτε ισχύει.

Ειδικά για τους έμμισθους δικηγόρους, το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου επιμερίζεται σε 2% για τον ασφαλισμένο και σε 2% για τον εντολέα.
Οι ασφαλισμένοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στο ΕΤΕΑΕΠ οποτεδήποτε, μπορούν να επιλέξουν τα ποσοστά της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2 να υπολογίζονται επί ανώτερης βάσης υπολογισμού από εκείνη που προκύπτει βάσει του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού άγαμου μισθωτού.

Στην περίπτωση αυτή το ύψος της βάσης υπολογισμού και το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επιλέγεται από τους ασφαλισμένους με την ως άνω αίτησή τους.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται ο τρόπος επιλογής της ανώτερης βάσης υπολογισμού της μηνιαίας εισφοράς, καθώς και κάθε αναγκαίο θέμα που προκύπτει για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

3.

α. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η εφάπαξ παροχή απονέμεται εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε κύρια σύνταξη λόγω γήρατος ή οριστικής αναπηρίας και συντρέχουν οι απαιτούμενες χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία που διέπει το τελευταίο από τα εντασσόμενα ταμεία, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς κατά την ημερομηνία ένταξης ή, σε περίπτωση διακοπής της ασφάλισης πριν από την ημερομηνία ένταξης, λαμβάνονται υπόψη οι χρονικές προϋποθέσεις από τη νομοθεσία που διέπει το τελευταίο ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό ασφάλισης στον οποίο υπήρχε ασφάλιση και ισχύουν κατά την ημερομηνία ένταξης.

Αν ο ασφαλισμένος λαμβάνει σύνταξη από ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό που χορηγεί προσυνταξιοδοτική παροχή, απονέμεται η εφάπαξ παροχή, εφόσον ο ασφαλισμένος έλαβε προσυνταξιοδοτική παροχή.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος παύουν να ισχύουν οι καταστατικές διατάξεις των ταμείων, τομέων, κλάδων ή λογαριασμών του άρθρου 75 του παρόντος από τις οποίες προβλεπόταν ως προϋπόθεση για τη χορήγηση εφάπαξ παροχής η προηγούμενη συνταξιοδότηση από φορέα επικουρικής ασφάλισης.
β. Σε περίπτωση θανάτου ασφαλισμένου, που δεν είχε αποκτήσει κατά το χρόνο του θανάτου του δικαίωμα για λήψη εφάπαξ παροχής, δηλαδή ασφαλισμένου, ο οποίος απεβίωσε πριν την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, γήρατος ή αναπηρίας, χορηγείται εφάπαξ παροχή στα πρόσωπα της οικογένειάς του, εφόσον συντρέχουν οι χρονικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης λόγω θανάτου, του φορέα κύριας ασφάλισης στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο θανών.

Αν, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, δεν υπάρχουν πρόσωπα της οικογένειας που δικαιούνται σύνταξη εξαιτίας του θανάτου του ασφαλισμένου, η εφάπαξ παροχή χορηγείται στον επιζώντα σύζυγο και στα τέκνα αυτού ανάλογα με το κληρονομικό τους δικαίωμα.

Αν, σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια, δεν υπάρχουν πρόσωπα που να δικαιούνται την εφάπαξ παροχή, εφόσον ο θανών είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο θανάτου του εικοσαετή τουλάχιστον ασφάλιση, αυτή καταβάλλεται στους γονείς, αδελφούς / ες του θανόντος ασφαλισμένου, κατά το ποσοστό του κληρονομικού τους δικαιώματος.
Εάν ο ασφαλισμένος απεβίωσε μετά την έκδοση της συνταξιοδοτικής πράξης (γήρατος ή αναπηρίας), η εφάπαξ παροχή χορηγείται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής.
γ. Δεν επιτρέπεται προκαταβολή της εφάπαξ παροχής και κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.

4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος το ποσόν της εφάπαξ παροχής με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου, ισούται με το άθροισμα του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης μέχρι την 31.12.2013 και του τμήματος της εφάπαξ παροχής που αντιστοιχεί για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής.

α. Για χρόνο ασφάλισης που έχει διανυθεί έως και την 31.12.2013:

αα. Για τους μισθωτούς: Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους 4% επί των αποδοχών, η εφάπαξ παροχή αποτελείται από το γινόμενο του εξήντα τοις εκατό (60 %) των αποδοχών, επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, υπέρ του κλάδου επί του δεκαδικού αριθμού των ετών ασφάλισης έως και την 31.12.2013, με ακρίβεια δεύτερου δεκαδικού ψηφίου.
Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής, νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη έως και τις 31.12.2013, εφόσον υπεβλήθησαν σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του κλάδου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας.
Ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.

Ειδικότερα, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από την υπηρεσία ή την εργασία. Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παραγράφου 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1).
Για τους μισθωτούς με εισφορά ύψους διάφορου του 4% ή με σταθερό ποσό εισφοράς το ως άνω ποσοστό (60%) θα αναπροσαρμόζεται αναλογικά ως προς το ύψος της εισφοράς, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής.
Στην περίπτωση αυτή το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%)
Στις περιπτώσεις που ο δικαιούμενος εφάπαξ παροχής έχει μισθοδοτηθεί για λιγότερο από πέντε (5) έτη, για τον υπολογισμό του μέσου όρου πενταετίας θα λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος της πενταετίας ομοιοβάθμου του ή ασφαλισμένου με τα ίδια έτη ασφάλισης.

 Αν δεν είναι δυνατός ο υπολογισμός πενταετίας, ο υπολογισμός γίνεται με βάση το σύνολο του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί.
Ειδικά για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων και των φορέων πρόνοιας υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. που αποχώρησαν από την 1.1.2014 έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 (Α΄ 85), ως αποδοχές για τον υπολογισμό του τμήματος αυτού της εφάπαξ παροχής νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη πριν από την αποχώρησή του, εφόσον καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ταμείου, χωρίς να υπολογίζονται τα δώρα εορτών και αδείας.
Για τον υπολογισμό του τμήματος της εφάπαξ παροχής των ασφαλισμένων του Ταμείου Πρόνοιας Αξιωματικών Εμπορικού Ναυτικού (ΤΠΑΕΝ) και του Ταμείου Πρόνοιας Κατωτέρων Πληρωμάτων Εμπορικού Ναυτικού (ΤΠΚΠΕΝ) για χρόνο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί έως και τις 31.12.2013, ως ποσοστό εισφοράς θεωρείται το ποσοστό 4% και το ποσοστό αναπλήρωσης καθορίζεται στο 60% επί τεκμαρτών συντάξιμων αποδοχών.

Οι τεκμαρτές συντάξιμες αποδοχές προσδιορίζονται με τη χρήση εισφορών εικοσαετίας έως και 31.12.2013, οι οποίες αναπροσαρμόζονται με το επιτόκιο επιστροφής εισφορών όπως ισχύει την 31η.12.2013, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9 του ν. 2335/1995 (Α΄185) και στην υπουργική απόφαση Φ. 80000/οικ.26625/1319/2006 (Β΄1772).

Ο μέσος όρος των τεκμαρτών αποδοχών αποτελεί τις συντάξιμες αποδοχές για τα έτη ασφάλισης έως και τις 31.12.2013.

Μετά το έτος 2013 έως και το έτος αποχώρησης από την υπηρεσία ή την εργασία λόγω οριστικής συνταξιοδότησης ο ως άνω μέσος όρος των τεκμαρτών αποδοχών προσαυξάνεται ετησίως κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, η οποία υπολογίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή.
Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από την ετήσια μεταβολή μισθών δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1).
ββ. Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους:

Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους με εισφορά ύψους 4%, η εφάπαξ παροχή αποτελείται από το γινόμενο του εξήντα τοις εκατό (60%) των αποδοχών επί των οποίων έγιναν οι νόμιμες κρατήσεις, επί του δεκαδικού αριθμού των ετών ασφάλισης έως και την 31.12.2013, με ακρίβεια δευτέρου δεκαδικού ψηφίου.
Για τους αυτοτελώς απασχολούμενους με εισφορά ύψους διάφορου του 4% ή με σταθερό ποσό εισφοράς, ως άνω ποσοστό (60%) αναπροσαρμόζεται αναλογικά ως προς το ύψος της εισφοράς, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Φορέα και κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής.
Στην περίπτωση αυτή το ως άνω ποσοστό δεν μπορεί να υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%)
Ως αποδοχές για τον υπολογισμό της εφάπαξ παροχής νοείται ο μέσος όρος των τιμών των ασφαλιστικών κατηγοριών, επί των οποίων υπεβλήθησαν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του κλάδου, κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη έως και τις 31.12.2013, όπως οι εν λόγω τιμές είχαν διαμορφωθεί κατά το καταληκτικό της πενταετίας έτος.

Ο ως άνω μέσος όρος προσαυξάνεται ετησίως κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 8 του παρόντος.

Ειδικότερα, ο μέσος ετήσιος γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής εφαρμόζεται από το επόμενο έτος μετά το καταληκτικό της ανωτέρω πενταετίας, έως και το προηγούμενο έτος της αποχώρησης από το επάγγελμα ή την εργασία.

Ο σωρευμένος συντελεστής που προκύπτει από τους δείκτες της παρ. 4 του άρθρου 8 δεν μπορεί να είναι μικρότερος από ένα (1).
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ύστερα από οικονομική έκθεση καθορίζονται οι ασφαλιστικές κατηγορίες για όσους αυτοτελώς απασχολούμενους η εισφορά τους δεν προκύπτει ως ποσοστό επί ασφαλιστικής κατηγορίας, καθώς και κάθε άλλο θέμα που απαιτείται για την εφαρμογή της περίπτωσης αυτής.

β. Για το χρόνο ασφάλισης που πραγματοποιείται από την 1.1.2014 και εφεξής:

Για τους μισθωτούς και αυτοτελώς απασχολούμενους το τμήμα της εφάπαξ παροχής που αναλογεί στα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής, υπολογίζεται με βάση το διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση.

Οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλονται από 1.1.2014 και εφεξής για κάθε ασφαλισμένο τηρούνται σε ατομικές μερίδες. Με βάση την αρχή της ισοδυναμίας το ποσό της εφάπαξ παροχής ισούται με τη συσσωρευμένη αξία των εισφορών κατά την ημερομηνία αποχώρησης.

Η συσσώρευση των εισφορών θα γίνει με το πλασματικό ποσοστό επιστροφής, το οποίο προκύπτει από την ετήσια ποσοστιαία μεταβολή των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων.

γ. Για την εφαρμογή των ανωτέρω περιπτώσεων α΄ και β΄ ισχύουν τα εξής:

Το τμήμα της απονεμόμενης εφάπαξ παροχής για τα έτη ασφάλισης από 1.1.2014 και εφεξής προκύπτει από τον παρακάτω τύπο:

  a   a    
LSNDC  = Σ Conj Π (1+gk)  
  j=a*+1   Α΄ = j   1

 

όπου Conj: οι συνολικές ετήσιες εισφορές του έτους
α: τα έτη συσσώρευσης εισφορών
gk: η ετήσια μεταβολή της βάσης υπολογισμού των εισφορών του έτους

k και υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο:

     
gk = max

ΣWk+1 - ΣWk

,0 , 1

≤ k ≤ α-1

ΣWk

 

0,

k = α

 

όπου: ΣWk: η βάση υπολογισμού των εισφορών όλων των ασφαλισμένων του Ταμείου το έτος k

Όταν η εισφορά δεν προκύπτει ως ποσοστό επί μιας βάσης υπολογισμού εισφορών, πρέπει αυτή να μετατρέπεται ως ποσοστό επί βάσης εισφορών, ώστε αυτή η βάση εισφορών να λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του ετήσιου πλασματικού ποσοστού επιστροφής.
Αυτοί που ασφαλίστηκαν πρώτη φορά πριν την 1.1.2014 το ποσό της εφάπαξ παροχής αποτελείται από δύο τμήματα και προκύπτει από τον παρακάτω τύπο:

        a   a    
LSPRata  =

LS

a*

+

Σ Conj Π (1+gk)  
old
        j=a*+1   Α΄ = j   2

 

Όπου:

LSa*old: τμήμα, εφάπαξ παροχής που αναλογεί στα έτη ασφάλισης πριν την 1η.1.2014, όπως αυτό προκύπτει με βάση την υποπαράγραφο α. της παρούσας παραγράφου.
Conj: οι συνολικές ετήσιες εισφορές του έτους j
α*: τα έτη ασφάλισης μέχρι 31.12.2013
α: τα έτη ασφάλειας
gk: η ετήσια μεταβολή της βάσης υπολογισμού των εισφορών του έτους

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

5. Εκκρεμείς αιτήσεις χορήγησης εφάπαξ παροχής για αποχωρήσεις από την υπηρεσία ή την εργασία ή το επάγγελμα από 1.9.2013 και εφεξής, σε όποιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και αν ευρίσκονται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κρίνονται ως προς τον τρόπο υπολογισμού της παροχής βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού.

6. Οι φορείς που χορηγούν εφάπαξ παροχή με το καθεστώς του N. 103/1975 (Α΄ 167) για χρόνους ασφάλισης μέχρι 31.12.2005, εξακολουθούν να τα καταβάλλουν οι ίδιοι σύμφωνα με όσα ορίζονται στο παρόν άρθρο.
Για τους ασφαλισμένους στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (Α΄ 167), μετέπειτα Κλάδο Πρόνοιας Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και Τομέα Πρόνοιας Ν.Π.Δ.Δ. του Τ.Π.Δ.Υ., χρόνος ασφάλισης για θεμελίωση δικαιώματος χορήγησης εφάπαξ παροχής με το καθεστώς του Ν. 103/1975 (Α΄ 167) από τα Ν.Π.Δ.Δ. είναι ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί στο καθεστώς του Ν. 103/1975 (Α΄ 167), ο χρόνος ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί σε οποιοδήποτε ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό πρόνοιας που εντάσσεται στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. μέχρι την ένταξή του σε αυτό. Μετά την 1.1.2017 χρόνος ασφάλισης για θεμελίωση δικαιώματος χορήγησης εφάπαξ παροχής με το καθεστώς του Ν. 103/1975 (Α΄ 167) αποτελεί και ο χρόνος ασφάλισης που έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π..
Η εφάπαξ παροχή, την οποία δικαιούνται οι αποχωρούντες ασφαλισμένοι, υπολογίζεται με βάση τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 περίπτωση α΄ του παρόντος άρθρου, για όλο το χρόνο υπηρεσίας τους που έχει διανυθεί από 1.10.1975 έως 31.12.2013 και καταβάλλεται κατ` αναλογία από το νομικό πρόσωπο, στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός του Ν. 103/1975 (Α΄ 167) και στον οποίο ήταν ασφαλισμένος ο υπάλληλος τις 31.12.2005 ή πριν την ημερομηνία αυτή σε περίπτωση μετάταξης / μεταφοράς και το υπόλοιπο ποσό από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. για το χρονικό διάστημα ασφάλισης έως 31.12.2013 σε οποιοδήποτε ταμείο, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό πρόνοιας που εντάσσεται σε αυτό.
Για το χρονικό διάστημα μετά από την 1.1.2014 και εφεξής η εφάπαξ παροχή υπολογίζεται και αποδίδεται από τον οικείο φορέα με βάση τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του παρόντος.
Σε περίπτωση ανεπάρκειας των σχηματιζόμενων Κεφαλαίων του οικείου λογαριασμού του Ν. 103/1975 (Α΄ 167) για την καταβολή του αναλογούντος ποσού βοηθήματος, τούτο συμπληρώνεται κατά το ποσό που υπολείπεται από το ίδιο το Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο ετηρείτο ο λογαριασμός και σε καμιά περίπτωση δεν βαρύνει το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π..

Σε περίπτωση μετατροπής, κατάργησης ή συγχώνευσης του Ν.Π.Δ.Δ., η επιβάρυνση για την κάλυψη του ανωτέρω ποσού καλύπτεται από τον προϋπολογισμό του διάδοχου εργασιακού φορέα ή τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε περίπτωση μεταφοράς των υπαλλήλων στο Δημόσιο και σε καμία περίπτωση από το Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π..
7. Στους μη δικαιούμενους εφάπαξ παροχής από υπηρεσία, εργασία ή επάγγελμα, για το οποίο ασφαλίστηκαν σε ταμείο, τομέα, κλάδο και λογαριασμό πρόνοιας για χρόνο ασφάλισης τουλάχιστον τριών (3) ετών ή σε περίπτωση θανάτου αυτών στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 3β, εφόσον ο θανών είχε συμπληρώσει τον παραπάνω χρόνο ασφάλισης, επιστρέφονται οι ατομικές τους εισφορές, ύστερα από αίτησή τους, η οποία υποβάλλεται μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου μαζί με τη συνταξιοδοτική απόφαση, θετική ή απορριπτική, του φορέα κύριας ασφάλισης.
Για επιστροφή ατομικών εισφορών που καταβλήθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων καταστατικών για χρόνο ασφάλισης έως 31.12.2013 το επιστρεπτέο ποσό προκύπτει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 9 του Ν. 2335/1995 (Α΄ 185) και την υπουργική απόφαση Φ.80000/οικ.26625/1319/17.11.2006 (Β΄ 1772).

Για επιστροφή εισφορών χρονικών διαστημάτων από 1.1.2014 και εφεξής το ύψος του επιστρεπτέου ποσού προκύπτει από τη συσσωρεμένη αξία των εισφορών στην ατομική μερίδα.
8. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου κάθε άλλη γενική ή ειδική ή καταστατική διάταξη της νομοθεσίας που προβλέπει διαφορετικά από τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο καταργείται. Η παρ. 3 του άρθρου 220 του Ν. 4281/2014 (Α΄ 160) καταργείται από τότε που άρχισε να ισχύει.
9. Ειδικά, η εφάπαξ παροχή που καταβάλλεται στους δικαιούχους των Τομέων Πρόνοιας του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Απασχολούμενων στα Σώματα Ασφαλείας (Τ.Ε.Α.Π.Α.Σ.Α.), του Ταμείου Αρωγής Λιμενικού Σώματος (Τ.Α.Λ.Σ.), εφεξής «Ταμεία», και τους μετόχους των Ειδικών Λογαριασμών Αλληλοβοηθείας Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, εφεξής «Ειδικοί Λογαριασμοί», καταβάλλεται, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις των οικείων καταστατικών διατάξεων και υπολογίζεται ως εξής:

α. Για όσους υπέβαλαν σχετική αίτηση έως την 31.12.2014 υπολογίζεται, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών.
β. Για όσους υπέβαλαν ή υποβάλλουν σχετική αίτηση μετά την 1.1.2015, υπολογίζεται αθροιστικά, για το μεν χρόνο μετοχικής σχέσης έως την 31.12.2014, σύμφωνα με τις οικείες καταστατικές διατάξεις των Ταμείων και των Ειδικών Λογαριασμών, για το δε χρόνο μετοχικής σχέσης από 1.1.2015 και εφεξής, σύμφωνα με την τεχνική βάση διανεμητικού συστήματος προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση (ΝDC), κατά το μαθηματικό τύπο της παρ. 4γ του παρόντος.

10. Η εφάπαξ παροχή καταβάλλεται κατ’ απόλυτη προτεραιότητα σε όλους τους δικαιούχους που είναι άτομα με αναπηρία, με χρόνιες παθήσεις και στους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες που προστατεύουν άτομα με αναπηρία ή σε όσους συνταξιοδοτούνται με βάση τις διατάξεις του Ν. 612/1977 είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές και ισχύουν κάθε φορά, ή με βάση τις διατάξεις που αναφέρονται στα πρόσωπα του τετάρτου εδαφίου της περίπτωσης α’ της παρ. 1 των άρθρων 1 και 26 του Π.δ. 169/2007 (Α΄ 210) είτε με βάση τις διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτές, όπως ισχύουν κάθε φορά, καθώς και για όσους λαμβάνουν επίδομα, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Ν. 1140/1981, όπως ισχύει για τις κύριες και επικουρικές συντάξεις.
11. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα που προκύπτει κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 


 

Άρθρο 36.
Παράλληλη ασφάλιση.

 

1. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση, για τους οποίους προκύπτει βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεωτική ασφάλιση σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν για κάθε αναληφθείσα επαγγελματική δραστηριότητα τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, όπως αυτές καθορίζονται από τον παρόντα νόμο.

Στην περίπτωση αυτή για τις πλέον της πρώτης αναληφθείσες επαγγελματικές δραστηριότητες δεν εφαρμόζεται η υποχρέωση καταβολής ελάχιστης μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς.
2. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, που παρέχουν εξαρτημένη εργασία και ταυτόχρονα αυταπασχολούνται σε δραστηριότητες για τις οποίες υπάγονταν ή θα υπάγονται βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, στην ασφάλιση ενός φορέα, τομέα, κλάδου και λογαριασμού ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., καταβάλλουν υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α.:

α) μηνιαία ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 38, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών και

β) ασφαλιστική εισφορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39, για το εισόδημα, εφόσον υπάρχει, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 39.

3. Ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για τους οποίους προέκυπτε, βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων κάθε φορέα, τομέα, κλάδου ή λογαριασμού από τους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α., όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, υποχρεωτική υπαγωγή σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς για την ίδια απασχόληση, καταβάλλουν τις προβλεπόμενες στο άρθρο 38 ασφαλιστικές εισφορές.
4. Όσα από τα πρόσωπα της παρ. 3, παλαιοί ασφαλισμένοι, για τους οποίους υπολογίζονταν και καταβάλλονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος εισφορές σε δύο ή περισσότερους φορείς, τομείς, κλάδους ή λογαριασμούς εξακολουθούν να καταβάλλουν προαιρετικά, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης τις προβλεπόμενες εισφορές επί των αποδοχών τους και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ώστε να συμπληρώσουν το χρόνο που απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος και δεύτερης σύνταξης ή τη συνέχιση της ασφάλισης.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλουν το συνολικό ποσοστό εισφοράς εργοδότη και εργαζομένου ή την εισφορά των άρθρων 39 ή 40.
5. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των προσώπων του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται το άρθρο 28 και η επιπλέον παροχή, για κάθε έτος που έχει καταβληθεί επιπλέον εισφορά, θα υπολογίζεται με ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης 0,075% για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) επιπλέον εισφοράς.

Ο συντάξιμος μισθός σε αυτή την περίπτωση θα προκύπτει λαμβάνοντας υπόψη τη βάση υπολογισμού της επιπλέον εισφοράς.

Οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται αναλόγως.
6. Οι διατάξεις του παρόντος, πλην της παρ. 5, έχουν εφαρμογή από 1.1.2017.
7. Καταργείται το άρθρο 39 του Ν. 2084/1992, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του παρόντος.
8. Σε περίπτωση παράλληλης ασφάλισης για υγειονομική περίθαλψη αφενός σε εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό και αφετέρου σε μη εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέα, τομέα, κλάδο ή λογαριασμό ο ασφαλισμένος διατηρεί το δικαίωμα να επιλέξει κατόπιν αίτησής του, την ασφάλισή του για υγειονομική περίθαλψη στον φορέα εκτός Ε.Φ.Κ.Α. καταβάλλοντας την προβλεπόμενη εισφορά του φορέα που επιλέγει.

 


 

Άρθρο 37.
Προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης.


1. Το άρθρο 18 εφαρμόζεται αναλόγως και στους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα, με την επιφύλαξη των ακόλουθων παραγράφων.
2.

α. Για την προαιρετική ασφάλιση των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα καταβάλλεται μηνιαία εισφορά κατ’ αναλογία των προβλεπόμενων στα άρθρα 38, 39, 40.
β. Ειδικότερα ο προαιρετικά ασφαλισμένος μισθωτός καταβάλλει μηνιαίως για τον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών το συνολικό ποσοστό ασφαλιστικής εισφοράς εργαζόμενου εργοδότη στο ύψος που έχει διαμορφωθεί και ισχύει κατά το χρόνο υπαγωγής στην προαιρετική ασφάλιση.

Το ως άνω ποσοστό υπολογίζεται επί του μέσου όρου των μηνιαίων αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης, αναπροσαρμοζόμενων κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.

Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και για παροχές σε χρήμα από τον Κλάδο Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος μισθωτός καταβάλλει μηνιαίως εξ ολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί υπολογιζόμενης αντιστοίχως επί των αποδοχών όπως προβλέπεται για την κύρια σύνταξη.
γ. Προκειμένου περί αυτοαπασχολούμενων, το ποσοστό εισφοράς με το οποίο βαρύνεται ο προαιρετικά ασφαλισμένος είναι εκείνο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 39, για τους ασφαλισμένους που έχουν συμπληρώσει πέντε (5) έτη ασφάλισης.

Η εισφορά προαιρετικής ασφάλισης υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου του μηνιαίου εισοδήματος επί του οποίου καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από τη διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης, αναπροσαρμοζόμενου κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του παρόντος.
Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και για παροχές σε χρήμα από τον Κλάδο Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαίως εξ’ ολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί υπολογιζόμενη αντιστοίχως επί του εισοδήματος όπως προβλέπεται για την κύρια σύνταξη.
δ. Προκειμένου περί ασφαλισμένων του Ο.Γ.Α., το ποσοστό εισφοράς με το οποίο βαρύνεται ο προαιρετικά ασφαλισμένος είναι εκείνο που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 40, όπως αυτό διαμορφώνεται από 1.1.2022 και εφεξής. Η εισφορά προαιρετικής ασφάλισης υπολογίζεται βάσει του μέσου όρου του μηνιαίου εισοδήματος επί του οποίου καταβλήθηκαν ασφαλιστικές εισφορές, το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την διακοπή της υποχρεωτικής ασφάλισης αναπροσαρμοσμένου με το μεικτό περιθώριο κέρδους.

Για παροχές ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και για παροχές σε χρήμα από τον Ε.Φ.Κ.Α., ο προαιρετικά ασφαλισμένος καταβάλλει μηνιαίως εξ ολοκλήρου το σύνολο της εισφοράς στο ύψος που εκάστοτε έχει διαμορφωθεί υπολογιζόμενη αντιστοίχως επί του εισοδήματος όπως προβλέπεται για την κύρια σύνταξη.

3. Οι αυτοαπασχολούμενοι και οι ασφαλισμένοι του Ο.Γ.Α. μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς προαιρετικής ασφάλισης εφόσον δεν υπάρχει οφειλή από οποιαδήποτε αιτία του ασφαλισμένου προς τον φορέα ή σε περίπτωση οφειλής έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης της οποίας οι όροι τηρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια της υπαγωγής στην προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης.
4. Οι διατάξεις των άρθρων 42 του Ν. 2084/1992, 41 του Α.Ν. 1846/1951, 22 παρ. 1 του Ν. 1654/1986, 26 παρ. 14 του Ν. 4075/2012, καθώς και κάθε άλλη αντίθετη διάταξη καταργείται.

 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΝΙΑΙΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΠΟΡΟΙ − ΑΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

 

Άρθρο 38.
Εισφορές Μισθωτών και Εργοδοτών.


1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το συνολικό ποσοστό εισφοράς κύριας σύνταξης ασφαλισμένου μισθωτού και εργοδότη ορίζεται σε 20% επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, με την επιφύλαξη της παραγράφου 17 του άρθρου 39 του παρόντος νόμου, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας και κατανέμεται κατά 6,67% σε βάρος των ασφαλισμένων και κατά 13,33% σε βάρος των εργοδοτών, συμπεριλαμβανομένου από 1.1.2017 και του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος.
2.

α. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς των μισθωτών και των εργοδοτών, συνίσταται στο δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού, και σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις, το δεκαπλάσιο του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.
β. Το ανώτατο όριο της περίπτωσης α εφαρμόζεται και επί πολλαπλής μισθωτής απασχόλησης ή έμμισθης εντολής όσον αφορά στην εισφορά ασφαλισμένου.
γ. Η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς των μισθωτών με πλήρη απασχόληση και των εργοδοτών τους, καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

3. Καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ποσοστού 20% επιμεριζόμενη κατά ποσοστό 6,67% για τον εργαζόμενο και 13,33% για τον εργοδότη για τις ακόλουθες, ιδίως, κατηγορίες ασφαλισμένων, διατηρούμενης σε ισχύ του τεκμηρίου της ρύθμισης του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951:

α. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ ως έμμισθοι ασφαλισμένοι, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση.

Για την κατηγορία αυτή των ασφαλισμένων, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον ασφαλισμένο καθορίζεται από 1.7.2016 σε 17%, από 1.1.2017 σε 15%, από 1.1.2018 σε 10% και από 1.1.2019 και μετά σε 6,67%.

Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς για τον εργοδότη καθορίζεται από 1.7.2016 σε 3%, από 1.1.2017 σε 5%, από 1.1.2018 σε 10% και από 1.1.2009 και μετά σε 13,33%.
β. Για τους ασφαλισμένους που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ και παρέχουν εξαρτημένη εργασία, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση.
γ. Ο διευθυντής, γενικός διευθυντής, εντεταλμένοι, διευθύνοντες ή συμπράττοντες σύμβουλοι διοικητές εταιριών ή συνεταιρισμών εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας για τις εισπραττόμενες αμοιβές, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.
δ. Τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη Διοικητικού Συμβουλίου Α.Ε. και λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής κατ’ αποκοπή.
ε. Τα μέλη Δ.Σ. αγροτικών συνεταιρισμών εφόσον λαμβάνουν αμοιβή, των ανωτέρω ποσοστών υπολογιζομένων επί της αμοιβής.
στ. Για τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, και άλλα πρόσωπα ασφαλιστέα λόγω ιδιότητας, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, για το εισόδημα που προέρχεται από τη διαρκή σχέση παροχής υπηρεσιών.

Στο εισόδημα, από άσκηση ελεύθερου επαγγέλματος, για το οποίο εκδίδονται δελτία παροχής υπηρεσιών, τιμολόγια ή αποδείξεις επαγγελματικής δαπάνης, καταβάλλεται εισφορά, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39 του παρόντος, αναλόγως εφαρμοζομένων, μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της παρ. 3 του άρθρου 39 του παρόντος.
ζ. Για πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Εάν ο διορισμός των ανωτέρω προσώπων έχει γίνει μέχρι 31.12.2016 εφαρμόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30.11.2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 4005)

Υπόχρεος για την καταβολή της εργοδοτικής εισφοράς είναι οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, για λογαριασμό του οποίου οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου παρέχουν τις υπηρεσίες τους περιοδικά έναντι παροχής. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται και στις κατηγορίες αυτές οι πάσης φύσεως διατάξεις περί εισφορών του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.
4. Τυχόν υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών κλάδου σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο αντίστοιχο ποσοστό που ορίζεται στην ανωτέρω παράγραφο.
5. Δεν αναπροσαρμόζονται, και παραμένουν στο ύψος που προβλεπόταν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, που εμπίπτουν στις κατηγορίες που εξαιρέθηκαν από την αύξηση των ορίων ηλικίας της υποπαραγράφου Ε3 της παρ. Ε του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. Φ11321/οικ.47523/1570 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β΄ 2311), καθώς και των εργαζομένων που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 20 και 21 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύει, καθώς και όσοι για την απασχόλησή τους δεν υπάγονταν στον κλάδο σύνταξης του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αλλά υπάγονταν είτε αποκλειστικά και μόνο για τον κίνδυνο του ατυχήματος είτε εκτός αυτού και στον κλάδο παροχών ασθενείας σε είδος.

Στο ίδιο ύψος παραμένουν και οι αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.
6. Τα ποσοστά εισφορών των ασφαλισμένων που υπάγονται ή θα υπάγονταν βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο ΝΑΤ, υπολογίζονται μηνιαίως επί του βασικού μισθού που δεν μπορεί να είναι κατώτερος από τον προβλεπόμενο στην ισχύουσα ή την τελευταία ισχύσασα ΣΣΕ του κλάδου, πλέον των επιδομάτων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 85 του Π.δ. 913/1978.

Οι εισφορές καταβάλλονται ανά τρίμηνο.
7. Οι εισφορές δηλώνονται από τον εργοδότη στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά τη δημοσίευση του παρόντος νομοθεσία του ΙΚΑΕΤΑΜ, αναλόγως εφαρμοζομένης.
8. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται οι απαιτούμενες διαδικασίες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου σχετικά με τις εισφορές των κατά την παράγραφο 5 εξαιρούμενων κατηγοριών ασφαλισμένων, την ενσωμάτωση αυτών στα πληροφοριακά συστήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
9. Από την 15.9.2016 η εισφορά που προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. δ΄, στο άρθρο 4 παρ. γ΄ του Ν.δ. 465/1941 (Α΄ 301), στο άρθρο 36 παρ. 2 του Ν.δ. 158/1946 (Α΄318), στο άρθρο 3 παρ. Γ΄ του Ν. 1872/1951 (Α΄202), στο άρθρο 4 παρ. 3 περίπτωση β΄ του Ν. 4041/1960 (Α΄ 36), στο άρθρο 4 του Ν.δ. 4547/1966 (Α΄ 192), στα άρθρα 11, 14 και 15 του α.ν. 248/1967 (Α΄ 243), στα άρθρα 2, 3 και 8 του Ν. 1344/1973 (Α΄ 36), στο άρθρο 6 παρ. 5 του Ν. 1866/1989 (Α΄ 222), στους νόμους 248/1967, 1989/1991, καθώς και στην Φ. 146/1/10978/1969 καταργείται.
Οι ασφαλισμένοι μισθωτοί, οι οποίοι, σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις εκάστου Τομέα, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΠ - ΜΜΕ, καταβάλλουν από 1.1.2017 εισφορά κύριας σύνταξης επί των αποδοχών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 6,67%.
Η εισφορά εργοδότη υπολογίζεται επί των ίδιων αποδοχών και ανέρχεται σε ποσοστό 7,5% για τον Δεκέμβριο του 2016, αναπροσαρμοζόμενου τούτου ετησίως ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και εφεξής, ώστε την 1.1.2020 να διαμορφωθεί σε ποσοστό 13,33%. Κάθε άλλη διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά το θέμα καταργείται.
10. Από 1.7.2016 οι αποδοχές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και οι ασφαλιστικές εισφορές και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών κατατίθενται από τους εργοδότες μέσω τραπεζικού λογαριασμού και μεταφέρονται αντιστοίχως και αποδίδονται από την οικεία τράπεζα στους λογαριασμούς των δικαιούχων μισθωτών, των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης και του Δημοσίου.
Για το σκοπό αυτόν κάθε υπόχρεος εργοδότης υπογράφει σχετική σύμβαση με τράπεζα που επιλέγει.

Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

 


 

Άρθρο 39.
Εισφορές αυτοπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών.


1. Από 1.1.2017, το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης, που καταβάλλουν τα πρόσωπα, παλαιοί και νέοι ασφαλισμένοι, κατά τη διάκριση του ν. 2084/1992, τα οποία υπάγονται ή θα υπάγονταν, σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν ως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ και του ΕΤΑΑ, ανέρχεται σε ποσοστό 20%.
Από 1.1.2019, το ποσοστό του προηγούμενου εδαφίου διαμορφώνεται σε 13,33%, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 3.
2.

α. Τα ως άνω ποσοστά υπολογίζονται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την άσκηση δραστηριότητάς τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.
Από 1.1.2018 και εντεύθεν, τα ως άνω ποσοστά υπολογίζονται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την άσκηση της δραστηριότητάς τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος όπως εκάστοτε ισχύει, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.
Ως ετήσιο εισόδημα των προσώπων που είναι μέλη προσωπικών εταιριών νοείται, για τη δραστηριότητά τους αυτή και για την εφαρμογή του παρόντος, το γινόμενο του πολλαπλασιασμού των συνολικών κερδών της εταιρίας επί του ποσοστού συμμετοχής εκάστοτε μέλους σε αυτή. Σε περίπτωση ζημιών ή μηδενικών κερδών τα μέλη των προσωπικών εταιριών καταβάλλουν εισφορές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3.
Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης εξειδικεύονται τα ειδικότερα θέματα των κανόνων προσδιορισμού της βάσης υπολογισμού εισφορών ανά επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και ο τρόπος είσπραξης.
β. Οι ασφαλισμένοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον ΕΦΚΑ οποτεδήποτε, μπορούν να επιλέξουν τα ως άνω ποσοστά να υπολογίζονται επί ανώτερης βάσης υπολογισμού από εκείνη που προκύπτει βάσει του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου.

Tο ύψος της βάσης υπολογισμού, ο κλάδος υπέρ του οποίου θα εισφέρει και το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επιλέγονται από τους ασφαλισμένους με την ως άνω αίτησή τους, με την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος.
Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 98.
Η νέα βάση υπολογισμού αρχίζει να εφαρμόζεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει είτε από τον επόμενο μήνα από την ανάκληση της αίτησης ή την υποβολή νέας αίτησης εκ μέρους του ασφαλισμένου είτε αυτοδικαίως και πριν από την παρέλευση του επιλεγέντος, σύμφωνα με τα ανωτέρω, χρονικού διαστήματος, εφόσον προκύψει ανώτερη βάση υπολογισμού βάσει του μηνιαίου εισοδήματος σε σχέση με την επιλεγείσα.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.
3. Από 1.1.2017 η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζεται το εκάστοτε προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς καθορίζεται με βάση το ποσό που αντιστοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού.
Από 1.1.2019 η ελάχιστη μηνιαία εισφορά για τον κλάδο κύριας σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού.
Στις περιπτώσεις ελεύθερου επαγγελματία ή αυτοαπασχολούμενου που απασχολείται παράλληλα ως μισθωτός σε καθεστώς μερικής απασχόλησης, η κατά το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μηνιαία ελάχιστη βάση υπολογισμού διαμορφώνεται αφού αφαιρεθούν οι αποδοχές της μερικής απασχόλησης.
Ως προς το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 38.
4. Διατάξεις νόμου που προβλέπουν την καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών για τους ασφαλισμένους που προέρχονται από το ΕΤΑΑ, κατά την πρώτη πενταετία υπαγωγής στην ασφάλιση, καταργούνται από 1.1.2017.
5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται:

α) για τους υγειονομικούς που αμείβονται κατά πράξη και περίπτωση, και

β) για τους δικηγόρους που βρίσκονται σε αναστολή άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας,

Οι δικηγόροι αυτοί καταβάλλουν την εισφορά του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3.

6. Από 1.1.2017 οι ασφαλισμένοι για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών Πρακτόρων και Υπαλλήλων του ΟΑΕΕ και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, καταβάλλουν, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, τις ασφαλιστικές εισφορές των παραγράφων 1, 2 και 3.
7. Υποχρέωση εισφοράς, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, έχουν και τα εξής πρόσωπα:

α. Τα μέλη ή μέτοχοι Οργανισμών, Κοινοπραξιών ή κάθε μορφής Εταιρειών, πλην των Ανωνύμων και των Ιδιωτικών Κεφαλαιουχικών, των οποίων ο σκοπός συνιστά δραστηριότητα, για την οποία τα ασκούντα αυτή πρόσωπα υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ (επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα).
β. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των Ανωνύμων Εταιρειών με επαγγελματική, βιοτεχνική ή εμπορική δραστηριότητα σε όλη την Επικράτεια, εφόσον είναι μέτοχοι κατά ποσοστό τουλάχιστον 3%.
γ. Οι μέτοχοι των Ανωνύμων Εταιρειών, των οποίων ο σκοπός είναι η μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων επί κομίστρω με αυτοκίνητα δημόσιας χρήσης, εφόσον είναι κάτοχοι ονομαστικών μετοχών.
δ. Οι διαχειριστές Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας που ορίστηκαν με το καταστατικό ή με απόφαση των εταίρων.
ε. Ο μοναδικός εταίρος Μονοπρόσωπης Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας.

8. Υψηλότερα ή χαμηλότερα των οριζομένων στην παράγραφο 1 ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών Κλάδου Σύνταξης ασφαλισμένου και εργοδότη που τυχόν προβλέπονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος,αναπροσαρμόζονται ισόποσα και σταδιακά ετησίως από 1.1.2017 και εφεξής, ούτως ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθούν στο ύψος που ορίζεται στην παράγραφο 1.
9. Στους ασφαλισμένους της παραγράφου 1 που αμείβονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών και για τους οποίους προκύπτει ότι το εισόδημά τους προέρχεται από την απασχόλησή τους σε έως δύο φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφαρμόζονται αναλογικά, ως προς το ύψος, τον τρόπο υπολογισμού και τον υπόχρεο καταβολής της εισφοράς, οι διατάξεις του άρθρου 38.
Αν η υπαγωγή του ασφαλισμένου στη ρύθμιση της παρούσας παραγράφου αμφισβητείται, μπορούν να υποβληθούν αντιρρήσεις ενώπιον του ΕΦΚΑ από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία των αντιρρήσεων και ο τρόπος έκδοσης των σχετικών αποφάσεων.
10.

α. Από 1.7.2016 καταργούνται διατάξεις των άρθρων 10 του ν. 4114/1960 «Περί Κώδικος Ταμείου Νομικών» (Α΄ 164), 6 του Οργανισμού Ταμείου Ασφάλισης Συμβολαιογράφων (136/167/16.2/7.3.1988 απόφαση Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Β΄ 131), 4 του Κανονισμού του Κλάδου Υγείας του ΤΑΣ (π.δ. 113/1987, Α΄ 65), 4 του β.δ. της 6/22.9.1956 (Α΄ 209), 4 του α.ν. 2682/1940 (Α΄ 411), 37 του ν. 4507/1966 (Α΄ 71), 4 του π.δ. 73 της 18/29.2.1984 (Α΄ 24), 7 παράγραφος Ζ΄ του ν. 4043/2012 (Α΄ 25) και το π.δ. 197 της 6/14.4.1989 (Α΄ 93) που προβλέπουν ένσημα υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης για τους δικηγόρους, συμβολαιογράφους, δικαστικούς επιμελητές και υποθηκοφύλακες.

Ομοίως, καταργούνται οι πάσης φύσεως εισφορές των Συμβολαιογράφων υπέρ των Τομέων Ασφάλισης Νομικών, Ασφάλισης, Πρόνοιας και Υγείας Συμβολαιογράφων του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ) επί των δικαιωμάτων τους από τη σύνταξη συμβολαίων και πράξεων.

Ειδικώς, τα καταργούμενα ποσοστά επί των αναλογικών δικαιωμάτων στα κρατικά τραπεζικά συμβόλαια των άρθρων προσαυξάνουν αντιστοίχως τα ποσοστά υπέρ του οικείου Συμβολαιογραφικού Συλλόγου, προς τον οποίο αποδίδονται, προκειμένου να διανεμηθούν, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 120 του Κώδικα Συμβολαιογράφων (ν. 2830/2000, Α΄ 96).
β. Από 1.1.2017 καταργείται η εισφορά υπέρ του πρώην ΤΕΑΔ (νυν ΕΤΕΑΕΠ) επί του ενσήμου επικύρωσης της περίπτωσης δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 30 του ν.δ. 4114/1960 (Α΄ 164), όπως προστέθηκε με την περίπτωση α΄ της παρ. 8 του άρθρου 22 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230).

11.

α. Ειδικά για τους δικηγόρους, καταβάλλεται υπέρ του ΕΦΚΑ ποσοστό 20% επί της ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση, για την οποία προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία έκδοση γραμματίου προείσπραξης.

Ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος αποστέλλει στον ΕΦΚΑ τη σχετική συγκεντρωτική κατάσταση ανά δικηγόρο.

Τα ποσά που έχουν καταβληθεί μέσω ενσήμων ή της ανωτέρω διαδικασίας που τα αντικαθιστά, αφαιρούνται από την εισφορά που οφείλει ο δικηγόρος.

Ειδικά για τους δικηγόρους που απασχολούνται με έμμισθη εντολή, τα ποσά αυτά αφαιρούνται από την εισφορά του ασφαλισμένου.
β. Αν τα ποσά που καταβάλλονται βάσει των ανωτέρω ρυθμίσεων υπολείπονται της εισφοράς, ο ασφαλισμένος καταβάλλει τη διαφορά σε χρήμα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2042/1992.
γ. Αν τα ποσά που καταβλήθηκαν υπερβαίνουν τη μηνιαία εισφορά που οφείλεται, δεν επιστρέφονται, αλλά συμψηφίζονται με την ετήσια ασφαλιστική οφειλή του αντίστοιχου έτους.

12. Από 1.1.2017 ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει με τις ασφαλιστικές εισφορές και την εισφορά που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Ανεργίας υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξάρτητα Απασχολούμενων Κλάδος ασφαλισμένων ΟΑΕΕ και ΕΤΑΠ ΜΜΕ, και υπέρ των Αυτοτελώς και Ανεξάρτητα Απασχολούμενων Κλάδος ασφαλισμένων ΕΤΑΑ, την οποία αποδίδει στον ΟΑΕΔ.

Επί εμμίσθων ασφαλισμένων που εκ της ιδιότητάς τους ασκούν και ελευθέριο επάγγελμα, οι ως άνω εισφορές επιβάλλονται μόνον επί των μηνιαίων αποδοχών τους.
13. Οι ασφαλισμένοι που συμπληρώνουν σαράντα (40) χρόνια ασφάλισης, μπορούν με αίτησή τους να καταβάλλουν μειωμένη κατά ποσοστό 50%, ασφαλιστική εισφορά, παραιτούμενοι από την προσαύξηση της σύνταξής τους ως προς τα επόμενα έτη ασφάλισης.
14. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι πόροι που προβλέπονται στις διατάξεις των περιπτώσεων β΄, ε΄, ιγ΄ και ιη΄ της παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2326/1940 (Α΄ 145), των άρθρων 9, 10, 11 και 14 του ν. 915/1979 (Α΄ 103), της παρ. 34 του άρθρου 27 του ν. 2166/1993 (Α΄137), της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48) και της παρ. 1 του άρθρου 150 του ν. 3655/2008 (Α΄ 58).
15. Το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς και οι ασφαλιστικές κατηγορίες ή κλάσεις ή αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον ΟΑΕΕ, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλισμένων που υπάγονταν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος στον Τομέα Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων, όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι 31.12.2015, παραμένουν αμετάβλητες μέχρι 31.12.2016.
16. Η σταθερή μηνιαία εισφορά, το ύψος της ασφαλιστικής εισφοράς και οι ασφαλιστικές κατηγορίες ή αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζεται η μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων για τους οποίους, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στους Τομείς του κλάδου κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ (Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων, Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης Υγειονομικών, Τομέας Ασφάλισης Νομικών), όπως έχουν διαμορφωθεί μέχρι 31.12.2015, παραμένουν αμετάβλητες μέχρι 31.12.2016.

Η εισφορά για την ειδική προσαύξηση ΤΣΜΕΔΕ και για τον κλάδο μονοσυνταξιούχων του ΤΣΑΥ καταργείται από την 1.1.2016.
17. Μέχρι 31.12.2016 οι ασφαλιστικές εισφορές του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να εισπράττονται από τους υφιστάμενους, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος ασφαλιστικούς φορείς.
18. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΕΦΚΑ, εξειδικεύεται η εφαρμογή των κανόνων του παρόντος νόμου σχετικά με τις εισφορές κατηγοριών αυτοαπασχολούμενων και ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση άλλων Φορέων Κύριας Ασφάλισης, πλην ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ.

Μέχρι την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, η ασφάλιση και η καταβολή των εισφορών συνεχίζει με το καθεστώς που ίσχυε έως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

 


 

Άρθρο 39α

 

1. Από 1.1.2017 έως 31.12.2018, ειδικά για τους παλαιούς και νέους ασφαλισμένους, κατά τη διάκριση του ν. 2084/1992, που υπάγονται ή θα υπάγονταν, σύμφωνα με τις γενικές ή ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ, καθώς και για τους αυτοαπασχολούμενους αποφοίτους σχολών ανώτατης εκπαίδευσης, που είναι εγγεγραμμένοι σε επιστημονικούς συλλόγους ή επιμελητήρια που έχουν τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τον κλάδο κύριας σύνταξης ανέρχεται σε ποσοστό 14% για τα πρώτα δύο (2) έτη από την πρώτη τους υπαγωγή στην ασφάλιση, σε ποσοστό 17% για τα επόμενα τρία (3) έτη και σε ποσοστό 20% για το διάστημα μετά το πέμπτο (5ο) έτος της υπαγωγής τους στην ασφάλιση.
Από 1.1.2019, τα ανωτέρω ποσοστά διαμορφώνονται σε 13,33%.
2. Η ελάχιστη μηνιαία βάση υπολογισμού επί της οποίας υπολογίζονται τα ποσοστά εισφοράς της παραγράφου 1 αντιστοιχεί στο 70% επί του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των είκοσι πέντε (25) ετών. Η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 39 εφαρμόζεται αναλόγως στην παρούσα περίπτωση.
3.

α. Από 1.1.2017 έως 31.12.2018: αα) το συνολικό ποσό που υπολείπεται του ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κατά τα πέντε (5) πρώτα έτη ασφάλισης, αποτελεί ασφαλιστική οφειλή υπολογιζόμενη επί του μηνιαίου εισοδήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 39, προσαυξανόμενου κατά τον τρόπο που προβλέπεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 και ββ) το υπόλοιπο της διαφοράς που προκύπτει από την καταβολή της μειωμένης κατά την παράγραφο 2 εισφοράς σε σχέση με την προβλεπόμενη στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 39 αποτελεί ασφαλιστική οφειλή.
β. Από 1.1.2019, το υπόλοιπο της διαφοράς που προκύπτει από την καταβολή της εισφοράς του παρόντος σε σχέση με την υποχρεωτική ελάχιστη μηνιαία εισφορά που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 39, αποτελεί ασφαλιστική οφειλή.
Η κατά τα ανωτέρω ασφαλιστική οφειλή εξοφλείται κατά 1/5 κατ’ έτος για τα έτη κατά τα οποία το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την άσκηση δραστηριότητας του ασφαλισμένου κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, υπερβαίνει το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ. Σε κάθε περίπτωση η οφειλή εξοφλείται εξ ολοκλήρου μέχρι και τη συμπλήρωση δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης.

4. Από 1.1.2017 το ποσό της μηνιαίας εισφοράς που οφείλουν τα πρόσωπα του παρόντος άρθρου στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του ΕΤΕΑΕΠ ορίζεται σε ποσοστό 4% υπολογιζόμενο επί του 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των είκοσι πέντε (25) ετών.
5. Το ποσό της μηνιαίας εισφοράς που οφείλουν τα πρόσωπα του παρόντος άρθρου στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ ορίζεται ως εξής:

α) Από 1.1.2017 έως 31.5.2019 σε ποσοστό 7% υπολογιζόμενο επί του 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των είκοσι πέντε (25) ετών.
β) Από 1.6.2019 έως 31.5.2022, σε ποσοστό 6,5% υπολογιζόμενο επί του 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού.
γ) Από 1.6.2022 και εφεξής σε ποσοστό 6% υπολογιζόμενο επί του 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού.

 


 

Άρθρο 40.
Εισφορές ασφαλισμένων στον ΟΓΑ.


1. Οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του ΟΓΑ, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, ασφαλίζονταν ως αυτοαπασχολούμενοι στην ασφάλιση του Κλάδου Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του ΟΓΑ, καταβάλλουν από 1.1.2017, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, ασφαλιστική εισφορά στον κλάδο κύριας σύνταξης επί του εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο εισόδημα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος.
Από 1.1.2018 και εντεύθεν, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το φορολογητέο αποτέλεσμα από την ασκούμενη αγροτική δραστηριότητα και κάθε άλλη δραστηριότητα που υπάγεται στην ασφάλιση του ΟΓΑ κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές.

Ειδικά, για το έτος 2018, η ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί του 85% του ως άνω φορολογητέου αποτελέσματος.
Ως φορολογητέο εισόδημα καθενός εκ των συζύγων και των ενήλικων τέκνων που απασχολούνται σε οικογενειακή αγροτική εκμετάλλευση λαμβάνεται το κατώτατο ασφαλιστέο εισόδημα, όπως αυτό ορίζεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2.

Αν το ετήσιο φορολογητέο εισόδημα είναι ανώτερο από το γινόμενο των μελών της εκμετάλλευσης επί της ελάχιστης βάσης υπολογισμού της εισφοράς αναγόμενη σε ετήσια βάση, ως εισόδημα για κάθε μέλος της εκμετάλλευσης νοείται το πηλίκο της διαίρεσης του εισοδήματος προς τον αριθμό των μελών της.
2. Το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς για τους ασφαλισμένους της παραγράφου 1 και τους μελλοντικούς ασφαλισμένους της ίδιας κατηγορίας κατ’ επάγγελμα αγρότες, ορίζεται ως εξής:

α. Από 1.7.2015 έως 31.12.2016 το ύψος της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης ορίζεται σε ποσοστό 10%, επί των υφισταμένων, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ασφαλιστικών κατηγοριών.
β. Από 1.1.2017 και εφεξής οι υφιστάμενες ασφαλιστικές κατηγορίες καταργούνται και το ποσό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς υπολογίζεται ως ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος, αναγόμενο σε μηνιαία βάση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1. Το κατώτατο ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα ορίζεται ως το ποσό που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των είκοσι πέντε (25) ετών. Το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος για τον υπολογισμό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς αποτελεί το ποσό της παραγράφου 2 του άρθρου 38.
γ. Από 1.1.2017 και έως 31.12.2017 το ποσοστό των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών διαμορφώνεται σε 14%.
δ. Από 1.1.2018 έως 31.12.2018 το ποσοστό των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών διαμορφώνεται σε ποσοστό 16%.
ε. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, το ως άνω ποσοστό διαμορφώνεται σε 12% από 1.1.2019 έως 31.12.2019, σε ποσοστό 12,67% από 1.1.2020 έως 31.12.2020, σε ποσοστό 13% από 1.1.2021 έως 31.12.2021 και σε ποσοστό 13,33%, από 1.1.2022 και εντεύθεν.

3. Από 1.1.2019 και εντεύθεν η ελάχιστη μηνιαία εισφορά δεν μπορεί να υπολείπεται:

α. από 1.1.2019 έως 31.12.2019 του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 18% επί του ποσού που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού,
β. από 1.1.2020 και έως 31.12.2020 του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 19% επί του ποσού που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού,
γ. από 1.1.2021 και έως 31.12.2021 του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 19,5% επί του ποσού που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού, και
δ. από 1.1.2022 και εντεύθεν του ποσού που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% επί του ποσού που αναλογεί στο 70% του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού.

4. Οι ασφαλισμένοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον ΕΦΚΑ οποτεδήποτε, μπορούν να επιλέξουν τα ως άνω ποσοστά να υπολογίζονται επί ανώτερης βάσης υπολογισμού από εκείνη που προκύπτει βάσει του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1.

Το ύψος της βάσης υπολογισμού, ο κλάδος υπέρ του οποίου θα εισφέρει και το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επιλέγονται από τους ασφαλισμένους με την ως άνω αίτησή τους, με την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος.
Η νέα βάση υπολογισμού αρχίζει να εφαρμόζεται από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει είτε από τον επόμενο μήνα από την ανάκληση της αίτησης ή την υποβολή νέας αίτησης εκ μέρους του ασφαλισμένου, είτε αυτοδικαίως και πριν την παρέλευση του επιλεγέντος, σύμφωνα με τα ανωτέρω χρονικού διαστήματος, εφόσον προκύψει ανώτερη βάση υπολογισμού βάσει του μηνιαίου εισοδήματος σε σχέση με την επιλεγείσα. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.
5. Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλογικά και στις εξής κατηγορίες ασφαλισμένων:

α) Στους ασφαλισμένους, που ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής τους στην κοινωνική ασφάλιση, υπάγονταν ή θα υπάγονται, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του ΟΓΑ, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, στην ασφάλιση του ΟΓΑ με εισοδηματικά ή πληθυσμιακά κριτήρια, ως προς τον τρόπο υπολογισμού της μηνιαίας ασφαλιστικής τους εισφοράς κλάδου κύριας σύνταξης.
β) Στους κατά κύριο επάγγελμα, τουλάχιστον για μία πενταετία, αγρότες, όπως ορίζονται από το Μητρώο Αγροτών, καθώς και στα φυσικά πρόσωπα που εντάσσονται σε επιδοτούμενα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης νέων γεωργών, που εγκαθιστούν φωτοβολταϊκά συστήματα συνολικής ισχύος μέχρι 100kW.
γ) Στους απασχολούμενους στην αγροτική οικονομία πρώην ασφαλισμένων στον ΟΓΑ, που έχουν ενταχθεί στα επενδυτικά προγράμματα για την αγροτική ανάπτυξη, όπως αυτά του αγροτουρισμού και της αγροβιοτεχνίας, στο πλαίσιο των σχετικών Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και χρηματοδοτούνται για το σκοπό αυτόν.
δ) Στους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες και αγρότισσες που είναι παράλληλα και μέλη Αγροτικών Συνεταιρισμών, όπως και οι αγρεργάτες που απασχολούνται σε παραγωγούς αγροτικών προϊόντων και ως λιανοπωλητές σε λαϊκές αγορές.
ε) Στους ασφαλισμένους, οι οποίοι, σύμφωνα με τις γενικές, ειδικές ή καταστατικές διατάξεις, όπως ίσχυαν έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, υπάγονταν ή θα υπάγονται στον Κλάδο Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του ΟΓΑ και οι οποίοι απασχολούνται εποχικά για χρονικό διάστημα μέχρι εκατόν πενήντα (150) ημερών ετησίως σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, οι οποίες μεταποιούν, τυποποιούν και διακινούν προϊόντα εδάφους, κτηνοτροφίας, αλιείας, δασοπονίας, θηραματοπονίας και κάθε είδους εκτροφών, οι οποίοι συνεχίζουν να ασφαλίζονται ως αυτοτελώς απασχολούμενοι αγρότες, και άρα εξαιρούνται της ασφάλισης ως μισθωτοί για την απασχόλησή τους αυτή.

Το συνολικό χρονικό διάστημα των εκατόν πενήντα (150) ημερών μπορεί να κατανεμηθεί κατά τη διάρκεια του έτους, σύμφωνα με τις ανάγκες τις επιχείρησης ή εκμετάλλευσης.

6. Οι ασφαλισμένοι που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΓΑ ως μισθωτοί ανειδίκευτοι εργάτες, μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών, καταβάλλουν, από 1.1.2017, μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης ως μισθωτοί, οπότε και εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις για τους ασφαλισμένους μισθωτούς που προέρχονται από το ΙΚΑ ΕΤΑΜ.

Το ποσοστό της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς εργοδότη ασφαλισμένου για τους άνω ασφαλισμένους διαμορφώνεται ισόποσα και σταδιακά από 1.1.2017 και έως 31.12.2019, ώστε την 1.1.2020 να διαμορφωθεί στο ύψος του άρθρου 38.
7. Η πρώιμη παύση της γεωργικής δραστηριότητας σε εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΟΚ) υπ’ αριθμ. 1096/88 του Συμβουλίου της 25ης Απριλίου 1988, σχετικά με την καθιέρωση κοινοτικού καθεστώτος για την ενθάρρυνση της παύσης της γεωργικής δραστηριότητας, δεν αποτελεί λόγο διακοπής της ασφάλισης των αγροτών στον ΕΦΚΑ, τόσο για τους δικαιούχους όσο και τις συζύγους τους.

Κατά τη διάρκεια εφαρμογής του μέτρου, και μέχρι συμπλήρωσης του 67ου έτους της ηλικίας τους, οι εντασσόμενοι σε αυτό αγρότες και οι σύζυγοί τους, λογίζονται ως ενεργοί αγρότες σε ό,τι αφορά στα ασφαλιστικά τους δικαιώματα και την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη.

Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμα και σε περίπτωση που το μέτρο λήξει πριν τη συμπλήρωση του 67ου έτους ηλικίας των εντασσομένων σε αυτό.

Οι ασφαλισμένοι αυτοί υπάγονται στις ρυθμίσεις των παραγράφων 1 και 2, που εφαρμόζονται αναλογικά.
8. Από 1.1.2017 οι ασφαλισμένοι του παρόντος άρθρου στο Λογαριασμό Αγροτικής Εστίας του ΟΓΑ, καταβάλλουν ποσοστό συμμετοχής υπέρ αυτού και η κρατική επιχορήγηση καταργείται. Η συμμετοχή βαρύνει τον ασφαλισμένο και συνεισπράττεται με τις εισφορές για τον κλάδο σύνταξης.

Το ποσοστό συμμετοχής ορίζεται στο 0,25% επί του ασφαλιστέου εισοδήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 2.
9. Οι διατάξεις του άρθρου 34 του ν. 1140/1981 (Α΄ 68), του άρθρου 2 του ν. 2458/1997 (Α΄ 15), καθώς και της παρ. 7 της υποπαραγράφου ΙΑ.6 της παρ. ΙΑ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α΄ 222), σε ό,τι αφορά στο ανώτατο όριο ηλικίας καταργούνται.
10. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών προσδιορίζεται το ασφαλιστέο εισόδημα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

 


 

Άρθρο 41.
Ασφαλιστικές εισφορές υγειονομικής περίθαλψης.


1. Από 1.1.2017, η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των μισθωτών και των λοιπών κατηγοριών που υπάγονται στον ΕΟΠΥΥ, των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα του παρόντος νόμου, ορίζεται σε ποσοστό 7,10% επί των πάσης φύσεως αποδοχών και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος, εκ του οποίου 2,15% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 4,30% βαρύνει τον εργοδότη, και ποσοστό 0,65% για παροχές σε χρήμα, εκ του οποίου 0,40% βαρύνει τον ασφαλισμένο και 0,25% βαρύνει τον εργοδότη.
2. Από 1.1.2017, η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των ελεύθερων επαγγελματιών, των ανεξάρτητα απασχολούμενων, καθώς και των λοιπών κατηγοριών των οποίων οι ασφαλιστικές εισφορές κλάδου σύνταξης υπολογίζονται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 39, και υπάγονται στον ΕΟΠΥΥ, ορίζεται σε ποσοστό 6,95% επί του ασφαλιστέου εισοδήματός τους, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 39, βαρύνει εξολοκλήρου τους ασφαλισμένους και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος και ποσοστό 0,50 % για παροχές σε χρήμα.
3. Ιδίως σε ό, τι αφορά στην ασφάλιση των προσώπων του άρθρου 40, η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης αυξάνεται σταδιακά από 1.1.2016 έως 31.12.2016 ως εξής:

α. από 1.1.2016 έως 31.12.2016 σε ποσοστό 3,61% επί των υφιστάμενων κατά την έναρξη ισχύος του νόμου ασφαλιστικών κατηγοριών και κατανέμεται κατά ποσοστό 3,35% για παροχές σε είδος και ποσοστό 0,26% για παροχές σε χρήμα.
β. Από 1.1.2017, η ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης των προσώπων αυτών ορίζεται σε ποσοστό 6,95% επί του ασφαλιστέου εισοδήματος και κατανέμεται κατά ποσοστό 6,45% για παροχές σε είδος και 0,50% για παροχές σε χρήμα.

4.

α. Όπου το ποσοστό εισφορών είναι κατά την έναρξη ισχύος μικρότερο ή μεγαλύτερο των οριζόμενων στο άρθρο αυτό, αναπροσαρμόζεται ισόποσα ετησίως μέχρι την 31.12.2019 ώστε από 1.1.2020 να διαμορφωθεί στα ανωτέρω ποσοστά. (Σημ.: η περ.α απαλείφεται με την παρ 7 του άρθρ.1 του νόμου 4425/2016)
β. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

 

 


 

Άρθρο 42.
Ειδικό παράβολο ασφαλιστικής κάλυψης αγρεργατών.


1.

α. Για τους απασχολούμενους ως εργάτες γης σε εργασίες κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του Ν. 2639/1998 (Α΄ 205) εκδίδεται ειδικό παράβολο αγοράς ασφαλιστικών εισφορών αγρεργατών, στο εξής παράβολο, στο οποίο περιλαμβάνεται το ποσό της εισφοράς υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α..

Τα παράβολα διατίθενται στον εργοδότη από τα κατά τόπους Υποκαταστήματα του Ε.Φ.Κ.Α., από τις συνεργαζόμενες με τον Ε.Φ.Κ.Α. τράπεζες και υποκαταστήματα αυτών, από τα Ελληνικά Ταχυδρομεία και από οποιονδήποτε άλλον φορέα ή δίκτυο έπειτα από απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με καταβολή του οικείου ποσού της ασφαλιστικής εισφοράς.
β. Οι Τράπεζες και λοιποί φορείς αποδίδουν ανά μήνα στον Ε.Φ.Κ.Α. τα ποσά που εισέπραξαν από την διάθεση του παραβόλου.
γ. Ο Ε.Φ.Κ.Α. στέλνει ετήσια συγκεντρωτική κατάσταση στον εργοδότη, η οποία χρησιμοποιείται για την απόδειξη της σχετικής δαπάνης, μέχρι του ορίου που θα οριστεί με την απόφαση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 2.

2.

α. Ο τύπος του παραβόλου, τα αναγραφόμενα σε αυτό στοιχεία εργοδότη και εργαζόμενου, οι ασφαλιστικές εισφορές, τα τεχνικά χαρακτηριστικά διασφάλισης της γνησιότητας του, της διαδικασίας που θα τηρηθεί για την είσπραξη και απόδοση των εισφορών στον Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ή στοιχείο για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από γνώμη του Ε.Φ.Κ.Α. και του ΟΓΑ.
β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Αγροτικής Ανάπτυξης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την προσμέτρηση των δαπανών που προκύπτουν από το παράβολο στα έξοδα των αγροτών, για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους, και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

 


 

Άρθρο 43.
Προθεσμία καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.


1. Οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων που προέρχονται από τον ΟΑΕΕ, το Ε.Τ.Α.Α. και τον ΟΓΑ, ελευθέρων επαγγελματιών και εμμίσθων, καταβάλλονται εντός των προβλεπόμενων από τις οικείες διατάξεις προθεσμιών και, σύμφωνα με την ισχύουσα μέχρι 31.12.2016 για κάθε φορέα διαδικασία.
2. Από 1.1.2017 οι ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων, ελευθέρων επαγγελματιών και εμμίσθων, που έως την έναρξη ισχύος του παρόντος υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ και του Ε.Τ.Α.Α., καθώς και των προσώπων του άρθρου 40 καταβάλλονται ανά τακτικά περιοδικά διαστήματα, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σε εναρμόνιση με την καταβολή των φόρων.

Εάν δεν εξοφληθούν εμπροθέσμως οι ασφαλιστικές εισφορές θεωρούνται καθυστερούμενες και βαρύνονται με τις νόμιμες προσαυξήσεις.
3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος.

 


 

Άρθρο 44.
Εισφορές υγειονομικής περίθαλψης συνταξιούχων.


Η παρ. 31 του άρθρου 1 του Ν. 4334/2015 (Α΄ 80) η οποία με τις διατάξεις της περίπτωσης 2, υποπαράγραφος Ε2 της παραγράφου Ε του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (Α΄ 94) αναριθμήθηκε σε παρ. 30, αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«30.

α) Από 1.7.2016 η εισφορά υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ για παροχές ασθενείας σε είδος των συνταξιούχων καθορίζεται σε ποσοστό 6%, και υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου ποσού κύριας σύνταξης αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115) και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152).
Σε περίπτωση συρροής περισσότερων της μίας κύριων συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο, το ως άνω ποσοστό ύψους 6% υπολογίζεται στο άθροισμα των καταβαλλόμενων συντάξεων, ανεξαρτήτως αιτίας και αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στην Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), και των παραγράφων 11 και 12 που Ν. 3986/2011 (Α΄ 152).
Στην περίπτωση κατά την οποία συνταξιούχοι λαμβάνουν σύνταξη και αποδοχές από μισθωτή εργασία ή από άσκηση επαγγέλματος ή απασχόλησης, καταβάλλεται το προβλεπόμενο ποσοστό εισφοράς υπέρ υγειονομικής περίθαλψης επί της συντάξεως που λαμβάνουν, καθώς και επί των πάσης φύσεως αποδοχών ή επί του μηνιαίου εισοδήματός τους.
β) Από 1.1.2016 παρακρατείται εισφορά 6% υπέρ ΕΟΠΥΥ από τις επικουρικές συντάξεις, των συνταξιούχων που καλύπτονται για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ υπολογιζόμενης επί του καταβαλλόμενου ποσού επικουρικής σύνταξης αφού αφαιρεθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παρ. 13 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152).
Σε περίπτωση συρροής περισσότερων, της μίας επικουρικής, συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο, το ως άνω ποσοστό ύψους 6% υπολογίζεται στο άθροισμα των καταβαλλόμενων συντάξεων, ανεξαρτήτως κατηγορίας και αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στην Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης της παρ. 13 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152).

 


 

Άρθρο 45.
Κοινό μητρώο εισφορών και φόρου εισοδήματος.


1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης θεσπίζεται κοινό μητρώο των υπόχρεων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και φόρου εισοδήματος στο οποίο ενσωματώνονται και εναρμονίζονται οι διαδικασίες εγγραφής, δήλωσης, πληρωμής και βεβαίωσης καταβολής του φόρου εισοδήματος και των ασφαλιστικών εισφορών.
2. Με την ίδια απόφαση, η οποία πρέπει να εκδοθεί εντός του 2016, καθορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας του κοινού μητρώου, ο υπεύθυνος φορέας λειτουργίας, οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων, τομέων και κλάδων οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης της παραγράφου 1.
3. Μέχρι 31.12.2017 ολοκληρώνονται οι διαδικασίες ενσωμάτωσης στη φορολογική διοίκηση όλων των λειτουργιών που σχετίζονται με την υποβολή των σχετικών δηλώσεων και τη διενέργεια των πληρωμών παντός είδους ασφαλιστικών εισφορών, τρεχουσών και ληξιπροθέσμων.
4. Από 1.7.2016 οι ασφαλιστικές εισφορές των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 4, δηλώνονται από τον εργοδότη σε μηνιαία βάση στην Αναλυτική Περιοδική Δήλωση και καταβάλλονται μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
5. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και των συναρμόδιων Υπουργών καθορίζονται οι κανόνες και οι διαδικασίες περιοδικής δήλωσης και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, η δομή και το περιεχόμενο των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων, ο υπεύθυνος φορέας λήψης των Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων, οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων, τομέων και κλάδων, οι προσαρμογές στα πληροφοριακά συστήματα, καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου 4.

 


 

Άρθρο 46.
Αντικειμενικό σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού εισφορών.


1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μπορεί να θεσπίζεται αντικειμενικό σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού του ελάχιστου απαιτούμενου αριθμού ημερομισθίων και ποσού εισφορών για κατηγορίες ή κλάδους επιχειρήσεων κατά μήνα λειτουργίας της επιχείρησης ή άλλο χρονικό διάστημα και ανάλογα με τις εκτελούμενες εργασίες.

Η προσδιοριζόμενη κατά το σύστημα αυτό δαπάνη αποτελεί το ελάχιστο οφειλόμενο ποσό για ασφαλιστικές εισφορές κατά μαχητό τεκμήριο.

Επιπλέον, καθορίζεται το αντικειμενικό σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού για κάθε κατηγορία επιχειρήσεων, η διαδικασία είσπραξης των επιπλέον των δηλωθέντων ποσών εισφορών και κάθε αναγκαίο για την εφαρμογή του παρόντος ειδικότερο ζήτημα.
2. Σε περίπτωση κατά την οποία το παραπάνω ελάχιστο τεκμαρτό ποσό είναι μεγαλύτερο από τα δηλωθέντα από τον εργοδότη ημερομίσθια ο εργοδότης δύναται να αμφισβητήσει τον υπολογισμό υποβάλλοντας εντός διμήνου από την υποβολή της Α.Π.Δ. του αντίστοιχου διαστήματος τους ισχυρισμούς του και κάθε αναγκαίο αποδεικτικό στοιχείο.

Σε περίπτωση που δεν αμφισβητηθεί ο υπολογισμός ή δεν γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις του εργοδότη το επιπλέον δηλωθέν ποσό συμψηφίζεται με οφειλόμενες εισφορές για ασφαλιστική τακτοποίηση συγκεκριμένων προσώπων αν διαπιστωθεί μεταγενέστερα ότι αυτοί απασχολήθηκαν στις εργασίες του συγκεκριμένου εργοδότη κατά την ίδια περίοδο.

Αν ο εργοδότης απασχολεί εργαζόμενους μερικής απασχόλησης το επιπλέον ποσό δύναται επιπλέον να συμψηφισθεί με το απαιτούμενο για τους ίδιους εργαζόμενους ποσό εισφορών για πλήρη απασχόληση.
3. Η καταβολή των ελάχιστων εισφορών βάσει του αντικειμενικού συστήματος της παρούσας παραγράφου δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την καταβολή επιπλέον εισφορών και των σχετικών προσαυξήσεων και ποινών αν διαπιστωθεί απασχόληση επιπλέον από την προβλεπόμενη για την συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων.
4. Το αντικειμενικό σύστημα τεκμαρτού υπολογισμού ρυθμίζεται με βάση πρόσφορα κριτήρια υπολογισμού της ελάχιστης εργατικής απασχόλησης όπως είναι ιδίως το είδος της επιχείρησης, το μέγεθος της εγκατάστασης, το ωράριο λειτουργίας, η τυχόν εποχιακή φύση της λειτουργίας της επιχείρησης, ο κύκλος εργασιών, οι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών ειδικότητες, η γεωγραφική θέση της επιχείρησης, η τυχόν εισφορά προσωπικής απασχόλησης από τον εργοδότη ή μέλη της οικογένειάς του ή τους εταίρους εργοδοτικής επιχείρησης.

 


 

Άρθρο 47.
Μετοχικά Ταμεία.


1. Η χορήγηση παροχών από το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.), αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και από τα Μετοχικά Ταμεία Στρατού, Αεροπορίας και Ναυτικού, αρμοδιότητας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, χρηματοδοτείται αποκλειστικά από τις καταθέσεις των μετόχων και από τα περιουσιακά στοιχεία των ταμείων.

Αποκλείεται οποιαδήποτε μεταφορά πόρων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, με εξαίρεση τους πόρους έκτακτης χρηματοδότησης των μερισμάτων των εν δυνάμει μερισματούχων, των οποίων οι αιτήσεις εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
2. Η υποπερίπτωση Ε΄ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 (Α΄ 85) και η παρ. 2 του άρθρου 220 του Ν. 4281/2014 (Α΄ 160) καταργούνται.
3. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1, ειδικά για τα Μετοχικά Ταμεία Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας, ως «καταθέσεις των μετόχων» νοούνται οι πάσης φύσεως καταβαλλόμενες εισφορές και οι τακτικές ή έκτακτες κρατήσεις που διενεργούνται επί των αποδοχών, αποζημιώσεων και λοιπών παροχών των μετόχων ή μερισματούχων υπέρ των οικείων Μετοχικών Ταμείων, ενώ ως «περιουσιακά στοιχεία των ταμείων» νοούνται οι λοιποί πόροι των Μετοχικών Ταμείων που χρηματοδοτούν τις χορηγούμενες παροχές, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Από την ισχύ της παραγράφου 1 δεν θίγονται οι διατάξεις που διέπουν την ίδρυση και λειτουργία των Μετοχικών Ταμείων Στρατού, Ναυτικού και Αεροπορίας και των Ειδικών Λογαριασμών και Κλάδων των Ταμείων αυτών.

 


 

Άρθρο 48
Διατάξεις Μ.Τ.Π.Υ.


1. Το άρθρο 49 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το μηνιαίο μέρισμα (Μ) των μετόχων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (Μ.Τ.Π.Υ.) καθορίζεται ίσο με το άθροισμα (Μ = Μ.α + Μ.β):

α) του βασικού μισθού επί το χρόνο συμμετοχής στην ασφάλιση του Μ.Τ.Π.Υ., αναγόμενο σε έτη, επί τον ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης (Σ), σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Υπομέρισμα Μ.α = ΒΜ * ΧΣ * Σ,

β) των λοιπών αποδοχών επί το χρόνο συμμετοχής στην ασφάλιση του Μ.Τ.Π.Υ., για τον οποίο διενεργήθηκε επί κάθε είδους των αποδοχών αυτών και αποδόθηκε στο Μ.Τ.Π.Υ. η προβλεπόμενη κράτηση από την περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ., αναγόμενο σε έτη, επί τον ετήσιο συντελεστή αναπλήρωσης (Σ), σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο (ο οποίος μπορεί να δημιουργήσει περισσότερα υπομερίσματα Μ.β ανάλογα με το κατά περίπτωση επίδομα ή αποζημίωση):

Υπομέρισμα Μ.β = ΛΑ * ΧΣ * Σ.

Στους ανωτέρω τύπους νοούνται τα εξής:

Μ = μηνιαίο μέρισμα, Μ.α =α΄ υπομέρισμα, Μ.β = β΄ υπομέρισμα, ΒΜ = βασικός μισθός, ΛΑ = λοιπές αποδοχές, ΧΣ = χρόνος συμμετοχής στην ασφάλιση του Μ.Τ.Π.Υ., για τον οποίο διενεργήθηκε επί κάθε είδους αποδοχών και αποδόθηκε στο Μ.Τ.Π.Υ. η προβλεπόμενη κράτηση από την περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ., αναγόμενος σε έτη, Σ = ετήσιος συντελεστής αναπλήρωσης.

2.

α) Ως βασικός μισθός (ΒΜ) για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται το τμήμα εκείνο των συντάξιμων αποδοχών για κύρια σύνταξη σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, το οποίο αφορά το βασικό μισθό και το τυχόν επίδομα χρόνου υπηρεσίας βάσει των οποίων κανονίσθηκε το πρώτον νομίμως η σύνταξη κύριας ασφάλισης του μετόχου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.
β) Ως λοιπές αποδοχές (ΛΑ) για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται το τμήμα εκείνο των συντάξιμων αποδοχών για κύρια σύνταξη σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, το οποίο αφορά τις επιπλέον του βασικού μισθού (ΒΜ), λοιπές αποδοχές (επιδόματα, αποζημιώσεις κ.λπ.) βάσει των οποίων κανονίσθηκε το πρώτον νομίμως η σύνταξη κύριας ασφάλισης του μετόχου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις και με την προϋπόθεση ότι επί των αποδοχών αυτών διενεργήθηκε και αποδόθηκε στο Μ.Τ.Π.Υ. η προβλεπόμενη κράτηση, σύμφωνα με την περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. και για όσο χρόνο διενεργήθηκε και αποδόθηκε.

3. Ο ετήσιος συντελεστής αναπλήρωσης (Σ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου αναπροσαρμόζεται εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε έτους με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ως το γινόμενο του ετήσιου συντελεστή αναπλήρωσης 0,215% επί το πηλίκο των εκτιμώμενων ετήσιων εσόδων αφαιρουμένων των διοικητικών εξόδων, προς τις αντίστοιχες παροχές τρέχοντος έτους, προκειμένου να αποφεύγεται η δημιουργία ετήσιων ελλειμμάτων σε ταμειακή και δεδουλευμένη βάση.
4. Τα δικαιούμενα από το Μ.Τ.Π.Υ. μερίσματα όσων έχουν εξέλθει της Υπηρεσίας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Δ.Σ. του Μ.Τ.Π.Υ., με βάση τον τύπο υπολογισμού του μερίσματος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, και τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου των μετόχων.
Τα οικονομικά αποτελέσματα της αναπροσαρμογής αυτής αρχίζουν από 1.1.2016. Η διαφορά μεταξύ του προκύπτοντος από την αναπροσαρμογή νέου μερίσματος και του αθροίσματος του προ της αναπροσαρμογής παλαιού μερίσματος και της προσωπικής διαφοράς της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3336/2005, η οποία δεν διατηρείται, με κανέναν τρόπο δεν αναζητείται από τους μερισματούχους και παραμένει στο Μ.Τ.Π.Υ. υπέρ των μελλοντικών γενεών μερισματούχων του.
Για όσους εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι και τις 19.4.2005, ως βασικός μισθός (ΒΜ) για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου νοείται ο βασικός μισθός και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, με βάση τα οποία πραγματοποιήθηκε νομίμως ανά μερισματούχο η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 3336/2005 πρώτη αναπροσαρμογή των μερισμάτων τους.
Για όσους εξήλθαν από την υπηρεσία από τις 20.4.2005 μέχρι και τις 31.10.2011, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου ως βασικός μισθός (ΒΜ) νοείται ο βασικός μισθός και το επίδομα χρόνου υπηρεσίας που έφερε νομίμως ο μέτοχος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία.
Για όσους εξήλθαν από την υπηρεσία από την 1.11.2011 μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου το υπομέρισμα Μ.α καθορίζεται ίσο με το άθροισμα των υπομερισμάτων Μ.α.1 και Μ.α.2, τα οποία φέρουν ως βασικό μισθό (ΒΜ), για το διάστημα υπηρεσίας έως 31.10.2011, το βασικό μισθό και το τυχόν επίδομα χρόνου υπηρεσίας που έφερε νομίμως ο υπάλληλος την 31.10.2011 και, για το διάστημα υπηρεσίας από 1.11.2011 μέχρι και την έξοδο από την υπηρεσία, το βασικό μισθό και το τυχόν επίδομα χρόνου υπηρεσίας που έφερε νομίμως ο υπάλληλος κατά την έξοδό του από την υπηρεσία, αντιστοίχως.
Για όσους εξήλθαν από την υπηρεσία μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου ως λοιπές αποδοχές (ΛΑ) νοούνται οι λοιπές αποδοχές (επιδόματα, αποζημιώσεις κ.λπ.) επί των οποίων διενεργήθηκε και αποδόθηκε στο Μ.Τ.Π.Υ. η προβλεπόμενη κράτηση, σύμφωνα με την περίπτωση Α΄ της παρ. 1 του άρθρου 26 του Π.δ. 422/1981, όπως εκάστοτε ισχύει, υπέρ του Μ.Τ.Π.Υ. και για όσο χρόνο διενεργήθηκε και αποδόθηκε.
5. Αποκλείεται ο καθορισμός κατώτατου ορίου μερίσματος. Τα δικαιούμενα από το Μ.Τ.Π.Υ. μερίσματα όσων έχουν εξέλθει της Υπηρεσίας, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, τα οποία υπολογίστηκαν με βάση διατάξεις περί κατώτατου ορίου μερίσματος, αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου.»

2. Στο άρθρο 40 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, προστίθεται νέα παράγραφος 4 ως εξής:

«4.

α) Εάν ο μέτοχος συνταξιοδοτηθεί προτού συμπληρώσει το ελάχιστο όριο συμμετοχής στο Μ.Τ.Π.Υ. για απονομή μερίσματος, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούται, εφάπαξ επιστροφή των ατομικών του κρατήσεων, εφόσον έχει ελάχιστο όριο συμμετοχής στο ταμείο τουλάχιστον τριών (3) ετών, δεν έχει αναγνωρίσει ή εξαγοράσει το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι συμπλήρωσης του ελάχιστου ορίου συμμετοχής και δεν έχει επιτύχει την απονομή συντάξεως ή μερίσματος με την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.δ. 4202/1961 και του Ν. 3232/2004, όπως ισχύουν, με το Μ.Τ.Π.Υ. είτε ως απονέμοντα είτε ως συμμετέχοντα οργανισμό. Μετά την είσπραξη των κρατήσεων από το μέτοχο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί αναγνώρισης και εξαγοράς χρόνου συμμετοχής στο Μ.Τ.Π.Υ. και οι διατάξεις του Ν.δ. 4202/1961 (Α΄ 175) και του Ν. 3232/2004 (Α΄ 48), με το Μ.Τ.Π.Υ. είτε ως απονέμοντα είτε ως συμμετέχοντα οργανισμό.
β) Ο τρόπος υπολογισμού, καθώς και ο τρόπος καταβολής της εφάπαξ επιστροφής της προηγουμένης περιπτώσης καθορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου, που εκδίδεται ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Γενικού Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
γ) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται σε μετόχους που απομακρύνονται από την υπηρεσία με οποιoδήποτε τρόπο, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου, μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Το δικαίωμα προς απονομή μερίσματος αρχίζει:

α) Για τον μέτοχο από την επομένη της διακοπής της μισθοδοσίας του.

β) Για τον χήρο ή τη χήρα και τα ορφανά τέκνα του εν υπηρεσία αποβιώσαντος μετόχου, από την επομένη του θανάτου του ή της διακοπής της μισθοδοσίας του κατά περίπτωση.
γ) Για τον χήρο ή τη χήρα και τα ορφανά τέκνα του υπό μέρισμα μετόχου από την επομένη της παρόδου ενός μηνός από την επέλευση του θανάτου του.»

4. Η παρ. 4 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Ο χήρος/χήρα δικαιούται μέρισμα εφόσον έχει συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας του κατά το χρόνο θανάτου του μετόχου.

Εφόσον έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας του/της κατά τον ως άνω χρόνο, δικαιούται μέρισμα για διάστημα τριών (3) ετών, μετά την πάροδο των οποίων η καταβολή μερίσματος αναστέλλεται μέχρι τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας του/της.

Εφόσον δεν έχει συμπληρώσει το 52ο έτος της ηλικίας του/της κατά τον ως άνω χρόνο, δικαιούται μέρισμα για διάστημα τριών (3) ετών.

Οι ανωτέρω περιορισμοί δεν εφαρμόζονται εφόσον και για όσο χρόνο ο χήρος/χήρα, κατά τον ως άνω χρόνο, έχει τέκνο ή τέκνα που υπάγονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, ή είναι ανίκανος για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω.

Η καταβολή του μερίσματος παύει αν ο χήρος/χήρα τελέσει νέο γάμο.»

5. Η παρ. 5 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Τα ορφανά τέκνα των μετόχων δικαιούνται μέρισμα, εφόσον είναι ανήλικα και άγαμα. Η ενηλικίωση επέρχεται με τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας.
Τα ορφανά τέκνα των μετόχων που φοιτούν σε ανώτατες και ανώτερες σχολές της ημεδαπής ή ισότιμες της αλλοδαπής, δικαιούνται μέρισμα μέχρι το τέλος των σπουδών τους και πάντως όχι πέρα από τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας τους, εφόσον είναι άγαμα. Το μέρισμα καταβάλλεται με την προσκόμιση σε ετήσια βάση πιστοποιητικού της οικείας σχολής, από το οποίο προκύπτει η κανονική φοίτηση του σπουδαστή.»

6. Η παρ. 6 του άρθρου 44 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Με τα ανήλικα τέκνα εξομοιώνονται και τα ενήλικα άγαμα ορφανά, εφόσον είναι ανίκανα για την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος κατά ποσοστό 67% και άνω.»

7. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«Κατ’ εξαίρεση, αποκτούν δικαίωμα μερίσματος και τα ενήλικα τέκνα, εφόσον πληρούνται, ανάλογα με την περίπτωση, οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου.»

8. Η παρ. 1 του άρθρου 46 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Τα μερίσματα των κατονομαζομένων στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου δικαιούχων χήρου/ χήρας ή ορφανών ορίζονται στο ήμισυ του μερίσματος, το οποίο λάμβανε ή είχε δικαίωμα να λάβει ο αποβιώσας μέτοχος. Ορίζονται δε στα πέντε όγδοα αυτού για όσους έχουν ένα ανήλικο τέκνο και στα τρία τέταρτα αυτού για όσους έχουν περισσότερα του ενός ανήλικα τέκνα, καθώς και για περισσότερα του ενός ορφανά τέκνα.»

9. Η παρ. 2 του άρθρου 47 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ο χήρος/η χήρα και τα ορφανά, στην πρώτη αίτησή τους για την απονομή μερίσματος, οφείλουν να επισυνάψουν πιστοποίηση της αρμοδίας αρχής για την ημέρα επέλευσης του θανάτου του δικαιούχου μετόχου, της ταυτότητας του αιτούντος, του ονόματος και της ηλικίας των επιζώντων τέκνων, καθώς και ότι ο χήρος/η χήρα δεν είχε διαζευχθεί.»

10. Στο τέλος του άρθρου 4 του ν.1395/1983 (Α΄ 125), προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Οι διατάξεις του άρθρου αυτού έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους μετόχους του Μ.Τ.Π.Υ. που έχουν υποστεί μεταμόσχευση μυελού των οστών ή συμπαγών οργάνων (καρδιά, πνεύμονες, ήπαρ, πάγκρεας και νεφροί), εφόσον για τις περιπτώσεις αυτές συντρέχει ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%.»

11. Η παρ. 2 του άρθρου 39 και η παρ. 4 του άρθρου 45 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), καθώς και κάθε άλλη καταστατική διάταξη που προβλέπει διαφορετικά από τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, καταργούνται.
12. Αιτήσεις για κανονισμό ή μεταβίβαση μερίσματος του Μ.Τ.Π.Υ., οι οποίες έχουν υποβληθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, εξετάζονται με βάση τις προϊσχύουσες αυτού διατάξεις και στη συνέχεια τα μερίσματα αυτά αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 49 του Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως αυτό αντικαθίσταται με τον παρόντα νόμο.
13. Στα πρόσωπα που έχουν καταστεί δικαιούχοι μερίσματος μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για απονομή μερίσματος, σύμφωνα με το Π.δ. 422/1981 (Α΄ 114), όπως αντικαθίσταται με το παρόν άρθρο, παύει να καταβάλλεται μέρισμα από την πρώτη του μήνα που έπεται της έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου και εφεξής.
14. Ο μερισματούχος του ΜΤΠΥ, που διορίζεται σε οποιαδήποτε θέση του Δημοσίου με οποιαδήποτε σχέση, δεν έχει υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση του ΜΤΠΥ. Στην περίπτωση αυτή το δικαιούμενο μέρισμα δεν διακόπτεται, αλλά εξακολουθεί να καταβάλλεται. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας κάθε άλλη αντίθετη διάταξη καταργείται.

 

 


 

Άρθρο 49.
Πρόσθετοι πόροι Ασφαλιστικού Συστήματος.


Στους πόρους Ε.Φ.Κ.Α. από 1.1.2017 συμπεριλαμβάνονται οι εξής:

1. Τα ποσά των επιβληθέντων προστίμων των άρθρων 23 και 24 του Ν. 3996/2011, με εξαίρεση το ποσοστό 20% που αποτελεί έσοδο του προϋπολογισμού του σώματος επιθεώρησης εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 14 του Ν. 3996/2011.
2. Το 20% των εσόδων που προκύπτουν από την εκποίηση και εκμετάλλευση ακινήτων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ή των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ., εξαιρουμένων όσων έχουν μεταβιβαστεί στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το Ν. 3986/2011.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε άλλο αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

 


 

Άρθρο 50.

 

1. Στο τέλος του εδαφίου α΄ της παρ. 6 του άρθρου 5 του Ν. 3191/2003 προστίθενται οι λέξεις «καθώς και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.)».

2. Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται η συμμετοχή προσώπων των εθνικών κοινωνικών εταίρων στα Δ.Σ. και συλλογικά όργανα Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Ν.Π.Δ.Δ., μετέχει ισότιμα και εκπρόσωπος της Ο.Κ.Ε..

 

 


 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

 

Άρθρο 51.

Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης –Σύσταση Σκοπός.

 

1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης», αποκαλούμενο στο εξής «Ε.Φ.Κ.Α.», το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα.

Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. Το Ν.Α.Τ. και ο Ο.Γ.Α. εξακολουθούν, και μετά την κατά τα ως άνω ένταξή τους, να διατηρούν αυτοτελή νομική προσωπικότητα για την άσκηση των μη ασφαλιστικών τους αρμοδιοτήτων.

Ειδικά ως προς το Δημόσιο, περιέρχονται στον Ε.Φ.Κ.Α. οι εν γένει αρμοδιότητες που αφορούν στις συντάξεις του Δημοσίου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του παρόντος.

2. Σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση:

α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους,

β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους και στους μέχρι τις 31.12.1992 ασφαλισμένους του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), οι οποίοι, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, έχουν θεμελιώσει δικαίωμα λήψης της παροχής, καθώς και στους συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος του ΕΤΕΑ (τ. ΕΤΕΑΜ) σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν. 3455/2006 (Α΄84),

γ. παροχών ασθένειας σε χρήμα, δ. ειδικών προνοιακών επιδομάτων και ε. κάθε άλλης παροχής σε χρήμα ή υπηρεσιών, για τις οποίες καθίσταται αρμόδιος ο Ε.Φ.Κ.Α..

 


 

Άρθρο 52.

Οργανισμός του Ε.Φ.Κ.Α..

 

1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μέχρι 31.12.2016, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του Ε.Φ.Κ.Α. και πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταρτίζεται ο Οργανισμός του Ε.Φ.Κ.Α., με τον οποίο ρυθμίζονται:

α. Η διάρθρωση των υπηρεσιών του σε οργανικές μονάδες, η καθ’ ύλην και η κατά τόπον κατανομή των αρμοδιοτήτων των υπηρεσιών που τον συγκροτούν σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και θέματα λειτουργίας και αρμοδιότητάς τους.

β. Οι αρμοδιότητες των Γενικών Διευθύνσεων, οι επιχειρησιακοί στόχοι των Διευθύνσεων και οι αρμοδιότητες των Τμημάτων και λοιπών οργανικών μονάδων.

γ. Οι κλάδοι του προσωπικού κατά κατηγορίες, ο αριθμός και η κατανομή των θέσεων του προσωπικού σε κλάδους και ειδικότητες στην κεντρική και στις κατά τόπους υπηρεσίες του, καθώς και τα τυπικά προσόντα διορισμού ή πρόσληψης κατά κλάδο και ειδικότητα.

δ. Η γενική περιγραφή καθηκόντων κάθε θέσης ευθύνης και τα τυπικά προσόντα των προϊσταμένων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ε. Η σύσταση ή συγχώνευση ή κατάργηση υπηρεσιών ή οργανικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και η κατάργηση ή μεταφορά των αρμοδιοτήτων τους σε άλλες υπηρεσίες ή οργανικές μονάδες του.Τα θέματα αυτά, πλην της σύστασης οργανικών μονάδων, μπορούν να ρυθμίζονται και με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ.

στ. Η σύσταση νέων θέσεων προσωπικού, καθώς και η κατάργηση, κατά κατηγορία και κλάδο, υφιστάμενων θέσεων που πλεονάζουν.

ζ. Η σύσταση κλάδων κατά κατηγορίες, καθώς και η συγχώνευση ή κατάργηση υφισταμένων με δυνατότητα κατάργησης αντίστοιχων οργανικών θέσεων.

η. Η μεταφορά θέσεων προσωπικού σε άλλους κλάδους, υφιστάμενους ή νέους, της ίδιας ή άλλης κατηγορίας, καθώς και η ρύθμιση θεμάτων ένταξης υπηρετούντων υπαλλήλων σε νέους κλάδους της ίδιας κατηγορίας, που προκύπτουν με σύσταση ή συγχώνευση υφισταμένων.

θ. Κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση, στελέχωση, αρμοδιότητες και λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας του, στο πλαίσιο εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος, για την οργανωτική του διάρθρωση και την αποτελεσματική διαχείριση των εκκρεμοτήτων, και ιδίως ο χρόνος έναρξης λειτουργίας των οργανικών του μονάδων και ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας.

2.

α. Από την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α. συνιστώνται στο φορέα με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, κατόπιν πρότασης του Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α., Διοικητικές Επιτροπές, με αρμοδιότητα, μεταξύ άλλων, την εξέταση ενδικοφανών προσφυγών. Η σύνθεση και οι λοιπές αρμοδιότητες των Επιτροπών αυτών καθορίζονται με την ίδια ως άνω απόφαση.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, η αποζημίωση των συμμετεχόντων στις εν λόγω επιτροπές.

β. Μέχρι τη σύσταση των επιτροπών της περίπτωσης α΄ της παραγράφου αυτής, συνεχίζουν να λειτουργούν οι Διοικούσες Επιτροπές του Ε.Τ.Α.Α., μόνο όσον αφορά στην εξέταση και λήψη απόφασης επί αιτήσεων θεραπείας, οι Τοπικές Διοικητικές Επιτροπές του Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. και του Ο.Α.Ε.Ε., καθώς και τα αρμόδια όργανα του άρθρου 40 του Καταστατικού Ασφάλισης και Συνταξιοδότησης Αγροτών, όπως ισχύει. Τα ως άνω όργανα αποτελούν Διοικητικές Επιτροπές του Ε.Φ.Κ.Α. και διέπονται από τις ισχύουσες διατάξεις εφαρμοζόμενες αναλόγως. Αντίστοιχα, για υποθέσεις αρμοδιότητας των λοιπών εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, στους οποίους προβλέπεται μέχρι την ως άνω ένταξή τους διαδικασία ενδικοφανών προσφυγών, αυτές εξετάζονται, μέχρι τη σύσταση των εν λόγω επιτροπών, από το Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α..

γ. Οι διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115) αναφορικά με τη σύσταση και τη λειτουργία του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) εξακολουθούν να εφαρμόζονται από τον Ε.Φ.Κ.Α..

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εκδίδεται μέχρι 31.3.2017 κατόπιν εισήγησης του Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α, καταρτίζεται Κανονισμός Ασφάλισης και Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α, στον οποίο μεταξύ άλλων, καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση για παροχές ασθενείας σε είδος και σε χρήμα, το είδος, η έκταση, το ύψος, οι δικαιούχοι, η διαδικασία χορήγησης των παροχών σε χρήμα και κάθε άλλο ζήτημα εντός του υλικού πεδίου του Κανονισμού.

 


 

Άρθρο 53.

Ένταξη φορέων, κλάδων, τομέων και λογαριασμών στον Ε.Φ.Κ.Α..

 

1. Ο Ε.Φ.Κ.Α. αποτελείται από ένα (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος, οι παρακάτω φορείς, με τους κλάδους, τομείς και λογαριασμούς τους, πλην των αναφερόμενων στο Κεφάλαιο Στ΄, ως εξής:

Α. Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.)

α. Κλάδος κύριας σύνταξης.

αα. Κλάδος κύριας σύνταξης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

ββ. Τομέας Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ.

γγ. Λογαριασμός Ειδικού Κεφαλαίου ΙΚΑ ΕΤΑΜ (πρώην ΤΑΠ – ΟΤΕ).

β. Κλάδος ασθένειας.

αα. Λογαριασμός Παροχών σε Χρήμα.

γ. Τομέας Ασφαλισμένων Δημοσίου.

δ. Τομέας Ασφαλισμένων Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.

ε. Ειδικός Λογαριασμός Δώρου Εργατοτεχνιτών Οικοδόμων (ΕΛΔΕΟ).

B. Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (Ε.Τ.Α.Π. – Μ.Μ.Ε.).

α. Κλάδος κύριας ασφάλισης.

αα. Τομέας σύνταξης Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

ββ. Τομέας ασφάλισης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

γγ. Τομέας ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου.

δδ. Τομέας ασφάλισης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου.

εε. Τομέας ασφάλισης Φωτοειδησεογράφων και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεόρασης.

στστ. Τομέας σύνταξης Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείου Αθηνών.

ζζ. Τομέας σύνταξης Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείου Θεσσαλονίκης.

ηη. Τομέας ασφάλισης Τεχνικών Τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

θθ. Τομέας Ασφάλισης Τεχνικών Ραδιοφώνου και Τηλεόρασης (ΤΑΤΕ−ΡΤ).

β. Κλάδος ανεργίας και δώρου.

αα. Λογαριασμός Ανεργίας Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

ββ. Λογαριασμός Ανεργίας Τεχνικών Τύπου Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

γγ. Λογαριασμός Δώρου Εορτών Εφημεριδοπωλών.

γ. Κλάδος Υγείας.

αα. Τομέας Υγείας Ιδιοκτητών, Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου.

ββ. Τομέας Υγείας Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορείων Αθηνών.

γγ. Τομέας Υγείας Τεχνικών Τύπου Αθηνών. 

δδ. Λογαριασμός Παροχών σε Χρήμα Ε.Τ.Α.Π.−Μ.Μ.Ε..

Γ. Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α.). 

α. Κλάδος Κύριας Ασφάλισης.

αα. Τομέας Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), και η Ειδική Προσαύξηση.

ββ. Τομέας Σύνταξης και Ασφάλισης Υγειονομικών (ΤΣΑΥ) και ο Κλάδος Μονοσυνταξιούχων. 

γγ. Τομέας Ασφάλισης Νομικών και ο ειδικός κλάδος για τους δικαστικούς λειτουργούς και τους λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που έχει συσταθεί με το άρθρο 39 του Ν. 4075/2012 (Α΄ 89).

β. Κλάδος Υγείας.

αα. Τομέας Υγείας Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων.

ββ. Τομέας Υγείας Υγειονομικών.

γγ. Τομέας Υγείας Δικηγόρων Αθηνών.

δδ. Τομέας Υγείας Δικηγόρων Πειραιά.

εε. Τομέας Υγείας Δικηγόρων Θεσσαλονίκης.

στστ. Τομέας Υγείας Δικηγόρων Επαρχιών.

ζζ. Τομέας Υγείας Συμβολαιογράφων.

ηη. Λογαριασμός Παροχών σε Χρήμα Ε.Τ.Α.Α..

Δ. Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (ΟΑΕΕ).

α. Κλάδος Κύριας Ασφάλισης.

αα. Κλάδος Κύριας Ασφάλισης ΟΑΕΕ.

ββ. Τομέας Ασφάλισης Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων.

β. Κλάδος Υγείας.

αα. Λογαριασμός Παροχών σε χρήμα.

E. Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ), εκτός του Λογαριασμού Αγροτικής Εστίας.

α. Κλάδος Υποχρεωτικής Ασφάλισης του Ν. 4169/1961 (Α΄ 81).

β. Κλάδος Κύριας Ασφάλισης Αγροτών του Ν. 2458/1997 (Α΄ 15).

γ. Κλάδος Υγείας.

δ. Λογαριασμός Παροχών σε χρήμα.

ΣΤ. Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.), συμπεριλαμβανομένου του Κεφαλαίου Δυτών και του Κεφαλαίου Ανεργίας Ασθενείας Ναυτικών (ΚΑΑΝ).

Ζ. Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.).

α. Κλάδος Υγείας.

αα. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΟΤΕ (Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.).

ββ. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΗΣΑΠ (Τ.Α.Π.Η.Σ.Α.Π.).

γγ. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΗΛΠΑΠ (Τ.Α.Π.ΗΛΠΑΠ).

δδ. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΔΕΗ (Τ.Α.Π.−ΔΕΗ).

εε. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΕΤΒΑ (Τ.Α.Π.ΕΤΒΑ).

στστ. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος (Τ.Α.Π. Ε.Τ.Ε.).

ζζ. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού Τραπεζών Πίστεως, Γενικής και Αμέρικαν Εξπρές (Τ.Α.Α.Π.Τ.Π.Γ.Α.Ε.).

ηη. Τομέας Ασθένειας Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρίας «ΕΘΝΙΚΗ» (Τ.Α.Π.Α.Ε. ΕΘΝΙΚΗ).

θθ. Λογαριασμός Παροχών σε Χρήμα Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω..

Η. Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ).

 

2. Στον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών περιέρχονται και οι εν γένει συνταξιοδοτικές αρμοδιότητες, οι οποίες ασκούνται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου από τη Γενική Διεύθυνση Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 4.

3. Στον ως άνω κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών του Ε.Φ.Κ.Α. περιέρχονται και οι αρμοδιότητες των φορέων, κλάδων, τομέων και λογαριασμών πρόνοιας που δεν εντάσσονται σε αυτόν και αφορούν σε παροχές σε χρήμα. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται το ποσό του πάγιου πόρου του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999 (Α΄ 286), όπως επικαιροποιήθηκε με τα οριζόμενα στο άρθρο 132 του Ν. 3655/2008 (Α΄ 58), καθώς και το ύψος του ποσού κάθε άλλου πόρου υπέρ του ΚΑΠ - ΔΕΗ που διατηρήθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 44 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), το οποίο αποδίδεται στον Ε.Φ.Κ.Α. έναντι των παροχών σε χρήμα του Τμήματος Παροχών Πρόνοιας Ασφαλισμένων του πρώην Κ.Α.Π. - Δ.Ε.Η., τη χορήγηση των οποίων αναλαμβάνει, σύμφωνα με το παρόν ο Ε.Φ.Κ.Α..

Η προσυνταξιοδοτική παροχή στους μέχρι 31.12.1992 ασφαλισμένους του πρώην Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ), καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους, χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του άρθρου 61 περίπτωση β΄ του Ν. 3371/2005 (Α΄ 178) εφόσον έχουν θεμελιώσει έως την έναρξη ισχύος του παρόντος το σχετικό δικαίωμα.

Το άρθρο 30 του παρόντος νόμου εφαρμόζεται αναλογικά και στους μέχρι την 31.12.1992 ασφαλισμένους του ΕΤΑΤ που δεν έχουν θεμελιώσει, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος, δικαίωμα λήψης της προσυνταξιοδοτικής παροχής ως προς τον τρόπο υπολογισμού της επικουρικής τους σύνταξης.

 


 

Άρθρο 54.

Κ.Ε.Α.Ο.

 

1. Από 1.1.2017 στον Ε.Φ.Κ.Α. μεταφέρεται και υπάγεται το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια και με την ίδια οργανωτική δομή και προσωπικό. Το Κ.Ε.Α.Ο. εποπτεύεται από το Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. ή από Υποδιοικητή του μετά από εκχώρηση της αρμοδιότητας αυτής.

2. Το Κ.Ε.Α.Ο. εξακολουθεί να ασκεί τις αρμοδιότητές που προβλέπονται από τη νομοθεσία που το διέπει και λειτουργεί, σύμφωνα με αυτή.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που θα εκδοθεί μέχρι 31.7.2016 καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την ενοποίηση της είσπραξης ασφαλιστικών εισφορών και φορολογικών οφειλών.

 

 


 

Άρθρο 55.

Ασφαλιστέα πρόσωπα.

 

1. Στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. υπάγονται υποχρεωτικά:

α. Οι μέχρι την ένταξη ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, καθώς και οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Δημοσίου και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών, οι οποίοι καθίστανται αντιστοίχως ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ε.Φ.Κ.Α..

β. Όσοι για πρώτη φορά από την κατά τα ανωτέρω ένταξη των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία ή αποκτούν ασφαλιστέα ιδιότητα βάσει των γενικών ή ειδικών ή καταστατικών διατάξεων αυτών, καθώς και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών.

2. Οι ασφαλισμένοι των ανωτέρω εντασσόμενων φορέων, κλάδων, τομέων και λογαριασμών, καθώς και του Δημοσίου, εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας αυτών, όπως ισχύουν, εκτός όσων ειδικά ορίζει με τις διατάξεις του ο παρόν νόμος.

 


 

Άρθρο 56.

Πόροι.

 

1. Πόρους του Ε.Φ.Κ.Α. αποτελούν:

α. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και εργοδοτών, οι πρόσοδοι περιουσίας, η απόδοση των κεφαλαίων και των αποθεματικών, καθώς και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που θεσμοθετείται υπέρ αυτού.

β. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 53 του παρόντος, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και των αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται από διάταξη νόμου.

γ. Η επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 2.

Σημ.: Η ανωτέρω περίπτωση γ΄ ισχύει από 1.1.2017

2. Εισφορές και πάσης φύσεως πόροι που εισπράττονταν από τους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς του άρθρου 53 του παρόντος και αποδίδονταν σε τρίτους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, εξακολουθούν να εισπράττονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και να αποδίδονται από αυτόν στους δικαιούχους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

 


 

Άρθρο 57.

Διοίκηση του Ε.Φ.Κ.Α..

 

1. Όργανα διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α. είναι:

α) ο Διοικητής και

β) το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.).

2. Συνιστάται στον Ε.Φ.Κ.Α. μία (1) θέση Διοικητή.

Ο Διοικητής είναι κάτοχος πτυχίου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής, με εμπειρία και κατάρτιση σε διοικητικά ή οικονομικά θέματα ή σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή κοινωνικής πολιτικής.

Επιλέγεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4369/2016 και είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Διορίζεται με τετραετή θητεία, με δυνατότητα ισόχρονης ανανέωσης άπαξ κατά την ως άνω διαδικασία.

3. Συνιστώνται στον Ε.Φ.Κ.Α. δύο (2) θέσεις Υποδιοικητών, ιδίων προσόντων με το Διοικητή, πλήρους απασχόλησης, οι οποίοι επιλέγονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4369/2016 και διορίζονται για τετραετή θητεία. Με την απόφαση διορισμού ορίζονται οι Υποδιοικητές, ο οποίοι αναπληρώνουν τον Διοικητή ελλείποντα, απόντα ή κωλυόμενο σε όλα τα καθήκοντά του Διοικητή και Προέδρου Δ.Σ., κατά τη σειρά αναπλήρωσης που προβλέπεται σε αυτήν. Κατά τα λοιπά, με απόφαση του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. μεταβιβάζονται στους Υποδιοικητές οι αρμοδιότητες που ασκούνται από αυτούς.

4. Το Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α. είναι ενδεκαμελές (11), συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου του Α.Ν. 1778/1951 (Α΄ 118) και των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 37 του Ν. 2676/1999 (Α΄ 1), και αποτελείται από:

α. Το Διοικητή, ως Πρόεδρο, ο οποίος αναπληρώνεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3.

β. Τους Υποδιοικητές, με τους αναπληρωτές τους.

γ. Δύο (2) εκπροσώπους των ασφαλισμένων που προτείνονται από τις Συμβουλευτικές Επιτροπές του άρθρου 58 του παρόντος, με τους αναπληρωτές τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που θα οριστεί στην υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του άρθρου 58.

δ. Έναν (1) εκπρόσωπο των συνταξιούχων που υποδεικνύεται από κοινού από την Ανώτατη Γενική Συνομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος (Α.Γ.Σ.Ε.Ε.), την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συνταξιούχων ΟΑΕΕ (Π.Ο.Σ.Ο.Α.Ε.Ε.), την Ομοσπονδία Συνταξιούχων Ελλάδος ΙΚΑ και Επικουρικών Ταμείων Μισθωτών και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτικών Συνταξιούχων (Π.Ο.Π.Σ.), με τον αναπληρωτή του.

Σε περίπτωση που δεν υποδειχθεί κοινός εκπρόσωπος, με τον αναπληρωτή του, εντός τριάντα (30) ημερών από τη σχετική έγγραφη πρόσκληση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο Υπουργός επιλέγει μεταξύ των προτεινομένων από τα εν λόγω όργανα συλλογικής εκπροσώπησης συνταξιούχων.

ε. Έναν (1) εκπρόσωπο της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ), με τον αναπληρωτή του,

στ. Έναν (1) εκπρόσωπο των υπαλλήλων του Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος εκλέγεται από τους υπαλλήλους του Ε.Φ.Κ.Α., με τον αναπληρωτή του.

Η επιλογή του εκπροσώπου των υπαλλήλων γίνεται από το σύνολο των υπαλλήλων με καθολική, άμεση και μυστική ψηφοφορία. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι διαδικασίες της ψηφοφορίας, σύμφωνα με το πνεύμα των διατάξεων του Ν. 1264/1982 (Α΄ 79).

Κατά την πρώτη συγκρότηση του Δ.Σ. του Φορέα και μέχρι την εκλογή του εκπρόσωπου των υπαλλήλων του Ταμείου, αυτός προτείνεται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων ΙΚΑ (Π.Ο.Σ.Ε.-Ι.Κ.Α.) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής (Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π.).

ζ. Έναν (1) υπάλληλο προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με τον αναπληρωτή του.

η. Έναν (1) υπάλληλο του Υπουργείου Οικονομικών, προϊστάμενο Τμήματος ή Διεύθυνσης, με τον αναπληρωτή του.

θ. Έναν (1) ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, εξειδικευμένο σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που ορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Απαραίτητο προσόν για τη θέση αυτή αποτελεί η αποδεδειγμένη ακαδημαϊκή ή επαγγελματική εξειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή η ιδιότητα του μέλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με εξειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ., με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τετραετή θητεία.

Το Δ.Σ. έχει νόμιμη σύνθεση ακόμη και χωρίς τη συμμετοχή των μελών της περίπτωσης γ΄, εφόσον αυτοί δεν ορισθούν.

5. Σε περίπτωση λήξης της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αυτή παρατείνεται αυτοδίκαια μέχρι τον ορισμό νέων μελών, όχι όμως περισσότερο από ένα τρίμηνο από τη λήξη της.

6. Ως εισηγητής χωρίς δικαίωμα ψήφου παρίσταται ο αρμόδιος Προϊστάμενος Γενικής Διεύθυνσης και ο αρμόδιος Προϊστάμενος Διεύθυνσης, ανάλογα με τη φύση του συζητούμενου θέματος ή ο αρμόδιος Προϊστάμενος Τμήματος σε περίπτωση που ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται ο αρμόδιος Προϊστάμενος Διεύθυνσης.

Στις συνεδριάσεις του Δ.Σ., χωρίς δικαίωμα ψήφου και ανάλογα με το θέμα που εισάγεται προς συζήτηση, παρίσταται ο Πρόεδρος της αντίστοιχης Συμβουλευτικής Επιτροπής, στην οποία εκπροσωπείται ο οικείος κοινωνικός χώρος.

Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται κατ’ ανώτατο αριθμό δύο (2) υπάλληλοι του ΕΦΚΑ, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι εκτελούν χρέη γραμματέα του ΔΣ..

7. Μέλος του Δ.Σ., το οποίο απουσιάζει επί πέντε (5) συνεχείς συνεδριάσεις χωρίς σοβαρό λόγο, κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, αντικαθίσταται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από πρόταση του Διοικητικού Συμβουλίου.

8. Δεν διορίζεται ούτε μπορεί να αποτελεί μέλος του Δ.Σ.:

α. Ο μη συμπληρώσας το 25ο έτος της ηλικίας του.

β. Ο ανίκανος να αναλάβει ή να διατηρεί Δημόσιο λειτούργημα.

γ. Ο διατελών σε υπηρεσιακή σχέση με τον Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Ο διατελών βουλευτής.

ε. Ο τελών σε οποιαδήποτε σημαντική συναλλακτική σχέση με τον Ε.Φ.Κ.Α..

στ. Ο μη έχων ή ο οριστικώς απωλέσας την ιδιότητα, για την οποία διορίσθηκε.

ζ. Ο καθυστερών εισφορές προς τον Ε.Φ.Κ.Α..

Οι ανωτέρω περιπτώσεις αποτελούν λόγους έκπτωσης των μελών του Δ.Σ. από το αξίωμά τους.

Επιπλέον, λόγους έκπτωσης αποτελούν και οι αναφερόμενοι στις περιπτώσεις α΄ έως δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 4369/2016.

Η έκπτωση επέρχεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

9. Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη.

Κατ’ εξαίρεση δύνανται να συζητηθούν θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη, εφόσον είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτησή τους, πλην των περιπτώσεων, κατά τις οποίες τα παριστάμενα μέλη αναγνωρίσουν ότι πρόκειται περί επείγουσας ανάγκης και συμφωνούν για τη συζήτησή τους.

10. Οι αποφάσεις του Δ.Σ. δεν εκτελούνται πριν από την επικύρωση των πρακτικών, πλην των περιπτώσεων, κατά τις οποίες το Δ.Σ. αποφασίζει την άμεση επικύρωσή τους.

11. Το Δ.Σ. συγκαλείται και συνεδριάζει στην έδρα του Ε.Φ.Κ.Α., κατόπιν πρόσκλησης του Προέδρου, τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα, ή κατόπιν έγγραφης αίτησης τριών τουλάχιστον μελών αυτού. Συνεδριάζει σε απαρτία με την παρουσία τουλάχιστον έξι (6) μελών.

Το Συμβούλιο αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.

Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η γνώμη του Προέδρου.

Σε περίπτωση έλλειψης για οποιαδήποτε αιτία μέχρι πέντε (5) μελών του Δ.Σ. δύναται αυτό να συνεδριάζει και λαμβάνει εγκύρως αποφάσεις, όχι όμως για διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών από την έλλειψη του πέμπτου μέλους.

12. Το Δ.Σ. εγκύρως συνεδριάζει εκτός της έδρας του σε άλλο τόπο, εφόσον στη συνεδρίαση αυτή παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται όλα τα μέλη του ή οι αναπληρωτές τους και εφόσον συμφωνούν στην πραγματοποίηση της συνεδρίασης.

13. Το Δ.Σ. μπορεί να συνεδριάζει και με χρήση ηλεκτρονικών μέσων (τηλεδιάσκεψη).

Στην περίπτωση αυτή η πρόσκληση προς τα μέλη του Δ.Σ. περιλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη συμμετοχή αυτών στη συνεδρίαση.

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να ορίζονται ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές ασφάλειας για την εγκυρότητα της συνεδρίασης.

14. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται οι αποδοχές του Διοικητή και των Υποδιοικητών. Με όμοια απόφαση καθορίζεται και η μηνιαία αποζημίωση των προσώπων που συμμετέχουν στο Δ.Σ..

 


 

Άρθρο 58.

Συμβουλευτικές Επιτροπές.

 

1. Στον Ε.Φ.Κ.Α. συνιστώνται και λειτουργούν Συμβουλευτικές Επιτροπές, στις οποίες εκπροσωπούνται οι συνδικαλιστικές και εργοδοτικές οργανώσεις και επιστημονικοί φορείς, όπου αυτά υφίστανται, του οικείου κοινωνικού χώρου, ως εξής:

α. Συμβουλευτική Επιτροπή μισθωτών ιδιωτικού τομέα.

β. Συμβουλευτική Επιτροπή μισθωτών δημοσίου τομέα.

γ. Συμβουλευτική Επιτροπή στρατιωτικών και σωμάτων ασφαλείας.

δ. Συμβουλευτική Επιτροπή Ναυτικών.

ε. Συμβουλευτική Επιτροπή Δημοσιογράφων και εργαζομένων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

στ. Συμβουλευτική Επιτροπή Επιστημόνων.

ζ. Συμβουλευτική Επιτροπή Ελευθέρων Επαγγελματιών.

η. Συμβουλευτική Επιτροπή Αγροτών.

2. Οι Συμβουλευτικές Επιτροπές του παρόντος άρθρου επικουρούν το Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α. στο έργο του, και έχουν ενδεικτικά τις εξής αρμοδιότητες:

α. Τη συνδρομή προς το Δ.Σ. για τον καθορισμό της δράσης και τη χάραξη των γενικών κατευθύνσεων λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α..

β. Την εισήγηση και την υποβολή προτάσεων στο Δ.Σ. για όλα τα θέματα που αφορούν στη διαχείριση της περιουσίας του Ε.Φ.Κ.Α. και για κάθε θέμα που αφορά τα έσοδα και τις παροχές του Φορέα.

γ. Την επεξεργασία και την εισήγηση προτάσεων προς το Δ.Σ. για την τροποποίηση των διατάξεων του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Την ανάδειξη εκπροσώπων των ασφαλισμένων στο Δ.Σ του Ε.Φ.Κ.Α..

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται η συγκρότηση, η σύνθεση, οι αρμοδιότητες των εν λόγω Επιτροπών, η διαδικασία ανάδειξης των δύο (2) εκπροσώπων των ασφαλισμένων στο Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.

 


 

Άρθρο 59.

Αρμοδιότητες Διοικητή.

 

1. Ο Διοικητής έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α. Συγκαλεί το Δ.Σ., καθορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και διευθύνει τις συνεδριάσεις.

β. Ασκεί τη διοίκηση του Ε.Φ.Κ.Α. αποφασίζει για τα ζητήματα οργάνωσης και διαχείρισής του, διασφαλίζει και φέρει την ευθύνη για την αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία του Φορέα και την επίτευξη του σκοπού του.

γ. Μεριμνά για την εφαρμογή του συνόλου της νομοθεσίας που διέπει τον Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Ασκεί την εποπτεία του Κ.Ε.Α.Ο..

ε. Εισηγείται προς το Διοικητικό Συμβούλιο τα ζητήματα που απαιτούν νομοθετική ρύθμιση για τη βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και την τροποποίηση διατάξεων που αφορούν τον Ε.Φ.Κ.Α..

στ. Εκπροσωπεί τον Ε.Φ.Κ.Α. δικαστικώς και εξωδίκως. Με απόφασή του μπορεί να αναθέτει την αρμοδιότητα εξώδικης εκπροσώπησης του Φορέα σε μέλος του Δ.Σ. ή δικηγόρο ή σε προϊστάμενο Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης του Φορέα.

ζ. Αναθέτει, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, μετά από σχετική απόφαση του Δ.Σ. και έγκριση του αρμόδιου Υπουργού σε τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ομάδες εργασίας, την εκπόνηση μελετών, την εκτέλεση έργων και την παροχή υπηρεσιών για την αντιμετώπιση θεμάτων του Ε.Φ.Κ.Α..

η. Υπογράφει κατόπιν εξουσιοδότησης του Δ.Σ. συμβάσεις που συνάπτει ο Ε.Φ.Κ.Α., όπως και άλλου περιεχομένου έγγραφα.

2. Ο Διοικητής μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει στους Υποδιοικητές ή σε Προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. αρμοδιότητές του ή το δικαίωμα να υπογράφουν κατά περίπτωση «με εντολή Διοικητή».

 


 

Άρθρο 60.

Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου.

 

1. Το Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α. έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Καθορίζει την πολιτική δράσης του Ε.Φ.Κ.Α. προς εκπλήρωση των σκοπών του.

β. Εισηγείται προς το εποπτεύον Υπουργείο τα αναγκαία νομοθετικά μέτρα για την επίτευξη των σκοπών του Ε.Φ.Κ.Α., τη βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας του, καθώς και την υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών είσπραξης εσόδων και διαχείρισης εξόδων του Φορέα.

γ. Εγκρίνει τον προϋπολογισμό, απολογισμό και ισολογισμό κάθε οικονομικού έτους, καθώς και τις απαιτούμενες τροποποιήσεις του προϋπολογισμού που απαιτούνται κατά την εκτέλεσή του.

δ. Διαχειρίζεται την περιουσία του Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις.

ε. Μεριμνά για την είσπραξη των πόρων του Ε.Φ.Κ.Α.. στ. Αποφασίζει για την εκτέλεση έργων, την εκπόνηση μελετών, την παροχή υπηρεσιών από τρίτους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ομάδες εργασίας και εξουσιοδοτεί τον Διοικητή για την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων και αποφάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

ζ. Αποφασίζει για τη δικαστική ή εξώδικη επιδίωξη αξιώσεων του Ε.Φ.Κ.Α. ή υπεράσπιση των συμφερόντων αυτού.

η. Εγκρίνει τη δαπάνη για την προμήθεια προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και τη δαπάνη για τη σύναψη συμβάσεων εκτέλεσης έργου.

θ. Αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά την εκτέλεση συμβάσεων προμηθειών και μισθώσεων ή την παράταση της ισχύος αυτών, τη χορήγηση προκαταβολών σε προμηθευτές, εφόσον προβλέπεται από τη σύμβαση, την κήρυξη προμηθευτών έκπτωτων και την κατάπτωση ή μη συμβατικών ρητρών, ως και την καταγγελία των σχετικών συμβάσεων.

ι. Αποφασίζει για την κατανομή των θέσεων προσωπικού ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα σε οργανικές μονάδες, μετά από εισήγηση των προϊσταμένων Γενικής Διεύθυνσης ή Διεύθυνσης, με βάση την αποστολή κάθε οργανικής μονάδας και τις ανάγκες της υπηρεσίας.

ια. Αποφασίζει για τη συμμετοχή του προσωπικού σε προγράμματα εκπαίδευσης, ενημέρωσης ή επιμόρφωσης.

ιβ. Μεριμνά και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση του μητρώου ασφαλισμένων, εργοδοτών και συνταξιούχων του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και την τήρηση των ατομικών μερίδων των ασφαλισμένων.

ιγ. Εγκρίνει, μετά από εισήγηση του Διοικητή, τη διάθεση χρηματικών ποσών από τα έσοδα του Ε.Φ.Κ.Α. για δαπάνες που γίνονται για συγκεντρώσεις, σεμινάρια κ.λπ. που εξυπηρετούν υπηρεσιακές ανάγκες, καθώς και για δαπάνες που γίνονται για τη φιλοξενία ξένων αποστολών που έχουν σαν σκοπό την ανταλλαγή απόψεων στα πλαίσια διμερών ή πολυμερών συμβάσεων ή στο προπαρασκευαστικό στάδιο της υπογραφής συμβάσεων αυτής της μορφής.

ιδ. Μεριμνά και αποφασίζει για την περαίωση των εκκρεμών υποθέσεων των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α., φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.

2. Το Δ.Σ. μπορεί με απόφασή του να μεταβιβάζει στον Διοικητή ή στα μέλη αυτού ή σε Προϊσταμένους των οργανικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. ορισμένες αρμοδιότητές του, πλην των περιπτώσεων α΄ και γ΄ της παραγράφου 1, ή το δικαίωμα να υπογράφουν κατά περίπτωση «με εντολή Δ.Σ.».

 


 

Άρθρο 61.

Προσωπικό γραφείων Διοικητή και Υποδιοικητών.

 

1. Συνιστώνται στο γραφείο του Διοικητή και των Υποδιοικητών του Ε.Φ.Κ.Α. θέσεις ειδικών συμβούλων συνεργατών με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για κάθε γραφείο ως εξής:

α. τέσσερις (4) θέσεις στο γραφείο του Διοικητή και

β. τρεις (3) θέσεις για κάθε γραφείο Υποδιοικητή.

2. Για τα προσόντα, την πρόσληψη στις θέσεις αυτές,την αποχώρηση και την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού αυτού εφαρμόζονται αναλόγως οι ισχύουσες διατάξεις περί των πολιτικών γραφείων των μελών της Κυβέρνησης.

3. Η πλήρωση των παραπάνω θέσεων μπορεί να γίνει και με απόσπαση υπαλλήλου του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 1 του Ν. 1256/1982 (Α΄65), όπως ισχύει, κατ’ εφαρμογή αναλόγως της παρ. 9 του άρθρου 30 του Ν. 1558/1985 (Α΄ 137).

 


 

Άρθρο 62.

Διοικητική Οργάνωση.

 

1. Μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του ο Ε.Φ.Κ.Α. διαρθρώνεται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:

α. Τμήμα Γραμματείας Διοικητή.

β. Τμήμα Γραμματείας Υποδιοικητών.

γ. Διεύθυνση Ειδικού Προγράμματος.

δ. Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου και Ελέγχου Εσωτερικών Υποθέσεων.

ε. Γενική Διεύθυνση Εισφορών και Ελέγχων.

στ. Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης.

ζ. Γενική Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων.

η. Γενική Διεύθυνση Καταβολής Παροχών Υγείας.

θ. Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Ανάπτυξης.

ι. Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών.

ια. Γενική Διεύθυνση Εξυπηρέτησης Ασφαλισμένων και Εργοδοτών.

2. Σε όλες τις οργανικές μονάδες της παραγράφου 1, πλην των οργανικών μονάδων των περιπτώσεων α΄, β΄και γ΄, λειτουργούν Τμήματα Διοικητικής Μέριμνας.

3. Επίσης στον Ε.Φ.Κ.Α. λειτουργούν:

Α) Γραφείο Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Β) Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. το οποίο λειτουργεί, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες περί ΝΣΚ διατάξεις, με το υφιστάμενο, κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στα Γραφεία Νομικού Συμβούλου των εντασσομένων στον Ε.Φ.Κ.Α. Φορέων, Κλάδων, Τομέων, Λογαριασμών, κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, στο οποίο προστίθενται ένας (1) Αντιπρόεδρος του ΝΣΚ δύο (2) Νομικοί Σύμβουλοι του Κράτους, τέσσερις (4) Πάρεδροι ΝΣΚ και οκτώ (8) Δικαστικοί Πληρεξούσιοι ΝΣΚ, κατ’ αντίστοιχη αύξηση των οργανικών θέσεων Αντιπροέδρων ΝΣΚ, Νομικών Συμβούλων του Κράτους, Παρέδρων και Δικαστικών Πληρεξουσίων του ΝΣΚ. Προϊστάμενος του Γραφείου τούτου ορίζεται Αντιπρόεδρος του ΝΣΚ, με Αναπληρωτή του Αντιπρόεδρο ή Νομικό Σύμβουλο του ΝΣΚ.

Στην αρμοδιότητα του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. ανήκει η νομική υπεράσπιση των συμφερόντων του Ε.Φ.Κ.Α. ενώπιον κάθε Δικαστηρίου και Αρχής, ιδίως δε:

α) Η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Ε.Φ.Κ.Α. στις δικαστικές υποθέσεις που δεν έχουν ανατεθεί στα Τμήματα της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων, κατά τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους, και ιδίως οι υποθέσεις που αφορούν στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α., κατά την παράγραφο 1 περιπτώσεις Α΄ και Ε΄ του άρθρου 53 Κλάδους, Τομείς και Λογαριασμούς των Φορέων, Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ. και Ο.Γ.Α., στην ασφάλιση και συνταξιοδότηση δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών του άρθρου 4 και της παραγράφου 2 του άρθρου 53 του παρόντος, καθώς και στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (Κ.Ε.Α.Ο.).

β) Η έκδοση γνωμοδοτήσεων σε ερωτήματα της Διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες περί ΝΣΚ διατάξεις.

γ) Η αναγνώριση απαιτήσεων, ο δικαστικός και εξώδικος συμβιβασμός του Ε.Φ.Κ.Α. μέχρι του ποσού των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και η γνωμοδότηση για την υπαγωγή διαφορών σε διαιτησία, όπου τούτο επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις.

δ) Η νομική υποστήριξη του Ε.Φ.Κ.Α. κατά την κατάρτιση συμβάσεων.

ε) Η νομοτεχνική υποστήριξη της Διοίκησης κατά την κατάρτιση σχεδίων νόμων και κανονιστικών πράξεων που αφορούν τον Ε.Φ.Κ.Α..

Στο πιο πάνω Γραφείο λειτουργεί Τριμελής Επιτροπή κατά τις διατάξεις περί ΝΣΚ, ενώπιον της οποίας εισάγονται εισηγήσεις επί όλων των υποθέσεων του Ε.Φ.Κ.Α.. Εφόσον την υπόθεση χειρίζεται δικηγόρος συντάσσεται έγγραφη προεισήγηση από αυτόν.

Ο δικηγόρος αυτός, δύναται, εάν συντρέχει σημαντικός, κατά την κρίση του Προεδρεύοντος της Τριμελούς Επιτροπής, λόγος, να παρίσταται χωρίς δικαίωμα ψήφου και να αναπτύσσει την προεισήγησή του.

Γ) Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων (Δ.Ν.Υ.), υπαγόμενη απευθείας στον Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., υπό την εποπτεία του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. και προϊστάμενο τον εκάστοτε προϊστάμενο αυτού. Στη Διεύθυνση υπάγονται οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που μεταφέρονται στον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 71 του παρόντος και τοποθετούνται ή ανακατανέμονται στα Τμήματα στα οποία διαρθρώνεται η Δ.Ν.Υ. με πράξη του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προηγούμενης εμπειρίας τους.

Η Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων διαρθρώνεται ως εξής:

1. Τμήμα Α΄ με αρμοδιότητα τη νομική υποστήριξη των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων που αφορούν στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. κατά την παράγραφο 1 περιπτώσεις Α΄ και Ε΄ του άρθρου 53, Κλάδους, Τομείς, και Λογαριασμούς των Φορέων, Ι.Κ.Α. Ε.Τ.Α.Μ. και Ο.Γ.Α. στην ασφάλιση και συνταξιοδότηση δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών του άρθρου 4 και της παραγράφου 2 του άρθρου 53, καθώς και στο κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Εισφορών (Κ.Ε.Α.Ο.). Η αρμοδιότητα αυτή ασκείται από τους παραπάνω δικηγόρους και από το κύριο προσωπικό του Ν.Σ.Κ. που υπηρετεί στο γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., μετά από ανάθεση από τον Προϊστάμενο του Γραφείου αυτού.

2. Τμήμα Β΄ με αρμοδιότητα τη νομική υποστήριξη των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων που αφορούν στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α., κατά την παράγραφο 1, περίπτωση Δ΄ του άρθρου 53 του παρόντος, Κλάδους, Τομείς και Λογαριασμούς του Ο.Α.Ε.Ε..

3. Τμήμα Γ΄ με αρμοδιότητα τη νομική υποστήριξη των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων που αφορούν στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. κατά την παράγραφο 1 περίπτωση Γ΄ του άρθρου 53 του παρόντος, Κλάδους, Τομείς και Λογαριασμούς του Ε.Τ.Α.Α..

4. Τμήμα Δ΄ με αρμοδιότητα τη νομική υποστήριξη των δικαστικών και εξώδικων υποθέσεων που αφορούν στο, εντασσόμενο, κατά την παράγραφο 1, περίπτωση ΣΤ΄ του άρθρου 53, στον Ε.Φ.Κ.Α., Ν.Α.Τ., συμπεριλαμβανομένου του Κεφαλαίου Δυτών αυτού, και του Κεφαλαίου ΑνεργίαςΑσθένειας Ναυτικών (ΚΑΑΝ), στους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α., κατά την παράγραφο 1, περιπτώσεις Β΄ και Ζ΄ του άρθρου 53, Κλάδους, Τομείς και Λογαριασμούς των Φορέων Ε.Τ.Α.Π. Μ.Μ.Ε. και Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω., καθώς και στον εντασσόμενο στον Ε.Φ.Κ.Α., κατά την παράγραφο 1 περίπτωση Η΄ του άρθρου 53, Ε.Τ.Α.Τ..

5. Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης με τις εξής αρμοδιότητες:

α. Γραμματειακή υποστήριξη του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου και της Διεύθυνσης Νομικών Υποθέσεων.

β. Παραλαβή επιδοθέντων δικογράφων.

γ. Τήρηση πρωτοκόλλου επιδοθέντων δικογράφων και εισερχομένων εγγράφων.

δ. Έλεγχο των δικογράφων και εισερχομένων εγγράφων και ενημέρωση για την πορεία των υποθέσεων, επιμέλεια για τη χρέωση των νέων δικογράφων και δημιουργία νέων δικογραφιών.

ε. Διαχείριση των κατασχέσεων εις χείρας του Ε.Φ.Κ.Α. ως τρίτου.

στ. Διαχείριση των υποβαλλομένων ερωτημάτων και των εκδιδομένων γνωμοδοτήσεων.

ζ. Διαχείριση των πρακτικών ή πράξεων της Τριμελούς Επιτροπής του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., του Επιστημονικού Συμβουλίου και των υποβαλλομένων από τους δικηγόρους του Ε.Φ.Κ.Α. προεισηγήσεων.

η. Έκδοση εξουσιοδοτήσεων για την παράσταση δικηγόρων του Ε.Φ.Κ.Α. στα ποινικά Δικαστήρια, έκδοση αποφάσεων για πρόσληψη συνεργαζομένων δικηγόρων κατά περίπτωση με το Γραφείο Νομικού Συμβούλου ή τα Υποκαταστήματα του Ε.Φ.Κ.Α..

θ. Διακίνηση της αλληλογραφίας, τήρηση αρχείων και αναπαραγωγή των εγγράφων και δικογράφων του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α..

ι. Διαχειριστική υποστήριξη σε θέματα οικονομικά, προσωπικού, υλικού και Η/Υ.

ια. Τήρηση στατιστικών στοιχείων.

ιβ. Συγκέντρωση στοιχείων από τις μονάδες του Ε.Φ.Κ.Α. για την υποστήριξη των σχετικών υποθέσεων ενώπιον των Δικαστηρίων και κάθε Αρχής.

Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ της Δ.Ν.Υ. μπορεί να ανακατανέμονται ή να καταργούνται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α..

Του Τμήματος Α΄ προΐσταται ένας εκ των υπηρετούντων στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., Νομικός Σύμβουλος του Κράτους, ο οποίος ορίζεται από τον Προϊστάμενο του Γραφείου αυτού και στον οποίο δύναται να εκχωρηθεί η αρμοδιότητα ανάθεσης των υποθέσεων στους δικηγόρους του Τμήματος Α΄. Των Τμημάτων Β΄, Γ΄ και Δ΄ της ίδιας Διεύθυνσης προΐστανται οι ήδη υπηρετούντες Προϊστάμενοι των Δ.Ν.Υ. ή Νομικοί Σύμβουλοι των εντασσόμενων Φορέων, άλλως και σε περίπτωση μη ύπαρξης αυτών οι αρχαιότεροι στον Άρειο Πάγο έμμισθοι δικηγόροι των αντίστοιχων Φορέων που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., οι οποίοι αναθέτουν τις υποθέσεις στους λοιπούς δικηγόρους.

Του Τμήματος Διοικητικής Υποστήριξης προΐσταται υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού του Ε.Φ.Κ.Α., κατά προτίμηση κάτοχος πτυχίου Νομικής Σχολής.

Δ) Μέχρι να ολοκληρωθεί η εκδίκαση σε οποιονδήποτε βαθμό των εκκρεμών ενώπιον παντός Δικαστηρίου δικαστικών υποθέσεων των εντασσομένων στον Ε.Φ.Κ.Α. Φορέων, Κλάδων, Τομέων, Λογαριασμών, Κεφαλαίων και λοιπών, αυτές διεκπεραιώνονται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Ν.Σ.Κ., καθώς και από τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή ή κατά περίπτωση, στους οποίους έχουν ανατεθεί.

Οι δικηγόροι αυτοί παρίστανται από 1.1.2017 και συνεχίζουν χωρίς διακοπή τις σχετικές δίκες για λογαριασμό πλέον του Ε.Φ.Κ.Α. ασκώντας όλες τις διαδικαστικές ενέργειες, πράξεις και ένδικα μέσα και βοηθήματα επ’ ονόματι του Φορέα αυτού.

Ε) Με απόφαση του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Προϊσταμένου του Γραφείου του Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., μπορεί να απασχολούνται δικηγόροι, στους οποίους ανατίθεται κατά περίπτωση ο χειρισμός δικαστικών και εξωδίκων υποθέσεων του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. και των Τοπικών Υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά.

Ο αριθμός των δικηγόρων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό που ορίζεται με απόφαση του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. που εκδίδεται μέχρι 31 Μαρτίου κάθε έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ε.Φ.Κ.Α..

Μέχρι την έκδοση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου συνεχίζεται η ανάθεση υποθέσεων του Ε.Φ.Κ.Α. στους υφιστάμενους κατά περίπτωση δικηγόρους των εντασσομένων Φορέων.

ΣΤ) Στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και στη Διεύθυνση Νομικών Υποθέσεων μπορεί να ασκούνται υποψήφιοι δικηγόροι κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.

Οι ασκούμενοι δικηγόροι στις νομικές διευθύνσεις των εντασσομένων Φορέων συνεχίζουν την άσκησή τους στον Ε.Φ.Κ.Α. από την έναρξη της λειτουργίας αυτού.

Ζ) Συνιστάται στον Ε.Φ.Κ.Α. Επιστημονικό Συμβούλιο, το οποίο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και απαρτίζεται από τον προϊστάμενο του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του Ε.Φ.Κ.Α. ως Πρόεδρο με αναπληρωτή του τον αρχαιότερο Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Γραφείο, και μέλη του δύο (2) εκ των υπηρετούντων σε αυτό Νομικών Συμβούλων του Κράτους ή Παρέδρων, με αναπληρωτές τους, Νομικούς Συμβούλους ή Παρέδρους του Γραφείου, καθώς επίσης και τους Προϊσταμένους των Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ Τμημάτων της Δ.Ν.Υ., με αναπληρωτές, του μεν προϊσταμένου του Α΄ Τμήματος, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους ή Πάρεδρο του πιο πάνω Γραφείου, των δε Προϊσταμένων των λοιπών Τμημάτων, έμμισθο παρ’ Αρείω Πάγω ή παρ’ Εφέταις δικηγόρο τούτων.

Αρμοδιότητα του Επιστημονικού Συμβουλίου είναι η παροχή οδηγιών για την τηρητέα πορεία επί κάθε δικαστικής ή εξώδικης υπόθεσης αρμοδιότητας των Τμημάτων της Δ.Ν.Υ., που παραπέμπεται σε αυτό από τον Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. λόγω εξαιρετικής σημασίας.

Στο Επιστημονικό Συμβούλιο είναι δυνατόν να καλούνται από τον Πρόεδρό του να συμμετέχουν χωρίς ψήφο, μέλη του Ν.Σ.Κ. που υπηρετούν στο Γραφείο Νομικού Συμβούλου και δικηγόροι του Ε.Φ.Κ.Α. με έμμισθη εντολή που διαθέτουν εμπειρία και εξειδίκευση στο υπό συζήτηση θέμα.

Με την απόφαση συγκρότησης του Επιστημονικού Συμβουλίου ορίζεται και η γραμματέας αυτού.

Η) Οι λειτουργοί του ΝΣΚ, καθώς και οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπηρετούν στο Γραφείο ΝΣΚ και στην ΔΝΥ του Ε.Φ.Κ.Α. αντίστοιχα, έχουν, με μόνη την ιδιότητά τους αυτή, και χωρίς τη χρήση άλλου αποδεικτικού στοιχείου την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο για την παράσταση και υπεράσπιση του Ε.Φ.Κ.Α. ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών και ενεργούν όλες τις διαδικαστικές πράξεις, ασκούν όλα τα ένδικα μέσα και βοηθήματα και γενικά προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενδεικνυόμενη νόμιμη ενέργεια μέχρι την αμετάκλητη περαίωση των υποθέσεων που τους έχουν ανατεθεί.

Θ) Ο Ε.Φ.Κ.Α. έχει τα ουσιαστικά, δικονομικά και οικονομικά προνόμια του Δημοσίου, απαλλάσσεται δε από κάθε τέλος, φόρο, παράβολο και κράτηση για την παράστασή του και εκπροσώπησή του ενώπιον παντός Δικαστηρίου και Αρχής, καθώς και για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος και μέσου ή άλλης διαδικαστικής πράξης ενώπιον τούτων.

 


 

Άρθρο 63.

Τμήμα Γραμματείας Διοικητή.

 

Το Τμήμα Γραμματείας του Διοικητή, το οποίο επικουρεί αυτόν στο έργο του, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α. Την επιμέλεια της αλληλογραφίας, έντυπης και ηλεκτρονικής, και την τήρηση του πρωτοκόλλου και αρχείου του Διοικητή.

β. Την οργάνωση της επικοινωνίας του με τις υπηρεσιακές μονάδες του Ε.Φ.Κ.Α., το προσωπικό και τους συλλόγους του, τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και το κοινό γενικά.

γ. Το συντονισμό για το χειρισμό από τις αρμόδιες κατά περίπτωση υπηρεσίες κάθε θέματος που αφορά τον κοινοβουλευτικό έλεγχο ή τον έλεγχο από τις ανεξάρτητες αρχές.

δ. Τη μέριμνα για τη σωστή εκπλήρωση των εθιμοτυπικών του υποχρεώσεων.

ε. Τη συγκέντρωση των αναγκαίων στοιχείων για την ενημέρωσή του κατά την εν γένει εκπλήρωση των καθηκόντων του.

στ. Τη γραμματειακή υποστήριξη του Δ.Σ. του Ε.Φ.Κ.Α. και την τήρηση των πρακτικών του.

ζ. Την επιμέλεια για την προμήθεια και διαχείριση υλικών.

 


 

Άρθρο 64.

Τμήμα Γραμματείας Υποδιοικητών.

 

Το Τμήμα Γραμματείας Υποδιοικητών επικουρεί τους Υποδιοικητές στην άσκηση των καθηκόντων τους, έχει την επιμέλεια της αλληλογραφίας τους και της τήρησης των σχετικών αρχείων και στοιχείων, οργανώνει την επικοινωνία τους με τις υπηρεσίες, το προσωπικό και τους συλλόγους του, τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και το κοινό γενικά.

 


 

Άρθρο 65.

Διεύθυνση Ειδικού Προγράμματος.

 

1. Η Διεύθυνση Ειδικού Προγράμματος διαρθρώνεται από τα ακόλουθα τμήματα:

α. Τμήμα Διαχείρισης Ενοποίησης Μητρώων Ασφαλισμένων.

β. Τμήμα Ψηφιοποίησης Ασφαλιστικού Ιστορικού των Ασφαλισμένων.

2. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Ειδικού Προγράμματος κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Διαχείρισης Ενοποίησης Μητρώων Ασφαλισμένων.

αα. Η δημιουργία και ο καθορισμός της μορφής του ενιαίου μητρώου ασφαλισμένων στον Ε.Φ.Κ.Α., που θα περιλαμβάνουν αντίστοιχα τους ασφαλισμένους στο Δημόσιο Τομέα και στους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς.

ββ. Ο προσδιορισμός και η αναλυτική καταγραφή των τεχνικών προδιαγραφών για τη μεταφορά όλων των ασφαλισμένων, με το ιστορικό ασφάλισής τους και τα λοιπά δεδομένα στο ενιαίο μητρώο του Ε.Φ.Κ.Α..

γγ. Η προετοιμασία και η μορφοποίηση των δεδομένων των ασφαλισμένων στη μορφή που απαιτείται από το κάθε ασφαλιστικό ταμείο και το δημόσιο για τη μεταφορά στον Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η μεταφορά των μορφοποιημένων δεδομένων των ασφαλισμένων και η ενοποίησή τους στο ενιαίο μητρώο του Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Ο προσδιορισμός και η καταγραφή της διαδικασίας ενημέρωσης του ενιαίου μητρώου του Ε.Φ.Κ.Α. για τους νέους ασφαλισμένους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα από άλλα συστήματα πληροφορικής όπως λ.χ. το ΕΡΓΑΝΗ.

στστ. Ο προσδιορισμός και η καταγραφή της διαδικασίας ενημέρωσης του ενιαίου μητρώου του Ε.Φ.Κ.Α. για τους νέους ασφαλισμένους μισθωτούς του δημόσιου τομέα.

ζζ. Ο προσδιορισμός και η καταγραφή της διαδικασίας καταχώρισης στο ενιαίο μητρώο του Ε.Φ.Κ.Α. για τους μη μισθωτούς νέους ασφαλισμένους.

ηη. Η μεταφορά του μητρώου εργοδοτών από το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. στον Ε.Φ.Κ.Α..

θθ. Ο προσδιορισμός, η καταγραφή και η υλοποίηση των διαδικασιών επαλήθευσης, πιστοποίησης και ελέγχου της πληρότητας, της ακεραιότητας και της ορθότητας των δεδομένων του ενιαίου μητρώου του Ε.Φ.Κ.Α..

ιι. Η δημιουργία αναφορών με στατιστικά δεδομένα, καθώς και η τακτική και έκτακτη αξιολόγηση της πορείας και της διαδικασίας δημιουργίας του ενιαίου μητρώου του Ε.Φ.Κ.Α..

κκ. Ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη, η τροποποίηση και η επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για τη δημιουργία του ενιαίου μητρώου του Ε.Φ.Κ.Α., την υλοποίηση της διαδικασίας μεταφοράς δεδομένων, την ενημέρωση με τα δεδομένα των νέων ασφαλισμένων και τους ελέγχους των δεδομένων.

β. Τμήμα Ψηφιοποίησης Ασφαλιστικού Ιστορικού των Ασφαλισμένων.

αα. Η μεταφορά, η καταχώριση και η ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού ιστορικού στον Ε.Φ.Κ.Α. όλων των ασφαλισμένων του Δημοσίου και των εντασσομένων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.

ββ. Ο προσδιορισμός και η αναλυτική καταγραφή των τεχνικών προδιαγραφών για την αξιοποίηση του ασφαλιστικού ιστορικού από το σύστημα AΤΛΑΣ της ΗΔΙΚΑ, καθώς και από τα συστήματα των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. ασφαλιστικών φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.

γγ. Η προετοιμασία, η μορφοποίηση και η αξιοποίηση των δεδομένων του ασφαλιστικού ιστορικού από το σύστημα ATΛΑΣ της ΗΔΙΚΑ.

δδ. Η προετοιμασία, η μορφοποίηση και η μεταφορά των δεδομένων του ασφαλιστικού ιστορικού που βρίσκεται στους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς σε ηλεκτρονική μορφή στον Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Ο προσδιορισμός και η καταγραφή της διαδικασίας καταχώρισης του ασφαλιστικού ιστορικού των ασφαλισμένων που βρίσκεται σε φυσική μορφή στους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς.

στστ. Η καταχώριση του ασφαλιστικού ιστορικού των ασφαλισμένων, το οποίο βρίσκεται σε φυσική μορφή στους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, σύμφωνα με τη διαδικασία καταχώρισης.

ζζ. Ο προσδιορισμός, η καταγραφή και η υλοποίηση των διαδικασιών επαλήθευσης, πιστοποίησης και ελέγχου της πληρότητας, της ακεραιότητας, και της ορθότητας των δεδομένων του ασφαλιστικού βίου του Ε.Φ.Κ.Α..

ηη. Ο προσδιορισμός, η καταγραφή και η υλοποίηση της διαδικασίας συμπλήρωσης των κενών και διόρθωσης πιθανών σφαλμάτων με αυτόματο ή μη τρόπο ή/ και με τη συμμετοχή των ασφαλισμένων.

θθ. Η δημιουργία αναφορών με στατιστικά δεδομένα, καθώς και η τακτική και έκτακτη αξιολόγηση της πορείας και της διαδικασίας ψηφιοποίησης του ασφαλιστικού ιστορικού.

ιι. Ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη, η τροποποίηση και η επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής, όπου απαιτείται για την ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού ιστορικού στο ενιαίο μητρώο του Ε.Φ.Κ.Α., για την υλοποίηση της διαδικασίας μεταφοράς δεδομένων και τους ελέγχους αυτών.

 


 

Άρθρο 66.

Διεύθυνση Εσωτερικού Ελέγχου και Ελέγχου Εσωτερικών Υποθέσεων.

 

Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Εσωτερικού Ελέγχου και Ελέγχου Εσωτερικών Υποθέσεων είναι οι ακόλουθες:

α. Ο εσωτερικός Έλεγχος.

β. Ο έλεγχος εσωτερικών υποθέσεων.

 


 

Άρθρο 66α.

 

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορούν να συσταθούν στον Ε.Φ.Κ.Α. νέες οργανικές μονάδες ειδικού σκοπού. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι αρμοδιότητες των συγκεκριμένων οργανικών μονάδων, το όργανο στο οποίο υπάγονται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

 


 

Άρθρο 67.

Γενικές Διευθύνσεις.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Εισφορών και Ελέγχων του Ε.Φ.Κ.Α. έχει ως σκοπό:

α. Τον προσδιορισμό, την καταγραφή, την εφαρμογή και την παρακολούθηση της διαδικασίας είσπραξης των εισφορών ασφάλισης των μισθωτών του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων.

β. Τον προσδιορισμό, την καταγραφή, την εφαρμογή και την παρακολούθηση της διαδικασίας είσπραξης των εισφορών ασφάλισης για τους μη μισθωτούς ασφαλισμένους των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων.

γ. Την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των υπαγόμενων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων.

δ. Την επεξεργασία των δεδομένων και τη διενέργεια όλων των τακτικών, περιοδικών και έκτακτων ελέγχων ασφάλισης.

ε. Τους ελέγχους για ανασφάλιστη εργασία, την εφαρμογή των διαδικασιών ασφάλισης, την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών και γενικότερα της εισφοροδιαφυγής, με στόχο τη συμμόρφωση και τη βελτίωση της συμμόρφωσης των ασφαλισμένων και των εργοδοτών.

στ. Την εκπόνηση μελετών και στατιστικών αναλύσεων, καθώς και τη δημιουργία περιοδικών αναφορών με στατιστικά δεδομένα που αφορούν τις εισφορές και τους ελέγχους.

2. Η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης έχει ως σκοπό την εποπτεία της ομαλής λειτουργίας όλων των οικονομικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. και την άσκηση των αρμοδιοτήτων οικονομικού ενδιαφέροντος, την ευθύνη για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του φορέα, και ιδίως:

α. Την κατάρτιση και εκτέλεση του ετήσιου γενικού προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. και τη λογιστική αποτύπωση των δραστηριοτήτων του Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το νόμο.

β. Την οικονομική διαχείριση του Ε.Φ.Κ.Α., την παρακολούθηση και πραγματοποίηση των πάσης φύσεως δαπανών, καθώς και την υποβολή των προβλεπομένων δηλώσεων.

γ. Τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Τη διαχείριση του ενεργητικού, καθώς και της κινητής και της ακίνητης περιουσίας του Ε.Φ.Κ.Α..

ε. Τη στέγαση των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τη συντήρηση των υποδομών.

στ. Τη διενέργεια κάθε είδους προμηθειών και τη διαχείριση των αναλώσιμων και μη υλικών.

ζ. Την τήρηση και διαρκή ενημέρωση του μητρώου παγίων και αναλωσίμων.

η. Την παροχή νομικής υποστήριξης προς τις υπηρεσίες και τους υπαλλήλους του Ε.Φ.Κ.Α..

θ. Το χειρισμό θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και την εισήγηση και έκδοση πράξεων που αφορούν στη σύσταση, συγχώνευση και κατάργηση υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

ι. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ια. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου.

ιβ. Την τήρηση του Κεντρικού Πρωτοκόλλου εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας του Ε.Φ.Κ.Α..

3. Η Γενική Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων έχει ως σκοπό:

α. Την απονομή συντάξεων προς τους ασφαλισμένους του Ε.Φ.Κ.Α. και τους λοιπούς δικαιούχους λόγω θανάτου κ.λπ..

β. Την απονομή λοιπών παροχών που απορρέουν από την κύρια σύναξη προς τους δικαιούχους.

γ. Την απονομή συντάξεων σε ασφαλισμένους, των οποίων τα δικαιώματα σύνταξης απορρέουν από χώρες εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

δ. Το χαρακτηρισμό ατυχημάτων ως εργατικών και την απονομή συντάξεων λόγω εργατικών ατυχημάτων.

ε. Τη διευθέτηση ζητημάτων, την επίλυση διαφορών και την εξέταση και αντιμετώπιση αιτημάτων και διοικητικών προσφυγών σχετικά με συνταξιοδοτικά θέματα.

στ. Την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων των δικαστηρίων της χώρας, καθώς και του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ζ. Την παροχή του απαραίτητου τεκμηριωτικού υλικού προς τη νομική υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. για την εκπροσώπηση της υπηρεσίας και την υποστήριξη στα ποινικά και διοικητικά δικαστήρια και το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των υποθέσεων που αφορούν ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά θέματα.

η. Την επιμέλεια για την τήρηση και τη διαρκή ενημέρωση του μητρώου συνταξιούχων.

θ. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ι. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου.

 

4. Η Γενική Διεύθυνση Καταβολής Παροχών Υγείας έχει ως σκοπό:

α. Τη συγκέντρωση δεδομένων με κάθε πρόσφορο τρόπο για την πραγματοποίηση στατιστικών αναλύσεων και μελετών σχετικά με τις συνθήκες υγιεινής στους εργασιακούς χώρους, την αξιολόγηση των κινδύνων, την ασφάλεια και τον προσδιορισμό των δραστηριοτήτων με μεγάλη επικινδυνότητα για την υγεία των ασφαλισμένων.

β. Τη διατύπωση προτάσεων για την ένταξη ή μη ένταξη δραστηριοτήτων στην κατηγορία των βαρέων και ανθυγιεινών.

γ. Την ενημέρωση, με αποστολή εκπροσώπων στους χώρους εργασίας, των ασφαλισμένων και των εργοδοτών σχετικά με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο επί θεμάτων υγείας και ασφάλειας με σκοπό την πρόληψη εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών.

δ. Την απονομή επιδομάτων ασθένειας, μητρότητας, τοκετού και κάθε άλλης παροχής υγείας σε χρήμα, καθώς και επιδομάτων ανεργίας και δώρου, όπου αυτά προβλέπονται.

ε. Την απονομή και την παρακολούθηση συντάξεων λόγω ανικανότητας προς εργασία.

στ. Τη σύσταση, την οργάνωση, τη λειτουργία και τη στελέχωση περιφερειακών επιτροπών ιατρικής αξιολόγησης των αιτημάτων για σύνταξη λόγω ανικανότητας και για παροχή επιδομάτων ασθένειας, μητρότητας, τοκετού κ.λπ..

ζ. Την τήρηση και διαρκή ενημέρωση του μητρώου αναπήρων.

η. Τη συγκέντρωση και τη διαχείριση των αποτελεσμάτων των υγειονομικών επιτροπών και υλοποίηση των απαιτούμενων ενεργειών που απορρέουν από αυτές.

θ. Την πραγματοποίηση στατιστικών αναλύσεων για την αξιολόγηση και τη συγκριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των υγειονομικών επιτροπών, ώστε να διατυπώνονται προτάσεις ομοιόμορφης αντιμετώπισης των περιστατικών κατά την αξιολόγηση. Επιπλέον διατύπωση προτάσεων και συνεργασία με τους εργοδότες και τους εργαζόμενους για την πρόληψη και την αποκατάσταση.

ι. Την διευθέτηση ζητημάτων, την επίλυση διαφορών και την εξέταση και αντιμετώπιση αιτημάτων και διοικητικών προσφυγών σχετικά με θέματα παροχών σε χρήμα για τα οποία απαιτείται ιατρική γνωμάτευση.

ια. Την εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων των δικαστηρίων της χώρας, καθώς και του δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ιβ. Την παροχή του απαραίτητου τεκμηριωτικού υλικού προς τη νομική υπηρεσία του Ε.Φ.Κ.Α. για την εκπροσώπηση της υπηρεσίας και την υποστήριξη στα ποινικά και διοικητικά δικαστήρια και το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των υποθέσεων για τις οποίες απαιτείται ιατρική γνωμάτευση.

ιγ. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ιδ. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου.

5. Η Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Ανάπτυξης έχει ως σκοπό:

α. Τη συγκέντρωση των δεδομένων του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και δεδομένων από κάθε άλλη εγχώρια και αλλοδαπή πηγή για την πραγματοποίηση στατιστικών και οικονομικών αναλύσεων και μελετών.

β. Την εκπόνηση και την επικαιροποίηση του στρατηγικού σχεδιασμού του Ε.Φ.Κ.Α..

γ. Την έκδοση αναφορών και δελτίων σε τακτά χρονικά διαστήματα για την ενημέρωση των υπηρεσιών του E.Φ.Κ.Α., καθώς και άλλων φορέων και υπηρεσιών και των πολιτών για το έργο του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Τη σύνταξη της ετήσιας απολογιστικής έκθεσης για το έργο του Ε.Φ.Κ.Α..

ε. Την κατάρτιση του ετήσιου επιχειρησιακού προγραμματισμού δράσης, την εκπόνηση και επικαιροποίηση επιχειρησιακών σχεδίων για την υλοποίησή του, καθώς και την παρακολούθηση της υλοποίησής του σε τακτά χρονικά διαστήματα.

στ. Την οργάνωση των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και την εκπόνηση μελετών για την ανάπτυξη, τη βελτίωση και την προσαρμογή της οργανωτικής δομής του Ε.Φ.Κ.Α. στις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες.

ζ. Τη διαχείριση, την ανάπτυξη και την επικαιροποίηση της οργανωτικής δομής, της επιχειρησιακής λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τη διαχείριση και επικαιροποίηση της ροής εργασιών.

η. Την ανάπτυξη, τη βελτίωση και την επικαιροποίηση των παρεχόμενων υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α. προς τους ασφαλισμένους και εργοδότες.

θ. Την ποσοτική και ποιοτική αξιολόγηση του έργου Ε.Φ.Κ.Α. με σύστημα δεικτών μέτρησης της ποιότητας και της αποδοτικότητας.

ι. Τη μέτρηση και αξιολόγηση του βαθμού συμμόρφωσης των ασφαλισμένων και των εργοδοτών.

ια. Τις διεθνείς σχέσεις, την παρακολούθηση, τη μελέτη, την αξιοποίηση προτάσεων, μελετών και εκθέσεων εγχωρίων και διεθνών φορέων και τη προετοιμασία προτάσεων για διεθνείς συμφωνίες.

ιβ. Τη συνεργασία και την επικοινωνία με άλλους εγχώριους και διεθνείς φορείς και υπηρεσίες.

ιγ. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ιδ. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου.

 

6. Η Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών έχει ως σκοπό:

α. Τη διαρκή παρακολούθηση και μελέτη των εξελίξεων στο χώρο της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

β. Την εκπόνηση και τη διαρκή επικαιροποίηση στου στρατηγικού σχεδίου του Ε.Φ.Κ.Α. με αντικείμενο τις υποδομές πληροφορικής, τις υποδομές δικτύων και τις υποδομές των επικοινωνών.

γ. Την παρακολούθηση των εξελίξεων σε θέματα ασφάλειας των συστημάτων πληροφορικής και ασφαλούς επικοινωνίας, καθώς και ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η εφαρμογή της πολιτικής ασφάλειας στα συστήματα πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την παρακολούθηση, τη συντήρηση, και την επικαιροποίηση και την απρόσκοπτη λειτουργία των συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

ε. Το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την παρακολούθηση, τη συντήρηση, και την επικαιροποίηση των εφαρμογών πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

στ. Τον προσδιορισμό των αναγκών και των προδιαγραφών για την προμήθεια εξοπλισμού και εφαρμογών πληροφορικής και επικοινωνιών.

ζ. Την τήρηση και διαρκή ενημέρωση του μητρώου εξοπλισμού και εφαρμογών της πληροφορικής και των επικοινωνιών.

η. Το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, τη διαρκή υποστήριξη και τη συντήρηση των βάσεων δεδομένων του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και το σχεδιασμό και εφαρμογή των κανόνων ακεραιότητας και ασφαλούς διαφύλαξης των δεδομένων.

θ. Την περιοδική και έκτακτη συντήρηση των υποδομών πληροφορικής, δικτύων και επικοινωνιών.

ι. Την περιοδική και έκτακτη συντήρηση και επικαιροποίηση των εφαρμογών πληροφορικής και επικοινωνιών.

ια. Τη διαρκή υποστήριξη των χρηστών των συστημάτων και των εφαρμογών πληροφορικής και επικοινωνιών.

ιβ. Την εξασφάλιση ασφαλούς πρόσβασης των πολιτών και των επιχειρήσεων στα συστήματα πληροφορικής για την υποβολή δηλώσεων και αιτημάτων, καθώς και για την ενημέρωσή τους με τα δεδομένα τα οποία τους αφορούν.

ιγ. Το σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή και την υποστήριξη της ροής εργασιών.

ιδ. Την τήρηση του Φυσικού και ηλεκτρονικού αρχείου εγγράφων του Ε.Φ.Κ.Α..

ιε. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ιστ. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου.

7. Η Γενική Διεύθυνση Εξυπηρέτησης Ασφαλισμένων και Εργοδοτών έχει ως σκοπό:

α. Το σχεδιασμό, τον προσδιορισμό, την ανάπτυξη, την εκπόνηση του σχεδίου ροής εργασιών και την υποστήριξη της λειτουργίας των περιφερειακών και των τοπικών υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

β. Τη συγκέντρωση των δεδομένων που αφορούν το έργο των περιφερειακών και τοπικών υπηρεσιών με σκοπό τη μελέτη και την αξιολόγηση για τον προσδιορισμό των αναγκών σε υποδομές και προσωπικό, καθώς και τον επαναπροσδιορισμό του πλήθους και του μεγέθους των υπηρεσιών και την επικαιροποίηση του σχεδίου ροής εργασιών.

γ. Τη διαρκή παρακολούθηση της ροής εργασιών των περιφερειακών και των τοπικών υπηρεσιών, ώστε να εντοπίζονται εγκαίρως και να αντιμετωπίζονται έκτακτες καταστάσεις.

δ. Το σχεδιασμό, τη δημιουργία, τη στελέχωση και τη λειτουργία υπηρεσιακής μονάδας, της οποίας αποστολή θα είναι η προσωρινή ενίσχυση με εξειδικευμένο προσωπικό των περιφερειακών και των τοπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων.

ε. Την παροχή υποστήριξης και οδηγιών προς τις περιφερειακές και τοπικές υπηρεσίες.

στ. Την επιμέλεια για την τήρηση, τη διαρκή ενημέρωση και τις μεταβολές των μητρώων των ασφαλισμένων και των εργοδοτών.

ζ. Την παρακολούθηση και εφαρμογή της νομοθεσίας για θέματα ασφάλισης, καθώς και τη χορήγηση ασφαλιστικής ικανότητας και ενημερότητας.

η. Την αντιμετώπιση και επίλυση διαφορών σε θέματα ασφάλισης.

θ. Τη δημιουργία και τη λειτουργία κέντρου για την εξ αποστάσεως ενημέρωση των πολιτών για όλα τα θέματα αρμοδιότητας του Ε.Φ.Κ.Α. (contact centre).

ι. Τις δημόσιες σχέσεις και την επικοινωνία για την προβολή και την προώθηση των υπηρεσιών που προσφέρει ο Ε.Φ.Κ.Α. προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, καθώς και των ωφελειών που απορρέουν από τις υπηρεσίες αυτές.

ια. Το σχεδιασμό, την επικαιροποίηση και τη διαρκή υποστήριξη του διαδικτυακού τόπου υποβολής αιτημάτων, υποβολής δηλώσεων, επικοινωνίας και ενημέρωσης του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τη στατιστική παρακολούθηση όλων των δεδομένων για τη ροή εργασιών μέσω του διαδικτυακού τόπου.

ιβ. Τον προσδιορισμό, τη διαχείριση και αντιμετώπιση ζητημάτων που ανακύπτουν κατά τη μεταβατική περίοδο ως την πλήρη λειτουργία του Ε.Φ.Κ.Α..

ιγ. Την εισήγηση για τη σύσταση ομάδων διοίκησης έργου σε θέματα της αρμοδιότητάς της.

 


 

Άρθρο 67α.

Γενική Διεύθυνση Εισφορών και Ελέγχων.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Εισφορών και Ελέγχων διαρθρώνεται σε Κεντρική Υπηρεσία και Περιφερειακές Υπηρεσίες ως εξής:

Α. Η Κεντρική Υπηρεσία συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:

αα. Διεύθυνση Ασφάλισης

ββ. Διεύθυνση Εισφορών Μισθωτών

γγ. Διεύθυνση Εισφορών Μη Μισθωτών

δδ. Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Ελέγχων

εε. Αυτοτελές Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

Β. Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες λειτουργούν σε επίπεδο Διεύθυνσης και είναι οι ακόλουθες:

αα. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης με έδρα την Κομοτηνή

ββ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Κεντρικής Μακεδονίας με έδρα την Θεσσαλονίκη

γγ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Δυτικής Μακεδονίας με έδρα την Κοζάνη

δδ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Ηπείρου και Κέρκυρας με έδρα τα Ιωάννινα

εε. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Θεσσαλίας με έδρα τη Λάρισα

στστ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Στερεάς Ελλάδας με έδρα τη Λαμία

ζζ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Δυτικής Ελλάδας, Λευκάδας, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου με έδρα την Πάτρα

ηη. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Πελοποννήσου με έδρα την Τρίπολη

θθ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Αττικής με έδρα την Αθήνα

ιι. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Βορείου και Νοτίου Αιγαίου με έδρα τη Ρόδο

ιαια. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο.

2. Η Διεύθυνση Ασφάλισης συγκροτείται από τα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Ασφάλισης

β. Τμήμα Διακρατικής Ασφάλισης

γ. Τμήμα Μητρώων

δ. Τμήμα Ασφαλιστικού Βίου.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Ασφάλισης κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Ασφάλισης

αα. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών εφαρμογής της νομοθεσίας ασφάλισης.

ββ. Η διατύπωση προτάσεων για τον εκσυγχρονισμό,τη βελτίωση, την τροποποίηση και την απλοποίηση της νομοθεσίας ασφάλισης.

γγ. Η διαχείριση ζητημάτων σχετικά με την υπαγωγή στην ασφάλιση, καθώς και ζητημάτων αναγνώρισης χρόνου ασφάλισης.

δδ. Η κατάρτιση εισηγήσεων σχετικά με την έκδοση και την επικαιροποίηση του κανονισμού ασφάλισης και παροχών, για τα θέματα αρμοδιότητάς του.

εε. Η μέριμνα για το σχεδιασμό μηχανογραφικών εφαρμογών ασφάλισης, καθώς και την αναβάθμιση και επικαιροποίηση των υφιστάμενων σχετικών εφαρμογών.

β. Τμήμα Διακρατικής Ασφάλισης.

αα. Ο χειρισμός των θεμάτων που αφορούν την εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), καθώς και ζητημάτων σχετικών με Διακρατικές Συμβάσεις Κοινωνικής Ασφάλισης (ΔΣΚΑ) που έχει συνάψει η Ελλάδα με τρίτες χώρες.

ββ. Η υποβολή προτάσεων για τροποποίηση ή/και την αναθεώρηση των Διεθνών Συμβάσεων ασφάλισης.

γγ. Η προετοιμασία των θεμάτων των διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη ή τροποποίηση διμερών ή πολυμερών συμβάσεων κοινωνικής ασφάλισης.

δδ. Η μελέτη και η διατύπωση των θέσεων του Ε.Φ.Κ.Α. στο πλαίσιο προσφυγών, προδικαστικών αποφάσεων ή άλλων υποθέσεων ενώπιον των ευρωπαϊκών δικαστηρίων.

εε. Ο χειρισμός των θεμάτων που σχετίζονται με το ιδιαίτερο ασφαλιστικό καθεστώς των υπαλλήλων των υπηρεσιών και οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων των Διεθνών Οργανισμών με τους οποίους η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση.

στστ. Η παροχή στοιχείων σε Διεθνείς Οργανισμούς, ξένους ασφαλιστικούς φορείς και τις ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες σχετικά με το εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

ζζ. Η διοργάνωση και παρακολούθηση επισκέψεων κλιμακίων Διεθνών Οργανισμών και οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία για θέματα Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.

ηη. Η μέριμνα για την ανταλλαγή πληροφοριών για την κοινωνική ασφάλιση (Electronic Exchange of Social Security Information, EESSI) μεταξύ ασφαλιστικών φορέων των χωρών της ΕΕ.

γ. Τμήμα Μητρώων

αα. Ο καθορισμός των δεδομένων, η τήρηση και η διαρκής ενημέρωση του Μητρώου Ασφαλισμένων και του Κοινού Μητρώου Εισφερόντων.

ββ. Η εφαρμογή διαδικασιών επαλήθευσης, πιστοποίησης και ελέγχου της πληρότητας και της ορθότητας των δεδομένων του Μητρώου Ασφαλισμένων και του Κοινού Μητρώου Εισφερόντων.

γγ. Ο έλεγχος των δεδομένων του Μητρώου Ασφαλισμένων και του Κοινού Μητρώου Εισφερόντων για τον εντοπισμό εσφαλμένων καταχωρίσεων, καθώς και η λήψη μέτρων για την πρόληψη τέτοιων καταχωρίσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλονται σε δόλο.

δδ. Η απόδοση Αριθμού Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης (ΑΜΚΑ) στους ασφαλισμένους.

εε. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για θέματα σχετικά με το Μητρώο Ασφαλισμένων και το Κοινό Μητρώο Εισφερόντων, καθώς και η μέριμνα για τη χορήγηση πάσης φύσεως βεβαιώσεων και πιστοποιητικών.

στστ. Η συγκέντρωση, αξιολόγηση και επίλυση προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι χρήστες των εφαρμογών των μητρώων.

ζζ. Η μέριμνα για την έκδοση περιοδικών και έκτακτων αναφορών με στατιστικά στοιχεία των μητρώων.

ηη. Η μέριμνα για την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

δ. Τμήμα Ασφαλιστικού Βίου

αα. Η δημιουργία, η τήρηση και η διαρκής ενημέρωση του αρχείου του ασφαλιστικού βίου των ασφαλισμένων.

ββ. Ο προσδιορισμός και η υλοποίηση διαδικασιών επαλήθευσης, πιστοποίησης και ελέγχου της πληρότητας και της ορθότητας των δεδομένων του αρχείου του ασφαλιστικού βίου.

γγ. Ο διαρκής έλεγχος των δεδομένων του αρχείου του ασφαλιστικού βίου για τον εντοπισμό σφαλμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλονται σε δόλο.

δδ. Η προετοιμασία, η μορφοποίηση και η μεταφορά των δεδομένων του ασφαλιστικού βίου των ασφαλισμένων που είναι καταχωρισμένα στα συστήματα πληροφορικής της ΗΔΙΚΑ, του Δημοσίου και των εντασσομένων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών.

εε. Ο προσδιορισμός της διαδικασίας καταχώρισης και η καταχώριση του ασφαλιστικού βίου των ασφαλισμένων που βρίσκεται σε φυσική μορφή στο Δημόσιο, στους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς.

στστ. Ο χειρισμός θεμάτων σχετικών με το ασφαλιστικό ιστορικό των διακινούμενων εργαζομένων, τα δικαιώματα αυτών για αναγνώριση περιόδων ασφάλισης, και η καταχώριση των οικείων στοιχείων στο αρχείο του ασφαλιστικού βίου.

ζζ. Η μέριμνα για τη συμπλήρωση κενών και διόρθωση σφαλμάτων στο αρχείο του ασφαλιστικού βίου.

ηη. Η μέριμνα για την έκδοση περιοδικών και έκτακτων αναφορών με στατιστικά στοιχεία του αρχείου του ασφαλιστικού βίου.

θθ. Ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για την ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού βίου των ασφαλισμένων.

ιι. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για θέματα σχετικά με τον ασφαλιστικό βίο και την ψηφιοποίηση του ασφαλιστικού βίου των ασφαλισμένων.

4. Η Διεύθυνση Εισφορών Μισθωτών συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Προσδιορισμού Εισφορών Μισθωτών,

β. Τμήμα Υπολογισμού Εισφορών Μισθωτών,

γ. Τμήμα Είσπραξης Εισφορών Μισθωτών.

5. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Εισφορών Μισθωτών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Προσδιορισμού Εισφορών Μισθωτών

αα. O χειρισμός θεμάτων που αφορούν στη βάση υπολογισμού των εισφορών των μισθωτών και στον εν γένει υπολογισμό αυτών, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

ββ. Η επιμέλεια για την εφαρμογή ενιαίων κανόνων υπολογισμού και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών.

γγ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για τον προσδιορισμό των εισφορών των μισθωτών και την αντιμετώπιση προβλημάτων.

δδ. Η μέριμνα για την εξέταση αιτημάτων των ασφαλισμένων για τον επαναπροσδιορισμό και τη διόρθωση των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η παροχή σχετικών οδηγιών στις αρμόδιες υπηρεσίες.

εε. Η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας προσδιορισμού των εισφορών των μισθωτών.

στστ. Η μέριμνα για την ανάπτυξη και επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για τον προσδιορισμό των εισφορών των μισθωτών.

ζζ. Η υποβολή προτάσεων για την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και αντιμετώπιση ζητημάτων που σχετίζονται με την είσπραξη και την εν γένει βελτίωση της εισπραξιμότητας.

β. Τμήμα Υπολογισμού Εισφορών Μισθωτών

αα. Η μέριμνα για ζητήματα σχετικά με τον υπολογισμό των εισφορών των μισθωτών.

ββ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για τον υπολογισμό των εισφορών των μισθωτών και την αντιμετώπιση προβλημάτων.

γγ. Η μέριμνα για την εξέταση αιτημάτων των ασφαλισμένων για τον υπολογισμό και τη διόρθωση των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η παροχή σχετικών οδηγιών στις αρμόδιες υπηρεσίες.

δδ. Η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας υπολογισμού των εισφορών των μισθωτών.

εε. Η μέριμνα για την ανάπτυξη και επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για τον υπολογισμό των εισφορών των μισθωτών.

γ. Τμήμα Είσπραξης Εισφορών Μισθωτών

αα. Η παρακολούθηση της διαδικασίας είσπραξης των εισφορών των μισθωτών και η πραγματοποίηση ελέγχων για εντοπισμό σφαλμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλονται σε δόλο.

ββ. Η λήψη μέτρων για την πρόληψη ψευδών δηλώσεων και εσφαλμένων καταχωρίσεων εν γένει.

γγ. Ο χειρισμός των θεμάτων που αφορούν τη μη καταβολή ή τη μη εμπρόθεσμη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών.

δδ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών εφαρμογής της οικείας νομοθεσίας, καθώς και η μέριμνα για τη χορήγηση ασφαλιστικής ικανότητας στους ασφαλισμένους.

εε. Η μέριμνα για τη βεβαίωση και την είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών, καθώς και για την επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων εισφορών.

στστ. Η μέριμνα για την ενημέρωση των περιφερειακών υπηρεσιών σχετικά με θέματα που αφορούν την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, όπως ο τρόπος είσπραξης, η επιβολή πρόσθετων τελών, η ρύθμιση οφειλών, η παραγραφή, η επιστροφή εισφορών, η χορήγηση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων.

6. Η Διεύθυνση Εισφορών Μη Μισθωτών συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Προσδιορισμού Εισφορών Μη Μισθωτών

β. Υπολογισμού Εισφορών Μη Μισθωτών

γ. Τμήμα Είσπραξης Εισφορών Μη Μισθωτών

7. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Εισφορών Μη Μισθωτών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Προσδιορισμού Εισφορών Μη Μισθωτών

αα. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στη βάση υπολογισμού των εισφορών των μη μισθωτών και στον εν γένει υπολογισμό αυτών, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

ββ. Η μέριμνα για την αντιμετώπιση ζητημάτων που προκύπτουν από την ενοποίηση των σχετικών με τις εισφορές των μη μισθωτών ασφαλισμένων κανόνων.

γγ. Η έκδοση εγκυκλίων και η παροχή οδηγιών για θέματα υπολογισμού των εισφορών των μη μισθωτών.

δδ. Η επιμέλεια και ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στον προσδιορισμό των εισοδημάτων που αποτελούν τη βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των μη μισθωτών ασφαλισμένων και στη σχετική εισπρακτική διαδικασία, σε συνεργασία με τους συναρμόδιους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

εε. Η διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση και τον εκσυγχρονισμό της διαδικασίας υπολογισμού των εισφορών των μη μισθωτών ασφαλισμένων, καθώς και τη μηχανογραφική υποστήριξη των σχετικών κανόνων.

στστ. Η λήψη μέτρων για την πρόληψη ψευδών δηλώσεων και εσφαλμένων καταχωρίσεων εν γένει.

ζζ. Η μέριμνα για την ανάπτυξη και επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για τον προσδιορισμό των εισφορών των μη μισθωτών.

β. Τμήμα Υπολογισμού Εισφορών Μη Μισθωτών

αα. Η επιμέλεια και διενέργεια όλων των απαραίτητων διαδικασιών για την αποτελεσματική διαχείριση των εσόδων από τις εισφορές των μη μισθωτών ασφαλισμένων.

ββ. Η παρακολούθηση της διαδικασίας είσπραξης των εισφορών μη μισθωτών ασφαλισμένων και η πραγματοποίηση ελέγχων για τον εντοπισμό σφαλμάτων, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων απάτης.

γγ. Η μέριμνα για την ενημέρωση των περιφερειακών υπηρεσιών σχετικά με θέματα που αφορούν την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, όπως ο τρόπος είσπραξης, η επιβολή πρόσθετων τελών, η ρύθμιση οφειλών, η παραγραφή, η επιστροφή εισφορών, η χορήγηση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων.

δδ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών εφαρμογής της οικείας νομοθεσίας και νομολογίας και η μέριμνα για τη χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας σε μη μισθωτούς ασφαλισμένους.

εε. Η υποβολή προτάσεων για την αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών και αντιμετώπιση ζητημάτων που σχετίζονται με την είσπραξη και την εν γένει βελτίωση της εισπραξιμότητας.

στστ. Η επιμέλεια και ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στην ενσωμάτωση των κανόνων υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών στην εισπρακτική διαδικασία,και στις οικείες ηλεκτρονικές υπηρεσίες, σε συνεργασία με τους συναρμόδιους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

ζζ. Η λήψη μέτρων για την πρόληψη ψευδών δηλώσεων και εσφαλμένων καταχωρίσεων.

ηη. Η μέριμνα για την ανάπτυξη και επικαιροποίηση εφαρμογών πληροφορικής για τον υπολογισμό των εισφορών των μη μισθωτών.

θθ. Η μέριμνα για την εξέταση αιτημάτων των ασφαλισμένων για τον επαναπροσδιορισμό και τη διόρθωση των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και η παροχή σχετικών οδηγιών στις αρμόδιες υπηρεσίες.

γ. Τμήμα Είσπραξης Εισφορών Μη Μισθωτών

αα. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στη βεβαίωση και στην είσπραξη των καθυστερούμενων εσόδων από εισφορές μη μισθωτών ασφαλισμένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, και η υποβολή προτάσεων για τα θέματα αυτά.

ββ. Ο χειρισμός θεμάτων και η παροχή οδηγιών που αφορούν στην παραγραφή, διαγραφή και εκκαθάριση των βεβαιωθεισών οφειλών από εισφορές μη μισθωτών ασφαλισμένων.

γγ. Η ενημέρωση, παρακολούθηση και επεξεργασία των τηρούμενων στοιχείων ληξιπρόθεσμων οφειλών μη μισθωτών ασφαλισμένων.

δδ. Η υποβοήθηση της νομικής υπηρεσίας και λοιπών συναρμοδίων υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., στο πλαίσιο δικαστικών ή διοικητικών διαδικασιών που αφορούν σε ληξιπρόθεσμες οφειλές από εισφορές μη μισθωτών ασφαλισμένων, καθώς και η παροχή οδηγιών σχετικά με τα θέματα αυτά.

εε. Η λήψη μέτρων και η υποβολή προτάσεων για τη μείωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών των μη μισθωτών ασφαλισμένων.

στστ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών εφαρμογής της οικείας νομοθεσίας, καθώς και η μέριμνα για τη χορήγηση ασφαλιστικής ενημερότητας ή/και ικανότητας στους ασφαλισμένους και τους εργοδότες.

8. Η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Συντονισμού Ελέγχων συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Προγραμματισμού Ελέγχων

β. Τμήμα Υποστήριξης Ελέγχων

γ. Τμήμα Αποτελεσμάτων Ελέγχων

9. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Συντονισμού Ελέγχων κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Προγραμματισμού Ελέγχων

αα. Η συγκέντρωση, κατηγοριοποίηση και η ταξινόμηση των κατάλληλων δεδομένων από κάθε διαθέσιμη πηγή.

ββ. Ο προσδιορισμός, η κατηγοριοποίηση και η ποσοτικοποίηση του δυνητικού πεδίου δράσης.

γγ. Ο καθορισμός κριτηρίων για την επιλογή των ελεγκτικών στόχων.

δδ. Η κατάρτιση του ετήσιου προγραμματισμού τακτικών, εκτάκτων και προληπτικών ελέγχων.

εε. Η κατανομή των ελεγκτικών στόχων του ετήσιου επιχειρησιακού προγραμματισμού στα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης για την υλοποίηση των ελέγχων.

στστ. Η παρακολούθηση της υλοποίησης του ετήσιου επιχειρησιακού προγραμματισμού.

ζζ. Η οργάνωση κοινών επιχειρησιακών δράσεων στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από ένα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης.

ηη. Η συγκέντρωση καταγγελιών και πληροφοριών από τους πολίτες, η κατηγοριοποίηση, η αξιολόγηση και η ταξινόμησή τους με βάση το βαθμό σπουδαιότητας.

θθ. Η αποστολή των καταγγελιών και των συλλεγεισών πληροφοριών στα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης για έλεγχο και η αρχειοθέτηση των καταγγελιών που κρίνονται ασαφείς ή είναι ιδιαίτερα χαμηλού βαθμού σπουδαιότητας.

ιι. Η συγκέντρωση, η επεξεργασία, η αξιολόγηση και ο κατάλληλος χειρισμός παραπόνων εργοδοτών, ασφαλισμένων ή τρίτων που αποστέλλονται στη Διεύθυνση απευθείας ή μέσω άλλων υπηρεσιών δημοσίου τομέα ή Ανεξάρτητων Αρχών.

β. Τμήμα Υποστήριξης Ελέγχων:

αα. Η εκπόνηση και η επικαιροποίηση επιχειρησιακών σχεδίων ελέγχου.

ββ. Ο σχεδιασμός, η διαμόρφωση και η καθιέρωση εντύπων ελαχίστων ελεγκτικών επαληθεύσεων.

γγ. Η υποστήριξη των ελεγκτών με την παροχή κάθε απαραίτητης πληροφορίας κατά την υλοποίηση των ελέγχων.

δδ. Η υποστήριξη κοινών επιχειρησιακών δράσεων των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης.

εε. Η τυποποίηση των ελεγκτικών διαδικασιών για την ομοιόμορφη διενέργεια των ελέγχων.

στστ. Η διαμόρφωση σχεδίων εκθέσεων ανά κατηγορία ελέγχων, τα οποία θα χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση από τους ελεγκτές.

ζζ. Η δημιουργία και ο εμπλουτισμός αρχείου προτύπων υποθέσεων και εκθέσεων ελέγχου.

ηη. Η δημιουργία και η συνεχής επικαιροποίηση αρχείου μεθόδων που χρησιμοποιούνται για την εισφοροδιαφυγή, εισφοροαποφυγή και τη μη καταβολή εισφορών εν γένει.

θθ. Ο προσδιορισμός απαιτήσεων για την επικαιροποίηση του υφιστάμενου ή την ανάπτυξη νέου λογισμικού για την υποστήριξη των ελεγκτικών διαδικασιών.

ιι. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για θέματα ελέγχων και η παροχή υποστήριξης στους ελεγκτές κατά τη διεξαγωγή των ελέγχων.

γ. Τμήμα Αποτελεσμάτων Ελέγχων:

αα. Η συγκέντρωση των αποτελεσμάτων ελέγχου από τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης και η έκδοση των αποτελεσμάτων σε μηνιαία και ετήσια βάση.

ββ. Η κωδικοποίηση και η κατηγοριοποίηση των αποτελεσμάτων ελέγχου.

γγ. Η εφαρμογή συστήματος δεικτών για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ελέγχου και των ελεγκτικών μονάδων ως προς την ποιότητα, την αποτελεσματικότητα, και την αποδοτικότητα.

δδ. Η συγκέντρωση προβλημάτων, προτάσεων και παρατηρήσεων από τους ελεγκτές, η ταξινόμηση και η αξιολόγηση αυτών, καθώς και η διαμόρφωση των κατάλληλων λύσεων.

εε. Η σύνταξη περιοδικών εκθέσεων αξιολόγησης για όλα τα θέματα που αφορούν το ελεγκτικό έργο για την ασφάλιση, καθώς και η σύνταξη της ετήσιας απολογιστικής έκθεσης για το έργο των ελεγκτικών υπηρεσιών.

10. Τα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) διαρθρώνονται ως εξής:

α. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

στστ. Δ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης, αποκεντρωμένο,με έδρα την Καβάλα.

β. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Κεντρικής Μακεδονίας

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

στστ. Δ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ζζ. Ε΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ηη. ΣΤ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

θθ. Ζ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

γ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Δυτικής Μακεδονίας

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Ηπείρου και Κέρκυρας

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης αποκεντρωμένο με έδρα την Κέρκυρα

ε. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Θεσσαλίας

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

στστ. Δ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

στ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Στερεάς Ελλάδας

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων.

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

ζ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Δυτικής Ελλάδας, Λευκάδας, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

στστ. Δ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

η. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Πελοποννήσου

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

θ. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Αττικής

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

στστ. Δ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ζζ. Ε΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ηη. ΣΤ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

θθ. Ζ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιι. Η΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιαια. Θ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιβιβ. Ι΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιγιγ. ΙΑ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιδιδ. ΙΒ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιειε. ΙΓ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

ιστιστ. ΙΔ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

ι. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Βορείου και Νοτίου Αιγαίου

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης, αποκεντρωμένο με έδρα τη Μυτιλήνη.

ια. Περιφερειακό Ελεγκτικό Κέντρο Ασφάλισης Κρήτης

αα. Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας

ββ. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων

γγ. Α΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

δδ. Β΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

εε. Γ΄ Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης.

11. Οι αρμοδιότητες των ΠΕΚΑ κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Διοίκησης και Υποστήριξης:

αα. Η γραμματειακή Υποστήριξη του ΠΕΚΑ.

ββ. Η τήρηση του αρχείου και του κοινού και εμπιστευτικού πρωτοκόλλου.

γγ. Η διακίνηση της εισερχόμενης και εξερχόμενης αλληλογραφίας, καθώς και η τήρηση των απαιτούμενων βιβλίων διακίνησης.

δδ. Η μέριμνα για τη μετακίνηση των υπαλλήλων σε εκτός έδρας αποστολές για την επίτευξη του στόχου της Διεύθυνσης.

εε. Η μέριμνα για τον εφοδιασμό του ΠΕΚΑ με αναλώσιμα υλικά.

στστ. Η θεώρηση του γνήσιου της υπογραφής του προσωπικού του ΠΕΚΑ και η επικύρωση φωτοαντιγράφων και λοιπών εγγράφων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

ζζ. Η τήρηση βοηθητικού ατομικού φακέλου υπαλλήλων που υπηρετούν στο ΠΕΚΑ.

ηη. Η μέριμνα για τον καθαρισμό, τη συντήρηση, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και των εγκαταστάσεων του ΠΕΚΑ.

θθ. Η μέριμνα για τη συντήρηση και φύλαξη των υπηρεσιακών αυτοκινήτων που είναι διατεθειμένα στο ΠΕΚΑ, καθώς και η παρακολούθηση της κίνησής τους.

β. Τμήμα Προγραμματισμού, Υποστήριξης Ελέγχων και Αποτελεσμάτων:

αα. Ο προγραμματισμός της διενέργειας των ελέγχων και η έκδοση εντολών ελέγχου.

ββ. Η υποστήριξη των ελεγκτών κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους.

γγ. Η παρακολούθηση της υλοποίησης των επιχειρησιακών σχεδίων.

δδ. Η συγκέντρωση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων.

γ. Τμήμα Ελέγχων Ασφάλισης

αα. Η διενέργεια τακτικών, εκτάκτων, προληπτικών και ειδικών ελέγχων για την ορθή εφαρμογή της ασφαλιστικής νομοθεσίας.

ββ. Η διενέργεια ουσιαστικών ελέγχων ασφάλισης για την καταβολή των εισφορών από τις επιχειρήσεις.

γγ. Ο καταλογισμός και η βεβαίωση των αναλογουσών ασφαλιστικών εισφορών σε βάρος των υπόχρεων και η επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων σε περιπτώσεις παραβατικότητας.

12. Η Χωρική Αρμοδιότητα των Περιφερειακών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) εκτείνεται:

α. ΠΕΚΑ Ανατολικής Μακεδονίας - Θράκης εντός των ορίων της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης.

β. ΠΕΚΑ Κεντρικής Μακεδονίας εντός των ορίων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

γ. ΠΕΚΑ Δυτικής Μακεδονίας εντός των ορίων της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας.

δ. ΠΕΚΑ Ηπείρου και Κέρκυρας εντός των ορίων της Περιφέρειας Ηπείρου και εντός των ορίων της Περιφερειακής Ενότητας Κέρκυρας.

ε. ΠΕΚΑ Θεσσαλίας εντός των ορίων της Περιφέρειας Θεσσαλίας.

στ. ΠΕΚΑ Στερεάς Ελλάδας εντός των ορίων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.

ζ. ΠΕΚΑ Δυτικής Ελλάδας, Λευκάδας, Κεφαλληνίας και Ζακύνθου εντός των ορίων της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και εντός των ορίων των Περιφερειακών Ενοτήτων Λευκάδας, Κεφαλληνίας, Ιθάκης και Ζακύνθου.

η. ΠΕΚΑ Πελοποννήσου εντός των ορίων της Περιφέρειας Πελοποννήσου.

θ. ΠΕΚΑ Αττικής εντός των ορίων της Περιφέρειας Αττικής, καθώς στο σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας.

ι. ΠΕΚΑ Βορείου και Νοτίου Αιγαίου στα όρια των Περιφερειών Βορείου και Νοτίου Αιγαίου.

ια. ΠΕΚΑ Κρήτης εντός των ορίων της Περιφέρειας Κρήτης.

13. Με ειδική εντολή του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α.:

α. Ελεγκτές από κάθε ΠΕΚΑ μπορούν να πραγματοποιούν ελέγχους σε οποιοδήποτε μέρος της Επικράτειας.

β. Οργανώνονται κοινές επιχειρησιακές δράσεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από ένα ΠΕΚΑ.

14. Τα ΠΕΚΑ λειτουργούν όλο το 24ωρο και όλες τις ημέρες της εβδομάδας με κατάλληλη εναλλαγή του προσωπικού τους, το οποίο υποχρεούται σε τακτική ή και υπερωριακή εργασία και κατά τις ημέρες αργιών και τις νυχτερινές ώρες ανάλογα με τις ανάγκες.

15. Η Ε.ΥΠ.Ε.Α. παύει τη λειτουργία της στις 31.12.2016. Το προσωπικό που υπηρετεί στις λειτουργούσες οργανικές της μονάδες μεταφέρεται στα Περιφερειακά Ελεγκτικά Κέντρα Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) ως εξής:

α. Από την Ε.ΥΠ.Ε.Α. Περιφέρειας Αττικής στο ΠΕΚΑ Περιφέρειας Αττικής.

β. Από την Ε.ΥΠ.Ε.Α. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας στο ΠΕΚΑ Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

γ. Από την Ε.ΥΠ.Ε.Α. Περιφέρειας Ηπείρου στο ΠΕΚΑ Περιφέρειας Ηπείρου.

Τα ανωτέρω ΠΕΚΑ μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α. λειτουργούν με βάση τις ισχύουσες διατάξεις για την Ε.ΥΠ.Ε.Α. και τον Κανονισμό της.

 


 

Άρθρο 68.

Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών και Διοικητικής Υποστήριξης διαρθρώνεται ως εξής:

α. Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης.

β. Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού.

γ. Διεύθυνση Προμηθειών.

δ. Διεύθυνση Στέγασης και Τεχνικών Υπηρεσιών.

ε. Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (ΠΣΕΑ).

στ. Αυτοτελές Τμήμα Γενικού Πρωτοκόλλο.

ζ. Διεύθυνση Διαχείρισης Οικονομικών των Εντασσόμενων ΦΚΑ

2. Η Διεύθυνση Οικονομικής Διαχείρισης συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Προϋπολογισμού.

β. Τμήμα Λογιστηρίου.

γ. Τμήμα Μισθολογίου και Μισθοδοσίας.

δ. Τμήμα Εκτέλεσης Δαπανών.

ε. Τμήμα Εποπτείας και Ελέγχου Δαπανών.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Προϋπολογισμού.

αα. Ο σχεδιασμός, η κατάρτιση, τροποποίηση και η αναμόρφωση του ετήσιου προϋπολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α. και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ).

ββ. Η παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και της διαχείρισης των δαπανών, σύμφωνα με τους τεθέντες δημοσιονομικούς στόχους και η αιτιολογημένη εισήγηση για την αναμόρφωσή του κατά τις εκάστοτε παρουσιαζόμενες ανάγκες.

γγ. Η επιμέλεια για την κατανομή των πιστώσεων του προϋπολογισμού και τη μεταφορά τους στις υπηρεσιακές μονάδες του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η τήρηση του Μητρώου Δεσμεύσεων. εε. Η κατανομή των συνεισπραττόμενων εσόδων σε τρίτους δικαιούχους. στστ. Η συλλογή, επεξεργασία δημοσιονομικών στοιχείων, η εκπόνηση σχετικών αναλύσεων και η σύνταξη αναφορών.

ζζ. Η παρακολούθηση και ο έλεγχος των λογιστικών στοιχείων της Διοίκησης και των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

ηη. Η μέριμνα για τη συστηματική ενημέρωση της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης με όλα τα στοιχεία αρμοδιότητας του Τμήματος.

β. Τμήμα Λογιστηρίου

αα. Η επιμέλεια της οργάνωσης, συντονισμού και εποπτείας όλων των οικονομικών υπηρεσιών των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Η κατάρτιση και ανάπτυξη του λογιστικού σχεδίου.

γγ. Η τήρηση των Λογιστικών Βιβλίων του Ταμείου των κλάδων Κύριας Ασφάλισης, Παροχών σε Χρήμα και Ανεργίας, η κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων που προβλέπονται από το Κλαδικό Λογιστικό Σχέδιο για τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των αναλύσεων και εκθέσεων που τις συνοδεύουν.

δδ. Η σύνταξη του ετήσιου ισολογισμού και απολογισμού του Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Η υποβολή των κατά νόμο δηλώσεων και στοιχείων στην αρμόδια φορολογική αρχή.

στστ. Η επιμέλεια της απόδοσης των εισφορών και κρατήσεων υπέρ των δικαιούχων οργανισμών, καθώς και του φόρου και χαρτοσήμου υπέρ του Δημοσίου.

ζζ. Η μέριμνα για την συμφωνία των πάσης φύσεως λογαριασμών (τραπεζών, υπολόγων κ.λπ.).

ηη. Ο έλεγχος των ταμειακών παραστατικών. Ο έλεγχος και η συμφωνία των μηνιαίων αντιγράφων λογαριασμών του Ε.Φ.Κ.Α. και Τραπεζών (EXTRAIT) και η ανάλυση της χρέωσης και πίστωσης τους με βάση τα σχετικά δικαιολογητικά κατά κατηγορία εσόδου εξόδου.

θθ. Η μέριμνα για τη διενέργεια του ετήσιου τακτικού ελέγχου για την έγκριση του ισολογισμού.

ιι. Η παρακολούθηση των επισφαλών απαιτήσεων του Ε.Φ.Κ.Α. και η μέριμνα για την εκκαθάριση ή τακτοποίησή τους.

κκ. Η μέριμνα για τη συμπλήρωση των κανονιστικών διατάξεων και η παροχή οδηγιών για την εφαρμογή διατάξεων λογιστικοοικονομικού περιεχομένου.

λλ. Η τήρηση του ηλεκτρονικού και φυσικού αρχείου του λογιστηρίου.

γ. Τμήμα Μισθολογίου και Μισθοδοσίας

αα. Η μέριμνα για μισθοδοσία του πάσης φύσεως προσωπικού του Ε.Φ.Κ.Α. και η χορήγηση ατομικών δελτίων μισθοδοσίας.

ββ. Η τήρηση του μισθολογικού μητρώου του προσωπικού όλων των κατηγοριών. Η υλοποίηση της μισθολογικής εξέλιξης, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, η χορήγηση βεβαιώσεων μισθολογικού περιεχομένου, κρατήσεων και εισφορών.

γγ. Η εκκαθάριση των αποδοχών του πάσης φύσεως προσωπικού, των εκτός έδρας αποζημιώσεων και εξόδων κίνησης, των επιδομάτων και πρόσθετων αμοιβών, και εν γένει των πάσης φύσεως αποζημιώσεων του προσωπικού συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών από Συμβούλια και Επιτροπές.

δδ. Η μέριμνα για την απόδοση των πάσης φύσεως κρατήσεων, εισφορών, φόρου, κράτηση προστίμων, χαρτοσήμου, διατροφών κ.λπ. ή καταλογισμών.

εε. Η μέριμνα για την είσπραξη από το προσωπικό, επιδικασθεισών δαπανών, καθώς και πάσης φύσεως υποχρεώσεων αυτού προς το Ε.Φ.Κ.Α., και η έκδοση των σχετικών παραστατικών.

στστ. Η παρακράτηση και παρακολούθηση της τακτικής καταβολής των τοκοχρεωλυτικών δόσεων από δάνεια σε υπαλλήλους του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Η εκτέλεση της εξαγοράς προϋπηρεσιών του προσωπικού.

δ. Τμήμα Εκτέλεσης Δαπανών

αα. Η ενταλματοποίηση των πάσης φύσεως δαπανών του κλάδου Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α., η έκδοση των λογιστικών παραστατικών που αφορούν σε οικονομικές πράξεις και η τήρηση και παρακολούθηση των αντίστοιχων λογαριασμών.

ββ. Η παρακολούθηση των χρηματικών υπολοίπων, η μέριμνα για τον εφοδιασμό των Τραπεζών που έχουν ταμειακή διαχείριση με τα αναγκαία χρηματικά ποσά, η παραλαβή και ο έλεγχος δικαιολογητικών πληρωμής των παροχών και δαπανών που αποστέλλονται από τις τράπεζες.

γγ. Η μέριμνα για την κανονική είσπραξη των κοινωνικών πόρων, των επιχορηγήσεων, της κάθε μορφής κρατικής χρηματοδότησης και η αποστολή εγγράφων αρμοδίως για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.

δδ. Η εκτέλεση των απαιτήσεων και υποχρεώσεων του Ε.Φ.Κ.Α. από την εφαρμογή των διατάξεων για τη διαδοχική και διακρατική ασφάλιση.

εε. Η πληρωμή και έκδοση των σχετικών παραστατικών των αποδοχών του προσωπικού, των εκτός έδρας αποζημιώσεων και εξόδων κίνησης, των επιδομάτων και πρόσθετων αμοιβών, και εν γένει των πάσης φύσεως αποζημιώσεων του προσωπικού συμπεριλαμβανομένων και των αμοιβών από Συμβούλια και Επιτροπές.

στστ. Η μέριμνα για την είσπραξη επιδικασθεισών δαπανών και πάσης φύσεως υποχρεώσεων προς το Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Η κίνηση και παρακολούθηση των τραπεζικών λογαριασμών (σε ταμειακό επίπεδο καθημερινά).

ε. Τμήμα Εποπτείας Ελέγχου Δαπανών:

αα. Ο έλεγχος για την πραγματοποίηση των εν γένει δαπανών και υποχρεώσεων του κλάδου Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Η εποπτεία της εκκαθάρισης των πάσης φύσεως δαπανών του κλάδου Κύριας Ασφάλισης και Λοιπών Παροχών του Ε.Φ.Κ.Α..

 

4. Η Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Μητρώου, Διοίκησης και Ανάπτυξης.

β. Τμήμα Σταδιοδρομίας και Εξέλιξης.

γ. Τμήμα Οργάνωσης, Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης.

δ. Τμήμα Δεοντολογίας και Πειθαρχικών Διαδικασιών και Υποθέσεων.

ε. Τμήμα Υποστήριξης Συμβουλίων και Συλλογικών Οργάνων

στ. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ

ζ. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΕΤΑΠ-ΜΜΕ

η. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΕΤΑΑ

θ. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΟΓΑ

ι. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΟΑΕΕ

ια. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΝΑΤ

ιβ. Τμήμα Προσωπικού πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ ΕΤΑΤ

5. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Μητρώου, Διοίκησης και Ανάπτυξης

αα. Η τήρηση και ενημέρωση του προσωπικού μητρώου (φυσικού και ηλεκτρονικού) των υπαλλήλων του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Η έκδοση μηνιαίων δελτίων κίνησης και μεταβολών του προσωπικού.

γγ. Η έκδοση σχετικών πιστοποιητικών και βεβαιώσεων.

δδ. Ο χειρισμός των θεμάτων διορισμού, πρόσληψης, μετάθεσης, μετακίνησης, υπηρεσιακής κατάστασης, εξέλιξης και λύσης της σχέσης του μόνιμου προσωπικού.

εε. Ο χειρισμός όλων των θεμάτων μη μόνιμου προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, σύμβασης έργου, έμμισθης εντολής, και με κάθε άλλη σχέση.

στστ. Η επεξεργασία δεδομένων για τη σύνθεση και τις μεταβολές του προσωπικού, καθώς και ο προγραμματισμός των αναγκών σε ανθρώπινο δυναμικό και η κατανομή του προσωπικού σε κλάδους, βαθμούς και ειδικότητες των μονίμων υπαλλήλων του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Οι αποσπάσεις προσωπικού από ή προς Υπουργεία ή άλλους Φορείς, καθώς και σε Φορείς του εξωτερικού.

ηη. Ο χειρισμός αιτήσεων του προσωπικού για άσκηση ιδιωτικού έργου, καθώς και αιτήσεων αδειών άνευ αποδοχών.

θθ. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν τις κανονικές, αναρρωτικές και εκπαιδευτικές άδειες του προσωπικού και λοιπές άδειες.

ιι. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης του προσωπικού.

κκ. Η μέριμνα για τη μετακίνηση εκτός έδρας στο εσωτερικό και το εξωτερικό του Διοικητή, Υποδιοικητών, καθώς και των υπαλλήλων του Ε.Φ.Κ.Α..

λλ. Οι εγκρίσεις οδήγησης υπηρεσιακών αυτοκινήτων σε υπαλλήλους μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

β. Τμήμα Σταδιοδρομίας και Εξέλιξης

αα. Η μέριμνα για την ανάπτυξη περιγραμμάτων περιγραφής των θέσεων εργασίας των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και η επικαιροποίηση τους.

ββ. Η ταξινόμηση των θέσεων εργασίας ανάλογα με τα απαιτούμενα προσόντα, καθώς και η αντιστοίχησή τους με βαθμούς ανάλογα με το ισχύον κάθε φορά νομικό πλαίσιο βαθμολογικής εξέλιξης.

γγ. Η ανάπτυξη και η καθιέρωση συστήματος αξιοποίησης των υπαλλήλων ανάλογα με τα προσόντα και την τοποθέτησή τους στις ανάλογες θέσεις με βάση τα περιγράμματα.

δδ. Η τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονται από την νομοθεσία για τη βαθμολογική ένταξη και εξέλιξη του προσωπικού.

εε. Η μέριμνα για την προκήρυξη των θέσεων, την επιλογή και την τοποθέτηση των προϊσταμένων όλων των οργανικών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τη μετακίνηση ή τη μετάθεση των προϊσταμένων.

γ. Τμήμα Οργάνωσης, Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης

αα. Η ανίχνευση, η ανάλυση και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των επιμορφωτικών αναγκών του προσωπικού του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Ο σχεδιασμός, ο προγραμματισμός και η συμμετοχή στην οργάνωση και υλοποίηση και η παρακολούθηση της εκτέλεσης των προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσης.

γγ. Η υποβολή για έγκριση και πιστοποίηση στο Ε.Κ.Δ.Δ.Α. προγραμμάτων εκπαίδευσης ή επιμόρφωσης.

δδ. Η μέριμνα για την εισαγωγική εκπαίδευση και τη δια βίου επαγγελματική κατάρτιση του προσωπικού σε συνεργασία με τις κατά περίπτωση υπηρεσίες τους Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Η μέριμνα για την εκπροσώπηση του Ε.Φ.Κ.Α. σε εκπαιδευτικές δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλων διεθνών φορέων.

στστ. Η μέριμνα για τη συμμετοχή του προσωπικού σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών, εκμάθησης ξένων γλωσσών, καθώς και σε επιμορφωτικά προγράμματα, συνέδρια και σεμινάρια για θέματα συναφή προς τα αντικείμενα του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Η μέριμνα για την υλοποίηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων.

ηη. Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων ως προς το βαθμό επίτευξης των στόχων, καθώς και το βαθμό μεταφοράς της γνώσης στο εργασιακό περιβάλλον.

θθ. Ο χειρισμός θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α. και η εισήγηση μέτρων ορθολογικής οργάνωσης, διάρθρωσης και λειτουργίας αυτών.

ιι. Η εισήγηση και έκδοση πράξεων που αφορούν στη σύσταση, συγχώνευση και κατάργηση υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

κκ. Ο χειρισμός θεμάτων σχετικών με τον καθορισμό της ασφαλιστικής περιοχής των περιφερειακών υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

λλ. Η μέριμνα για την έκδοση αποφάσεων μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής.

δ. Τμήμα Δεοντολογίας και Πειθαρχικών Διαδικασιών και Υποθέσεων

αα. Η μέριμνα για την εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων περί δεοντολογίας.

ββ. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στην εφαρμογή του πειθαρχικού δικαίου στο σύνολο του προσωπικού του Ε.Φ.Κ.Α..

γγ. Η κίνηση της σχετικής διαδικασίας για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.

δδ. Η τήρηση αρχείου των πειθαρχικών ποινών και η παρακολούθηση της εκτέλεσής τους.

εε. Η παροχή απόψεων στα διοικητικά δικαστήρια επί αιτήσεων ακυρώσεως ή ανακλήσεως διοικητικών πράξεων αρμοδιότητας του Τμήματος.

στστ. Η τήρηση των απαιτούμενων διαδικασιών για την επαναφορά και την αποκατάσταση υπαλλήλων που αθωώνονται κατά την πειθαρχική διαδικασία.

ζζ. Η ανταλλαγή πληροφοριών με υπηρεσίες και αρχές σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

ε. Τμήμα Υποστήριξης Συμβουλίων και Συλλογικών Οργάνων

Η εισήγηση και έκδοση πράξεων που αφορούν στη σύσταση, συγχώνευση και κατάργηση υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

Ο χειρισμός θεμάτων σχετικών με τον καθορισμό της ασφαλιστικής περιοχής των περιφερειακών υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., σε συνεργασία με τις αρμόδιες Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

Η μέριμνα για την έκδοση αποφάσεων μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής.

αα. Η μέριμνα για τη συγκρότηση και λειτουργία των πάσης φύσεως συλλογικών οργάνων και επιτροπών.

ββ. Η συγκρότηση ομάδων εργασίας και ο ορισμός εκπροσώπων του Ε.Φ.Κ.Α. σε συλλογικά όργανα, επιτροπές και ομάδες εργασίας άλλων φορέων.

γγ. Η γραμματειακή υποστήριξη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η μέριμνα για την υλοποίηση της διαδικασίας αρχαιρεσιών της εκλογής αιρετών εκπροσώπων στο Υπηρεσιακό Συμβούλιο.

στ. Στα Τμήματα των περιπτώσεων στ΄ έως ιβ΄ της προηγούμενης παραγράφου περιέρχονται αντίστοιχα οι αρμοδιότητες για θέματα προσωπικού του Ε.Φ.Κ.Α. των ακόλουθων οργανικών μονάδων των εντασσόμενων φορέων, οι οποίες καταργούνται από 1.1.2017:

α. Διεύθυνση Διοικητικού Προσωπικού του πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ.

β. Τμήμα Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού του πρώην ΕΤΑΠ - ΜΜΕ.

γ. Διεύθυνση Διοικητικού του πρώην ΕΤΑΑ.

δ. Διεύθυνση Διοικητικού του πρώην Ο.Γ.Α., όπως αυτή υφίσταται κατά τις 31.12.2016.

ε. Διεύθυνση Διοικητικού του πρώην ΟΑΕΕ.

στ. Διεύθυνση Προσωπικού του πρώην Ν.Α.Τ., όπως αυτή υφίσταται κατά τις 31.12.2016.

ζ. Διεύθυνση Διοικητικού του πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ.

Τα Τμήματα των περιπτώσεων στ΄ έως ιβ΄ της προηγούμενης παραγράφου λειτουργούν μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α. και στη συνέχεια καταργούνται με απόφαση του Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α..

Ως Προϊστάμενοι στα Τμήματα αυτά τοποθετούνται κατά προτεραιότητα υπάλληλοι που υπηρετούσαν στις αντίστοιχες οργανικές μονάδες των εντασσόμενων φορέων και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει.

6. Η Διεύθυνση Προμηθειών συγκροτείται από τα παρακάτω Τμήματα:

α. Τμήμα Προγραμματισμού Προμηθειών και Προδιαγραφών

β. Τμήμα Διαχείρισης Διαγωνισμών και Υλοποίησης Προμηθειών Υλικών

γ. Τμήμα Διαχείρισης Διαγωνισμών και Υλοποίησης Συμβάσεων Παροχής Υπηρεσιών

δ. Τμήμα Μητρώων, Υλικών και Αποθήκης

 

7. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Προμηθειών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως ακολούθως:

α. Τμήμα Προγραμματισμού Προμηθειών και Προδιαγραφών

αα. Η κατάρτιση των ετησίων προγραμμάτων προμήθειας και εφοδιασμού όλων των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. με εξοπλισμό, υλικό και υπηρεσίες με βάση τις σταθμίσεις αναγκών που γίνονται από τις αρμόδιες Κεντρικές Υπηρεσίες.

ββ. Η μέριμνα για τη σύνταξη προδιαγραφών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες και η έρευνα αγοράς των υπό προμήθεια ειδών.

γγ. Η κατάρτιση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας για τις διαδικασίες προμήθειας, εφοδιασμού, διαχείρισης και χρησιμοποίησης του εξοπλισμού και του υλικού που αφορούν αρμοδιότητες της Διεύθυνσης και των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η παρακολούθηση της αγοράς και τεχνολογίας στον τομέα του υλικού που χρησιμοποιείται από τις μονάδες του Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Η τήρηση, επεξεργασία και αξιοποίηση των στατιστικών στοιχείων που αφορούν το αντικείμενο της Διεύθυνσης.

β. Τμήμα Διαχείρισης Διαγωνισμών και Υλοποίησης Προμηθειών Υλικών

αα. Η διενέργεια της διαδικασίας των διαγωνισμών για την προμήθεια των ειδών εξοπλισμού, υλικού και η μέριμνα για την κατάρτιση και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και τυχόν τροποποιήσεις αυτών όπου απαιτείται.

ββ. Η μέριμνα για την ανάδειξη αναδόχων προμηθειών, το άνοιγμα σχετικών πιστώσεων και την πιστοποίηση και παραλαβή των παρεχόμενων προμηθειών.

γγ. Η μέριμνα για τη διενέργεια του έργου των επιτροπών εμπειρογνωμόνων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των διαγωνισμών.

δδ. Η επιμέλεια για την ορθή και απρόσκοπτη τήρηση των όρων των συμβάσεων.

εε. Ο έλεγχος για την εμπρόθεσμη και, σύμφωνα με τις προδιαγραφές εκτέλεση των διαγωνισμών και η μέριμνα για την επιβολή κυρώσεων σε αντίθετη περίπτωση.

στστ. Η μέριμνα για τη νομική υποστήριξη σε θέματα προκηρύξεων διαγωνισμών, γνωμοδοτήσεων, επεξεργασίας των σχεδίων σύμβασης και ειδικότερα σε θέματα που σχετίζονται με το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια.

γ. Τμήμα Διαχείρισης Διαγωνισμών και Υλοποίησης Συμβάσεων Παροχής Υπηρεσιών

αα. Η διενέργεια της διαδικασίας των διαγωνισμών για την προμήθεια υπηρεσιών και η μέριμνα για την κατάρτιση και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία και τυχόν τροποποιήσεις αυτών όπου απαιτείται.

ββ. Η μέριμνα για την ανάδειξη αναδόχων παροχής υπηρεσιών, το άνοιγμα σχετικών πιστώσεων και την πιστοποίηση και παραλαβή των παρεχομένων υπηρεσιών.

γγ. Η μέριμνα για τη διενέργεια του έργου των επιτροπών εμπειρογνωμόνων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των διαγωνισμών.

δδ. Η επιμέλεια για την ορθή και απρόσκοπτη τήρηση των όρων των συμβάσεων.

εε. Ο έλεγχος για την εμπρόθεσμη και, σύμφωνα με τις προδιαγραφές εκτέλεση των διαγωνισμών και η μέριμνα για την επιβολή κυρώσεων σε αντίθετη περίπτωση.

στστ. Η μέριμνα για τη νομική υποστήριξη σε θέματα προκηρύξεων διαγωνισμών, γνωμοδοτήσεων, επεξεργασίας των σχεδίων σύμβασης και ειδικότερα σε θέματα που σχετίζονται με το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια.

ζζ. Η επιμέλεια για την ασφάλιση και τη διακοπή της ασφάλισης των κτιρίων, μηχανημάτων, αυτοκινήτων και λοιπού εξοπλισμού του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Τμήμα Μητρώων, Υλικών και Αποθήκης

αα. Η παραλαβή, αποθήκευση, φύλαξη και εφοδιασμός των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. των πάσης φύσεως εντύπων, ειδών εξοπλισμού, υλικών, καθώς και η μέριμνα για την παραλαβή του επιστρεφόμενου υλικού.

ββ. Η έγκαιρη και τακτική ενημέρωση του τμήματος Προγραμματισμού προμηθειών για τα υπόλοιπα των ειδών αποθήκης.

Η μέριμνα για τη συμπλήρωση του υλικού ανάλογα με τους ισχύοντες κανόνες διαχείρισης αποθεμάτων.

γγ. Η επιμέλεια για τη διενέργεια της ετήσιας απογραφής υλικού των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. και η αποτίμηση αυτού.

8. Η Διεύθυνση Στέγασης και Τεχνικών Υπηρεσιών συγκροτείται από τα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Στέγασης και Συνθηκών Εργασίας

β. Τμήμα Μελετών

γ. Τμήμα Κατασκευών

δ. Τμήμα Συντήρησης

ε. Τμήμα Μητρώου, Προγραμματισμού και Διαγωνισμών Στέγασης.

9. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Στέγασης και Τεχνικών Υπηρεσιών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων της ως ακολούθως:

α. Τμήμα Στέγασης και Συνθηκών Εργασίας με αρμοδιότητες:

αα. Τη διαμόρφωση των ετήσιων και μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων στέγασης που αφορούν τη μελέτη, κατασκευή, αγορά, μίσθωση, επέκταση, διαρρύθμιση των κτιριακών χώρων και εγκαταστάσεων των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Τη σύνταξη κτιριολογικών προγραμμάτων, τον έλεγχο των αντίστοιχων προγραμμάτων που συντάσσονται από τρίτους, καθώς και τη μέριμνα για την έγκρισή τους.

γγ. Τη μέριμνα για τη μίσθωση ακινήτων και την εγκατάσταση των μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α. σε ιδιόκτητα ή μισθωμένα κτίρια.

δδ. Τη μέριμνα για τη λήψη μέτρων τεχνικού χαρακτήρα που αφορούν τη βελτίωση της ποιότητας των χώρων και των συνθηκών εργασίας.

εε. Τη μέριμνα για την καταγραφή των υφιστάμενων προβλημάτων προσβασιμότητας και λοιπών διευκολύνσεων για τα άτομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ).

στστ. Τη μέριμνα για την εξασφάλιση της προσβασιμότητας των ΑμεΑ στα κτίρια και για τη βελτίωση της ποιότητας των συνθηκών διοικητικής εξυπηρέτησής τους.

β. Τμήμα Μελετών με αρμοδιότητες:

αα. Την εκπόνηση μελετών, τη μέριμνα για την έκδοση των απαραίτητων αδειών και εγκρίσεων, τη σύνταξη προδιαγραφών αρχιτεκτονικών, στατικών, τοπογραφικών, γεωτεχνικών, ηλεκτρομηχανολογικών μελετών.

ββ. Την παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης των συμβάσεων με τους αναδόχους εκπόνησης μελετών, την αξιολόγηση των μελετών και την παραλαβή των συμβάσεων.

γγ. Την επίβλεψη και παραλαβή οικοδομικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών.

δδ. Τη μέριμνα για αυτοψίες και πραγματογνωμοσύνες. εε. Τον έλεγχο κτιριακών και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων ιδιόκτητων, μισθωμένων και προς μίσθωση κτηρίων.

στστ. Τον έλεγχο των συνθηκών ασφάλειας και της λειτουργικότητας των υποδομών στέγασης και τη μέριμνα της εξασφάλισης αυτών.

γ. Τμήμα Κατασκευών με αρμοδιότητες:

αα. Την εκτέλεση, επίβλεψη και παραλαβή έργων κατασκευής νέων κτηρίων, εκσυγχρονισμού, ανακαίνισης και διαρρύθμισης υφισταμένων κτηρίων.

ββ. Την παρακολούθηση της πορείας υλοποίησης των συμβάσεων με τους αναδόχους εκτέλεσης τεχνικών έργων.

γγ. Την παρακολούθηση τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων από τους αναδόχους εκτέλεσης τεχνικών έργων.

δδ. Τη διαχείριση και επίλυση νομικών θεμάτων σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία που προκύπτουν κατά την υλοποίηση των ανωτέρω έργων.

εε. Τη διενέργεια αυτοψιών και πραγματογνωμοσυνών. στστ. Την παροχή γνωμοδοτήσεων για τον καθορισμό Ποσοστού Εργατικής Δαπάνης δημόσιων και ιδιωτικών τεχνικών έργων.

δ. Τμήμα Συντήρησης με αρμοδιότητες:

αα. Τη μέριμνα για τη συντήρηση, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιριακών και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Την εκτέλεση ή/και επίβλεψη πάσης φύσεως εργασιών με σκοπό τη συντήρηση και επισκευή των κτιριακών και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων του Ε.Φ.Κ.Α. και του κινητού εξοπλισμού.

γγ. Την εκτέλεση ή/και επίβλεψη πάσης φύσεως εργασιών για τη συντήρηση και επισκευή μηχανημάτων, οχημάτων και συσκευών του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Την έγκριση οδήγησης υπηρεσιακών αυτοκινήτων σε υπαλλήλους μονάδων του Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος σε συνεργασία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού σε μεταφορικά μέσα.

στστ. Τη μέριμνα για την αγορά, επισκευή, συντήρηση και κίνηση μεταφορικών μέσων του Ε.Φ.Κ.Α..

ε. Τμήμα Μητρώου, Προγραμματισμού και Διαγωνισμών Στέγασης με αρμοδιότητες:

αα. Την τήρηση και ενημέρωση βάσης δεδομένων ακίνητης περιουσίας, μισθώσεων και εκμισθώσεων, παγίων εξόδων και δαπανών συντήρησης κτιριακών και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων.

ββ. Τη μέριμνα συμπλήρωσης εντύπων για την ακίνητη περιουσία του Ε.Φ.Κ.Α., όπως προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία και το χειρισμό των σχετικών θεμάτων.

γγ. Τη μέριμνα για τη σύνταξη και υποβολή της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος της ακίνητης περιουσίας του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Τη μέριμνα για διαγωνισμούς μίσθωσης ή αγοράς ακινήτων σε εκτέλεση του προγράμματος στέγασης, καθώς και τη μέριμνα για τη σύνταξη των απαιτούμενων προδιαγραφών.

εε. Τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης και την επιμέλεια για τη διενέργεια διαδικασίας διαγωνισμών τεχνικών έργων και μελετών.

στστ. Το συντονισμό του συνόλου των τεχνικών δράσεων της Διεύθυνσης και των Τμημάτων των Περιφερειακών Υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α. με αρμοδιότητες τα θέματα τεχνικής φύσης, καθώς και την παρακολούθηση της εφαρμογής των δράσεων, της τήρησης των σχετικών χρονοδιαγραμμάτων και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

ζζ. Η μέριμνα για την εκμίσθωση ακινήτων του φορέα μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α..

10. Αυτοτελές Τμήμα Πολιτικής Σχεδίασης Εκτάκτου Ανάγκης (Π.Σ.Ε.Α.)

Ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η κινητοποίηση και η δράση κατά τον πόλεμο ή σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης σε καιρό ειρήνης των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και η ρύθμιση κάθε σχετικού θέματος, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις.

11. Αυτοτελές Τμήμα Γενικού Πρωτοκόλλοση του Γενικού Πρωτοκόλλου, καθώς και του εμπιστευτικού πρωτοκόλλου (φυσικού ή ηλεκτρονικού).

β. Η αποστολή μέσω ταχυδρομείου ή/και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εγκυκλίων και εγγράφων όλων των Υπηρεσιακών Μονάδων.

γ. Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής και η επικύρωση αντιγράφων όπου αυτό προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία.

12. Η Διεύθυνση Διαχείρισης Οικονομικών των εντασσόμενων ΦΚΑ συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες:

α. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και ΟΠΑΔ

β. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΕΤΑΠ - ΜΜΕ

γ. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΕΤΑΑ και των Τομέων αυτού

δ. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΟΓΑ

ε. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΟΑΕΕ

στ. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΝΑΤ

ζ. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΤΑΥΤΕΚΩ

η. Τμήμα Διαχείρισης Οικονομικών πρώην ΕΤΑΤ.

13. Οι αρμοδιότητες των Τμημάτων της προηγούμενης παραγράφου αφορούν την περαίωση όλων των εκκρεμών υποθέσεων της οικονομικής διαχείρισης των πρώην ΦΚΑ και ιδίως:

α. Την κατανομή και ενταλματοποίηση των δαπανών.

β. Την ολοκλήρωση των απολογισμών ισολογισμών και ελέγχων.

γ. Την επεξεργασία των στοιχείων και την υποβολή των προβλεπόμενων δημοσιονομικών αναφορών και δηλώσεων.

14. Οι αρμοδιότητες των οικονομικών υπηρεσιών και λογιστηρίων των εντασσόμενων φορέων ασκούνται, αντίστοιχα, από τα τμήματα της παραγράφου 2 και τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

15. Στα Τμήματα της παραγράφου 12 ως Προϊστάμενοι τοποθετούνται κατά προτεραιότητα υπάλληλοι που υπηρετούσαν στις αντίστοιχες οργανικές μονάδες των εντασσόμενων φορέων και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 101 του παρόντος νόμου, όπως ισχύει.

 


 

Άρθρο 68α.

Γενική Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων διαρθρώνεται ως εξής:

α. Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων

β. Διεύθυνση Α΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος

γ. Διεύθυνση Β΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος

δ. Διεύθυνση Γ΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος

ε. Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων λόγω Θανάτου

στ. Διεύθυνση Απονομής Διακρατικών Συντάξεων

ζ. Αυτοτελές Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας.

2. Η Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων

β. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)

γ. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων Διακρατικών Συμβάσεων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΔΣΚΑ)

δ. Τμήμα Μητρώου Συνταξιούχων

ε. Τμήμα Δειγματοληπτικών Ελέγχων.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Απονομής Συντάξεων κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων

αα. Ο χειρισμός θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με τις συντάξεις γήρατος και τις συντάξεις λόγω θανάτου και η έκδοση σχετικών οδηγιών.

ββ. Η μελέτη και υποβολή προτάσεων για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση της νομοθεσίας απονομής συντάξεων γήρατος και συντάξεων λόγω θανάτου.

γγ. Η παρακολούθηση της εξέλιξης του πλήθους των αιτήσεων για συντάξεις γήρατος και συντάξεις λόγω θανάτου, καθώς και του ρυθμού εξυπηρέτησής τους, για τη διατύπωση προτάσεων καλύτερης και αποτελεσματικότερης οργάνωσης.

δδ. Η μέριμνα για το σχεδιασμό εφαρμογών συντάξεων, καθώς και την αναβάθμιση και επικαιροποίηση των υφιστάμενων μηχανογραφικών εφαρμογών συντάξεων.

εε. Η συγκέντρωση και αξιολόγηση προβλημάτων και προτάσεων από τους χρήστες των εφαρμογών συντάξεων και η μέριμνα για την αντιμετώπιση αυτών.

στστ. Η τυποποίηση των Απογραφικών Δελτίων Συνταξιοδότησης και η παροχή οδηγιών για την ορθή συμπλήρωση αυτών στις Τοπικές Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Μέχρι την έναρξη ισχύος του Οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α., ο χειρισμός θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας σχετικά με τις συντάξεις αναπηρίας, επιδομάτων και λοιπών παροχών.

β. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)

αα. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στην εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας της ΕΕ στον τομέα των συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου.

ββ. Ο χειρισμός των θεμάτων που σχετίζονται με το ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων των υπηρεσιών και οργάνων της ΕΕ.

γγ. Η κοινοποίηση των σχετικών διατάξεων και η έκδοση ερμηνευτικών οδηγιών εφαρμογής προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η παρακολούθηση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η διατύπωση των θέσεων της Διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α. σε θέματα ερμηνείας, εφαρμογής ή τροποποίησης της νομοθεσίας της ΕΕ, αλλά και σε προδικαστικά ερωτήματα και προσφυγές.

εε. Η εκπόνηση προγραμμάτων συνεργασίας μεταξύ Ε.Φ.Κ.Α. και ασφαλιστικών φορέων της ΕΕ με σκοπό την ενημέρωση των ασφαλισμένων και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εμπειρογνωμόνων των φορέων για την επίλυση ζητημάτων συντονισμού των διαφορετικών νομοθεσιών στον τομέα των συντάξεων.

στστ. Η διατύπωση απόψεων και προτάσεων προς τις αρμόδιες ελληνικές αρχές επί των Κανονισμών και των Οδηγιών της ΕΕ για συνταξιοδοτικά θέματα, καθώς και για θέματα σχετικά με τις δραστηριότητες της Διοικητικής Επιτροπής Κοινωνικών Ασφαλίσεων Διακινούμενων Εργαζόμενων (ΔΕΚΑΔΕ).

ζζ. Η διαχείριση θεμάτων που αφορούν στην είσπραξη ή τον συμψηφισμό παροχών που έχουν χορηγηθεί αχρεωστήτως.

ηη. Η διαχείριση θεμάτων που άπτονται της διαδικασίας πληρωμής των συνταξιούχων, σύμφωνα με τους Κανονισμούς της ΕΕ και η έκδοση οδηγιών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν.

θθ. Η παρακολούθηση της εξέλιξης του πλήθους των αιτήσεων συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου της ΕΕ, καθώς και του ρυθμού εξυπηρέτησής τους, για τη διατύπωση προτάσεων καλύτερης και αποτελεσματικότερης οργάνωσης.

ιαια. Η συγκέντρωση, καταγραφή και αξιολόγηση προβλημάτων και προτάσεων από τους χρήστες των εφαρμογών συντάξεων και η μέριμνα για την αντιμετώπιση αυτών.

ιβιβ. Η τυποποίηση των Απογραφικών Δελτίων Συνταξιοδότησης και η παροχή οδηγιών για την ορθή συμπλήρωσή τους στις Τοπικές Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

γ. Τμήμα Νομοθεσίας Συντάξεων Διακρατικών Συμβάσεων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΔΣΚΑ)

αα. Ο χειρισμός θεμάτων που αφορούν στην εφαρμογή των διατάξεων των ΔΣΚΑ στον τομέα των συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου.

ββ. Ο χειρισμός των θεμάτων που σχετίζονται με το ιδιαίτερο συνταξιοδοτικό καθεστώς των υπαλλήλων των Διεθνών Οργανισμών με τους οποίους η Ελλάδα έχει συνάψει σύμβαση.

γγ. Η κοινοποίηση των σχετικών διατάξεων και η έκδοση ερμηνευτικών οδηγιών εφαρμογής προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

δδ. Η εκπόνηση προγραμμάτων συνεργασίας μεταξύ Ε.Φ.Κ.Α. και κρατών με τα οποία έχουν συναφθεί ΔΣΚΑ, με σκοπό την ενημέρωση των ασφαλισμένων και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εμπειρογνωμόνων των φορέων για την επίλυση ζητημάτων συντονισμού των διαφορετικών νομοθεσιών στον τομέα των συντάξεων.

εε. Η διαχείριση θεμάτων που άπτονται της διαδικασίας πληρωμής των συνταξιούχων, σύμφωνα με τις ΔΣΚΑ και η έκδοση οδηγιών για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν.

στστ. Η σύνταξη εισηγητικών εκθέσεων προς την αρμόδια Ελληνική Αρχή και η προετοιμασία των θεμάτων των διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη ή την τροποποίηση των ΔΣΚΑ, στον τομέα των συντάξεων.

ζζ. Η σύνταξη εισηγητικών εκθέσεων προς την αρμόδια Ελληνική Αρχή και η προετοιμασία των θεμάτων των διαπραγματεύσεων με σκοπό τη σύναψη ή την τροποποίηση ΔΣΚΑ, στον τομέα των συντάξεων.

ηη. Η παρακολούθηση της εξέλιξης του πλήθους των αιτήσεων για διακρατικές συντάξεις γήρατος, καθώς και του ρυθμού εξυπηρέτησής τους, για τη διατύπωση προτάσεων καλύτερης και αποτελεσματικότερης οργάνωσης.

θθ. Η συγκέντρωση, καταγραφή και αξιολόγηση προβλημάτων και προτάσεων από τους χρήστες των εφαρμογών συντάξεων και η μέριμνα για την αντιμετώπιση αυτών.

ιι. Η τυποποίηση των Απογραφικών Δελτίων Συνταξιοδότησης και η παροχή οδηγιών για την ορθή συμπλήρωσή τους στις Τοπικές Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

δ. Τμήμα Μητρώου Συνταξιούχων

αα. Η μέριμνα για την τήρηση, την ενημέρωση, τον έλεγχο και την εκκαθάριση του μητρώου των συνταξιούχων.

ββ. Η διαγραφή των αποβιωσάντων συνταξιούχων

γγ. Η μέριμνα για την αναβάθμιση και επικαιροποίηση των υφιστάμενων μηχανογραφικών εφαρμογών.

δδ. Η τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων που αφορούν την κίνηση και τις μεταβολές των συνταξιούχων, καθώς και η έκδοση περιοδικών δελτίων κίνησης συνταξιούχων.

εε. Ο χειρισμός θεμάτων για τη χορήγηση ασφαλιστικής ικανότητας σε συνταξιούχους και αιτούντες σύνταξη.

στστ. Η έκδοση φύλλων μεταβολών προς τους συνταξιούχους.

ζζ. Η παροχή πληροφοριών σε άλλους δημόσιους φορείς σχετικά με την κίνηση, τις μεταβολές και τις αποδοχές συνταξιούχων.

ηη. Οδηγίες για τη χορήγηση των πάσης φύσεως βεβαιώσεων που αφορούν στο ύψος στην αιτία, στη χρονική διάρκεια των καταβαλλομένων συντάξεων γήρατος και των συντάξεων λόγω θανάτου.

ε. Τμήμα Δειγματοληπτικών Ελέγχων

αα. Η διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων για την ορθή έκδοση των συνταξιοδοτικών πράξεων, καθώς και των πάσης φύσεως μεταβολών στις συντάξεις γήρατος και τις συντάξεις λόγω θανάτου.

ββ. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή μεθόδων για την επιλογή των πράξεων συνταξιοδότησης που θα αποτελούν το δείγμα προς έλεγχο.

γγ. Η διατύπωση συστάσεων και προτάσεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α. για την προσαρμογή και τη βελτίωση των διαδικασιών έκδοσης των συντάξεων.

δδ. Η συγκέντρωση και η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των δειγματοληπτικών ελέγχων, καθώς και η σύνταξη ετήσιας έκθεσης με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν.

4. Οι Διευθύνσεις Α΄, Β΄ και Γ΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος συγκροτούνται από τα Τμήματα:

α. Τμήματα Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος.

β. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών

γ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων Γήρατος.

5. Οι αρμοδιότητες των Διευθύνσεων Α΄, Β΄ και Γ΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήματα Α΄, Β΄, Γ΄ και Δ΄ Απονομής Συντάξεων Γήρατος

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων Συνταξιοδότησης από τις αρμόδιες Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων γήρατος, και η έκδοση και κοινοποίηση αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών με τις οποίες καθορίζεται ή μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη γήρατος.

δδ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων συνταξιοδότησης.

εε. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

στστ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης γήρατος, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ζζ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

β. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών

αα. Η μέριμνα για την παροχή κάθε πληροφορίας και τεκμηριωτικού υλικού, προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., επί αιτήσεων θεραπείας, ενστάσεων, προσφυγών και κάθε ενδίκου μέσου για θέματα αρμοδιότητας της Διεύθυνσης.

ββ. Η διατύπωση των απόψεων του Ε.Φ.Κ.Α. επί ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που έχουν ασκηθεί από ασφαλισμένους στα αρμόδια δικαστήρια, για θέματα που αφορούν τη νομοθεσία χορήγησης συντάξεων γήρατος.

γγ. Η υποβοήθηση του έργου των Διοικητικών Επιτροπών με την παροχή δεδομένων και πληροφοριών για την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των ενστάσεων και των προσφυγών.

δδ. Η συγκέντρωση, η ταξινόμηση, η στατιστική παρακολούθηση και η αξιολόγηση όλων των αιτημάτων, των ενστάσεων και των προσφυγών που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και των αποφάσεων των Διοικητικών Επιτροπών.

εε. Η διατύπωση προτάσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση θεμάτων για τα οποία υποβάλλονται ενστάσεις και προσφυγές.

γ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων Γήρατος

αα. Η έγκαιρη εκκαθάριση και εκτέλεση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και η πληρωμή των συντάξεων γήρατος.

ββ. Η ενημέρωση των τηρούμενων ανά κατηγορία συνταξιούχων ατομικών μερίδων με τις εκάστοτε μεταβολές της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης.

γγ. Η αναζήτηση, βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως και η μέριμνα για την ορθή εκτέλεση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων.

δδ. Η διενέργεια παρακρατήσεων και κρατήσεων δανείων, καθώς και η διενέργεια λοιπών κρατήσεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

εε. Η μέριμνα για τη λήψη κάθε δικαστικού μέτρου σε βάρος συνδικαιούχων ή και κληρονόμων θανόντων συνταξιούχων σε περιπτώσεις μη δήλωσης του θανάτου.

6. Η χωρική αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Απονομής Συντάξεων Γήρατος είναι η ακόλουθη:

α. Η Α΄ Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων Γήρατος απονέμει τις συντάξεις για τις Περιφέρειες Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, καθώς και του Αγίου Όρους που αποτελεί αυτοδιοίκητο τμήμα του Ελληνικού Κράτους.

β. Η Β΄ Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων Γήρατος απονέμει τις συντάξεις για την Περιφέρεια Αττικής.

γ. Η Γ΄ Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων Γήρατος απονέμει τις συντάξεις για τις Περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Ιονίων Νήσων, Πελοποννήσου, Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης.

7. Η Διεύθυνση Απονομής Συντάξεων λόγω Θανάτου συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήματα Α΄, Β΄ και Γ΄ Απονομής Συντάξεων λόγω Θανάτου.

β. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών γ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων λόγω Θανάτου.

8. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Απονομής Συντάξεων λόγω Θανάτου κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήματα Α΄, Β΄ και Γ΄ Απονομής Συντάξεων λόγω Θανάτου

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων απονομής συντάξεων λόγω θανάτου από τις Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων λόγω θανάτου και η έκδοση και κοινοποίηση αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών με τις οποίες καθορίζεται η μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη λόγω θανάτου.

δδ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων συνταξιοδότησης λόγω θανάτου.

εε. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων λόγω θανάτου, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

στστ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης λόγω θανάτου, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ζζ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

β. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών

αα. Η μέριμνα για την παροχή κάθε πληροφορίας και τεκμηριωτικού υλικού προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., επί αιτήσεων θεραπείας, ενστάσεων, προσφυγών και κάθε ενδίκου μέσου για θέματα αρμοδιότητας της Διεύθυνσης.

ββ. Η διατύπωση των θέσεων του Ε.Φ.Κ.Α. επί ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων που έχουν ασκηθεί από ασφαλισμένους στα αρμόδια δικαστήρια για θέματα που αφορούν τη νομοθεσία χορήγησης συντάξεων λόγω θανάτου.

γγ. Η υποβοήθηση του έργου των Διοικητικών Επιτροπών με την παροχή δεδομένων και πληροφοριών για την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των ενστάσεων και των προσφυγών.

δδ. Η συγκέντρωση, ταξινόμηση, στατιστική παρακολούθηση και αξιολόγηση όλων των αιτημάτων, των ενστάσεων και των προσφυγών που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και των αποφάσεων των Διοικητικών Επιτροπών.

εε. Η διατύπωση προτάσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση θεμάτων για τα οποία υποβάλλονται ενστάσεις και προσφυγές.

γ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων λόγω Θανάτου

αα. Η έγκαιρη εκκαθάριση και εκτέλεση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και η πληρωμή των συντάξεων λόγω θανάτου.

ββ. Η ενημέρωση των τηρούμενων κατά κατηγορία ατομικών μερίδων των συνταξιούχων με τις εκάστοτε μεταβολές της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης.

γγ. Η αναζήτηση, βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως και η μέριμνα για την ορθή εκτέλεση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων.

δδ. Η διενέργεια παρακρατήσεων και κρατήσεων δανείων, καθώς και η διενέργεια λοιπών κρατήσεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

εε. Η λήψη κάθε δικαστικού μέτρου σε βάρος συνδικαιούχων ή και κληρονόμων θανόντων συνταξιούχων σε περιπτώσεις μη δήλωσης του θανάτου.

9. Η Διεύθυνση Απονομής Διακρατικών Συντάξεων συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήματα Α΄ και Β΄ Απονομής Συντάξεων ΕΕ

β. Τμήματα Α΄ και Β΄ Απονομής Συντάξεων ΔΣΚΑ

γ. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών

δ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων ΕΕ και ΔΣΚΑ.

10. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Απονομής Διακρατικών Συντάξεων κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήματα Α΄ και Β΄ Απονομής Συντάξεων ΕΕ

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων απονομήςσυντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου των κατοίκων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου των κατοίκων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η έκδοση και κοινοποίηση των οικείων αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η σύνταξη εισηγήσεων επί ενστάσεων και προσφυγών για θέματα των συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου των κατοίκων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

δδ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών, με τις οποίες καθορίζεται ή μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη γήρατος ή και λόγω θανάτου.

εε. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων συνταξιοδότησης γήρατος ή και λόγω θανάτου.

στστ. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων γήρατος ή και λόγω θανάτου, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

ζζ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης γήρατος ή και λόγω θανάτου, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ηη. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

β. Τμήματα Α΄ και Β΄ Απονομής Συντάξεων ΔΣΚΑ

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων απονομής συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου για τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει ΔΣΚΑ από τις Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου για τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει ΔΣΚΑ, καθώς και η έκδοση και κοινοποίηση των οικείων αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η σύνταξη εισηγήσεων επί ενστάσεων και προσφυγών για θέματα συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου για τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει ΔΣΚΑ.

δδ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών με τις οποίες καθορίζεται η μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη γήρατος ή και λόγω θανάτου.

εε. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων συνταξιοδότησης γήρατος ή και λόγω θανάτου.

στστ. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων γήρατος ή και λόγω θανάτου, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

ζζ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης γήρατος ή και λόγω θανάτου, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ηη. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

γ. Τμήμα Ενστάσεων και Προσφυγών

αα. Η μέριμνα για την παροχή κάθε πληροφορίας και τεκμηριωτικού υλικού, προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., επί αιτήσεων θεραπείας, ενστάσεων, προσφυγών και κάθε ενδίκου βοηθήματος και μέσου για θέματα αρμοδιότητας της Διεύθυνσης.

ββ. Η διατύπωση των θέσεων του Ε.Φ.Κ.Α. επί ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων που έχουν ασκηθεί από ασφαλισμένους στα αρμόδια δικαστήρια για θέματα που αφορούν τη νομοθεσία χορήγησης συντάξεων γήρατος και λόγω θανάτου για τις χώρες της ΕΕ και τις χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει ΔΣΚΑ.

γγ. Η υποβοήθηση του έργου των Διοικητικών Επιτροπών με την παροχή δεδομένων και πληροφοριών για την ομοιόμορφη αντιμετώπιση των ενστάσεων και των προσφυγών.

δδ. Η συγκέντρωση, η ταξινόμηση, η στατιστική παρακολούθηση και η αξιολόγηση όλων των αιτημάτων, των ενστάσεων και των προσφυγών που υποβάλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και των αποφάσεων των Διοικητικών Επιτροπών.

εε. Η διατύπωση προτάσεων για την πρόληψη και την αντιμετώπιση θεμάτων για τα οποία υποβάλλονται ενστάσεις και προσφυγές.

δ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων ΕΕ και ΔΣΚΑ

αα. Η έγκαιρη εκκαθάριση και εκτέλεση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και η πληρωμή των συντάξεων γήρατος ή και λόγω θανάτου των χωρών της ΕΕ και των χωρών με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει ΔΣΚΑ.

ββ. Η ενημέρωση των τηρούμενων ανά κατηγορία συνταξιούχων ατομικών μερίδων με τις εκάστοτε μεταβολές της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης.

γγ. Η αναζήτηση, βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως και η μέριμνα για την ορθή εκτέλεση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων.

δδ. Η διενέργεια παρακρατήσεων και κρατήσεων δανείων, καθώς και η διενέργεια λοιπών κρατήσεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

εε. Η λήψη κάθε δικαστικού μέτρου σε βάρος συνδικαιούχων ή και κληρονόμων θανόντων συνταξιούχων σε περιπτώσεις μη δήλωσης του θανάτου.

 


 

Άρθρο 68β.

Γενική Διεύθυνση Καταβολής Παροχών Υγείας.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Καταβολής Παροχών Υγείας διαρθρώνεται ως εξής:

α. Διεύθυνση Βασικών Παροχών σε Χρήμα

β. Διεύθυνση Λοιπών Παροχών

γ. Διεύθυνση Ιατρικής Αξιολόγησης

δ. Διεύθυνση Συντάξεων Ανικανότητας και Ατυχημάτων

2. Η Διεύθυνση Βασικών Παροχών σε Χρήμα συγκροτείται από τα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Νομοθεσίας Παροχών

β. Τμήμα Επιδομάτων Μητρότητας

γ. Τμήμα Εξόδων Κηδείας

δ. Τμήμα Επιδομάτων Ασθένειας.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Βασικών Παροχών σε Χρήμα κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Νομοθεσίας Παροχών

αα. Ο χειρισμός θεμάτων, που αφορούν τις παροχές επιδομάτων μητρότητας, εξόδων κηδείας και επιδομάτων ασθενείας, τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας και η έκδοση σχετικών οδηγιών.

ββ. Η μελέτη και υποβολή προτάσεων για τη συμπλήρωση ή την τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών σχετικά με τα επιδόματα μητρότητας, τα έξοδα κηδείας και τα επιδόματα ασθενείας.

γγ. Η μέριμνα για το σχεδιασμό εφαρμογών για τα επιδόματα μητρότητας, τα έξοδα κηδείας και τα επιδόματα ασθενείας, καθώς και την αναβάθμιση και επικαιροποίηση των υφιστάμενων μηχανογραφικών εφαρμογών.

δδ. Η συγκέντρωση, η αξιολόγηση προβλημάτων και προτάσεων για τα επιδόματα μητρότητας, τα έξοδα κηδείας και τα επιδόματα ασθενείας και η μέριμνα για την αντιμετώπιση αυτών.

εε. Η τυποποίηση των Δελτίων Παροχών (Μητρότητας, Εξόδων Κηδείας και Επιδομάτων Ασθένειας) και η έκδοση οδηγιών για την ορθή συμπλήρωσή τους στις Τοπικές Υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α..

β. Τμήμα Επιδομάτων Μητρότητας

αα. Η παραλαβή των Δελτίων Επιδόματος Μητρότητας από τις Τοπικές Υπηρεσίες και η έκδοση των αποφάσεων καταβολής και η πληρωμή του επιδόματος μητρότητας στους δικαιούχους.

ββ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων για επιδόματα μητρότητας.

γγ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

γ. Τμήμα Εξόδων Κηδείας

αα. Η παραλαβή των Δελτίων Εξόδων Κηδείας από τις Τοπικές Υπηρεσίες και η έκδοση των αποφάσεων καταβολής και η πληρωμή των Εξόδων Κηδείας στους δικαιούχους.

ββ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων για Έξοδα Κηδείας.

γγ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

δ. Τμήμα Επιδομάτων Ασθένειας

αα. Η παραλαβή των Δελτίων Επιδόματος Ασθένειας από τις Τοπικές Υπηρεσίες και η έκδοση των αποφάσεων καταβολής και η πληρωμή των επιδομάτων ασθένειας στους δικαιούχους.

ββ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων για επιδόματα ασθένειας.

γγ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

4. Η Διεύθυνση Λοιπών Παροχών συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Παροχών σε Χρήμα ή Είδος

β. Τμήμα Προσυνταξιοδοτικών Παροχών.

5. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Λοιπών Παροχών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Παροχών σε Είδος

αα. Η συγκέντρωση των αιτημάτων για έξοδα παροχών σε χρήμα, όπως τα έξοδα παιδικών σταθμών, τα έξοδα κατασκηνώσεων, τα επιδόματα ανεργίας, τα δώρα εφημεριδοπωλών, κ.λπ..

ββ. Η εξέταση, η έγκριση και η καταβολή στους δικαιούχους των ανωτέρω παροχών σε χρήμα.

γγ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων για τις ανωτέρω παροχές.

δδ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

β. Τμήμα Προσυνταξιοδοτικών Παροχών

αα. Η παραλαβή των Δελτίων Προσυνταξιοδοτικών Παροχών από τις Τοπικές Υπηρεσίες και η έκδοση των αποφάσεων καταβολής και η πληρωμή των προσυνταξιοδοτικών παροχών στους δικαιούχους.

ββ. Η αναπροσαρμογή των προσυνταξιοδοτικών παροχών μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων χορήγησης κύριας σύνταξης, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

γγ. Μέχρι την έναρξη του οργανισμού του Ε.Φ.Κ.Α.: η περαίωση όλων των εκκρεμοτήτων των προσυνταξιοδοτικών παροχών του πρώην ΕΤΑΤ για αιτήσεις που υποβλήθηκαν έως 31.12.2016, η παραλαβή και η περαίωση των αιτήσεων προσυνταξιοδοτικών παροχών από την 1.1.2017 και μετά.

δδ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων για προσυνταξιοδοτικές παροχές.

εε. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

6. Η Διεύθυνση Ιατρικής Αξιολόγησης συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Προγραμματισμού και Σύστασης Υγειονομικών Επιτροπών

β. Τμήμα Ιατρικής Εργασίας και Υποστήριξης Υγειονομικών Επιτροπών

γ. Τμήμα Διαχείρισης και Αξιολόγησης Αποτελεσμάτων Υγειονομικών Επιτροπών

7. Οι αρμοδιότητες της Ιατρικής Αξιολόγησης κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Προγραμματισμού και Σύστασης Υγειονομικών Επιτροπών

αα. Με βάση τα δεδομένα ο προσδιορισμός του πλήθους και των περιοχών λειτουργίας Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.), καθώς και η εισήγηση για τη σύσταση, οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.).

ββ. Η καταγραφή, με βάση τα δεδομένα, του απαιτούμενου αριθμού ιατρών του Ειδικού Σώματος συνολικά ανά ειδικότητα και ανά περιοχή.

γγ. Η συγκρότηση των τακτικών και έκτακτων Υγειονομικών Επιτροπών, καθώς και ο αριθμός συμμετοχών έκαστου ιατρού στην Υγειονομική Επιτροπή ανά σημείο παροχής υπηρεσιών ΚΕ.Π.Α..

δδ. Η έκδοση ανακλητικών αποφάσεων επί αδυναμίας συμμετοχής ιατρών.

εε. Η κατάρτιση μηνιαίων καταστάσεων αμοιβής ιατρών και γραμματέων που δικαιούνται ειδικής αποζημίωσης, λόγω συμμετοχής στις Υγειονομικές Επιτροπές των ΚΕ.Π.Α., καθώς και η συλλογή των απαιτούμενων προς τούτο στοιχείων.

στστ. Η μέριμνα για την ένταξη νέων ιατρών στο Ειδικό Σώμα, σύμφωνα με τις ανάγκες που διατυπώνονται από το Τμήμα Προγραμματισμού.

ζζ. Η δημιουργία και η τήρηση Μητρώου Ειδικού Σώματος ιατρών Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και του Σώματος γραμματέων των Υγειονομικών Επιτροπών.

β. Τμήμα Ιατρικής Εργασίας και Υποστήριξης Υγειονομικών Επιτροπών

αα. Η παροχή εγγράφων διευκρινίσεων επί αιτημάτων φορέων για αποσαφήνιση συμπλήρωση των γνωμοδοτήσεων των Υγειονομικών Επιτροπών όπου αυτό απαιτείται.

ββ. Η έκδοση εγκυκλίων οδηγιών, εγγράφων, καθώς και η παροχή διευκρινίσεων προς κάθε αρμόδια διοικητική και δικαστική αρχή σε θέματα αναπηρίας.

γγ. Η διατύπωση απόψεων επί προσφυγών ασφαλισμένων ή ανασφάλιστων κατά των οριστικοποιημένων γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών.

δδ. Η μέριμνα για τη γραμματειακή υποστήριξη των Υγειονομικών Επιτροπών και για την τήρηση του Κανονισμού Λειτουργίας τους.

εε. Η μέριμνα για την εκπαίδευση και διαρκή επιμόρφωση των ιατρών του Ειδικού Σώματος, καθώς και των γραμματέων των Υγειονομικών Επιτροπών Κ.Ε.Π.Α..

γ. Τμήμα Διαχείρισης και Αξιολόγησης Αποτελεσμάτων Υγειονομικών Επιτροπών

αα. Η έκδοση αποφάσεων για τις γνωματεύσεις των Υγειονομικών Επιτροπών.

ββ. Η έκδοση τροποποιητικών αποφάσεων επί των γνωματεύσεων των Υγειονομικών Επιτροπών.

γγ. Η αποστολή των αποφάσεων των Υ.Ε. στις αρμόδιες Τοπικές Υπηρεσίες.

δδ. Η μέριμνα για την ορθή τήρηση του Ενιαίου Πίνακα Προσδιορισμού Αναπηρίας, η αντιμετώπιση θεμάτων που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή του και η υποβολή προτάσεων για την αναθεώρησή του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

εε. Η κατάρτιση εισηγήσεων γνωμοδοτικού χαρακτήρα, προς τα αρμόδια διοικητικά όργανα για την άσκηση προσφυγών στις Δευτεροβάθμιες Υγειονομικές Επιτροπές.

στστ. Η πραγματοποίηση μελετών και στατιστικών αναλύσεων για τις γνωματεύσεις των Υ.Ε. και η έκδοση οδηγιών για την ενιαία και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των περιστατικών από τις Υ.Ε..

ζζ. Ο συστηματικός έλεγχος των γνωματεύσεων των Υ.Ε. μέσω της καθιέρωσης και της λειτουργίας Επιτροπής Δειγματοληπτικού Ελέγχου.

8. Η Διεύθυνση Συντάξεων Ανικανότητας, Ατυχημάτων συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Μητρώου Προσώπων με Ανικανότητα

β. Τμήμα Απονομής Συντάξεων Ανικανότητας

γ. Τμήμα Απονομής Συντάξεων Ατυχημάτων

δ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων Ανικανότητας και Ατυχημάτων.

9. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Συντάξεων Ανικανότητας, Ατυχημάτων και Αποκατάστασης κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Μητρώου Προσώπων με Ανικανότητα

αα. Ο καθορισμός των δεδομένων, η τήρηση και η διαρκής ενημέρωση του Μητρώου Προσώπων με Ανικανότητα.

ββ. Η εφαρμογή διαδικασιών επαλήθευσης, πιστοποίησης και ελέγχου της πληρότητας και της ορθότητας των δεδομένων του Μητρώου Προσώπων με Ανικανότητα.

γγ. Ο έλεγχος των δεδομένων του Μητρώου Προσώπων με Ανικανότητα για τον εντοπισμό εσφαλμένων καταχωρίσεων, καθώς και η λήψη μέτρων για την πρόληψη τέτοιων καταχωρίσεων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που οφείλονται σε δόλο.

δδ. Η έκδοση εγκυκλίων και οδηγιών για θέματα σχετικά με το Μητρώο Προσώπων με Ανικανότητα, καθώς και η μέριμνα για τη χορήγηση πάσης φύσεως βεβαιώσεων και πιστοποιητικών.

εε. Η μέριμνα για την έκδοση περιοδικών και έκτακτων αναφορών με στατιστικά στοιχεία των μητρώων.

στστ. Η μέριμνα για την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

β. Τμήμα Απονομής Συντάξεων Ανικανότητας

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων Συντάξεων Ανικανότητας από τις αρμόδιες Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων ανικανότητας και η έκδοση και κοινοποίηση αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών με τις οποίες καθορίζεται ή μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη ανικανότητας.

δδ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων.

εε. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

στστ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης ανικανότητας, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ζζ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

γ. Τμήμα Απονομής Συντάξεων Ατυχημάτων

αα. Η παραλαβή των Απογραφικών Δελτίων Συντάξεων Ατυχημάτων από τις αρμόδιες Τοπικές Υπηρεσίες.

ββ. Ο υπολογισμός των συντάξεων ατυχημάτων και η έκδοση και κοινοποίηση αποφάσεων συνταξιοδότησης.

γγ. Η εκτέλεση των αποφάσεων των αρμοδίων δικαστικών αρχών με τις οποίες καθορίζεται ή μεταβάλλεται η ήδη καταβαλλόμενη σύνταξη ατυχημάτων.

δδ. Η έκδοση τροποποιητικών και ανακλητικών πράξεων.

εε. Η αναπροσαρμογή των συντάξεων, σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

στστ. Η αναστολή ή ο περιορισμός της σύνταξης ατυχημάτων, όπου απαιτείται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

ζζ. Η έκδοση καταλογιστικών πράξεων και αποφάσεων παρακράτησης.

δ. Τμήμα Εκκαθάρισης και Πληρωμής Συντάξεων Ανικανότητας και Ατυχημάτων

αα. Η έγκαιρη εκκαθάριση και εκτέλεση των συνταξιοδοτικών αποφάσεων και η πληρωμή των συντάξεων ανικανότητας και ατυχημάτων.

ββ. Η ενημέρωση των τηρούμενων ανά κατηγορία συνταξιούχων ατομικών μερίδων με τις εκάστοτε μεταβολές της συνταξιοδοτικής τους κατάστασης.

γγ. Η αναζήτηση, βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως και η μέριμνα για την ορθή εκτέλεση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων.

δδ. Η διενέργεια παρακρατήσεων και κρατήσεων δανείων, καθώς και η διενέργεια λοιπών κρατήσεων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.»

 


 

Άρθρο 68γ.

Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Ανάπτυξης.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Στρατηγικής και Ανάπτυξης διαρθρώνεται ως εξής:

α. Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ανάλυσης Πολιτικής

β. Διεύθυνση Μελετών.

2. Η Διεύθυνση Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ανάλυσης Πολιτικής συγκροτείται από τα ακόλουθα Τμήματα:

α. Τμήμα Στρατηγικού Προγράμματος και Επιχειρησιακής Δράσης

β. Τμήμα Αξιολόγησης Αποτελεσμάτων.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Ανάλυσης Πολιτικής κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Στρατηγικού Προγράμματος και Επιχειρησιακής Δράσης

αα. Καταρτίζει το ετήσιο επιχειρησιακό σχέδιο δράσης του Ε.Φ.Κ.Α., καθορίζοντας χρονοδιάγραμμα υλοποίησης δράσεων/έργων, καθώς και τους απαιτούμενους πόρους (ανθρώπινους και οικονομικούς).

ββ. Συγκεντρώνει, επεξεργάζεται, τεκμηριώνει και ενημερώνει συνεχώς τα γεωγραφικά, δημογραφικά, οικονομικά, κοινωνικά και άλλα στοιχεία που αφορούν στην εφαρμογή του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος και παρέχει κάθε αναγκαία τεκμηρίωση και πληροφόρηση.

γγ. Φροντίζει για τη συλλογή, εξαγωγή και τήρηση στατιστικών στοιχείων για την εφαρμοζόμενη ασφαλιστική και συνταξιοδοτική πολιτική και αναπτύσσει και διαχειρίζεται σύστημα ανάλυσης πληροφοριών και δεδομένων.

δδ. Συγκεντρώνει, μελετά και επεξεργάζεται προτάσεις, εκθέσεις και πορίσματα Διεθνών/Διακρατικών Οργανισμών ή άλλων Φορέων, για θέματα σχετικά με τον τομέα αρμοδιοτήτων του Ε.Φ.Κ.Α. και μεριμνά για την αξιοποίησή τους.

εε. Επιμελείται το συντονισμό θεμάτων Διεθνών/Διακρατικών Οργανισμών ή άλλων Φορέων του τομέα αρμοδιότητας του Ε.Φ.Κ.Α. και προωθεί την συνεργασία με αυτούς.

στστ. Αναλύει τις επιμέρους ενέργειες κάθε σχετικής διαδικασίας, με σκοπό τον εντοπισμό εναλλακτικών τρόπων επίτευξης του ίδιου ή καλύτερου αποτελέσματος (ποιότητα, ποσότητα) με μεγαλύτερη οικονομία πόρων και χρόνου.

ζζ. Παρέχει κάθε φύσης επιστημονική υποστήριξη στα Όργανα Διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

β. Αρμοδιότητες του Τμήματος Αξιολόγησης Αποτελεσμάτων.

αα. Μεριμνά για την παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α. και την γενικότερη αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας αυτών, καθώς και την υποβολή προτάσεων, αρμοδίως, για την αναπροσαρμογή των ποσοτικών και ποιοτικών στόχων,

ββ. Συλλέγει, αξιολογεί και καταγράφει τις μεθόδους, τα μέσα και τους τρόπους διάπραξης παραβάσεων της ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής νομοθεσίας, παρακολουθεί τις επικρατούσες τάσεις παραβατικότητας και υποβάλλει προτάσεις αντιμετώπισης αυτών, σύμφωνα και με τις διεθνείς πρακτικές.

γγ. Αξιολογεί τις μεθόδους και την ποιότητα των ελέγχων που ασκούνται από τις καθ’ ύλην αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Φ.Κ.Α. και εισηγείται μέτρα για την αποτελεσματικότερη διενέργεια των ελέγχων αυτών, καθώς και για τη βελτίωση της ποιότητάς τους.

δδ. Διενεργεί δειγματοληπτικό επανέλεγχο υποθέσεων για τη διακρίβωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητάς τους.

εε. Παρακολουθεί σε τριμηνιαία βάση την υλοποίηση του ετήσιου επιχειρησιακού προγραμματισμού δράσης των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και των αποτελεσμάτων του προγραμματισμού δράσης, με τη χρήση συστήματος δεικτών μέτρησης, ώστε να γίνονται διορθωτικές παρεμβάσεις, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο και υποβάλλει σχετική έκθεση στον Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. και τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

στστ. Εισηγείται για τη λήψη των αναγκαίων νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, βάσει των αποτελεσμάτων και συμπερασμάτων από τη δραστηριότητα των υπηρεσιών του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Συντάσσει και υποβάλλει στον Διοικητή του Ε.Φ.Κ.Α. και στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ετήσια απολογιστική έκθεση των δράσεων του φορέα.

ηη. Παρέχει κάθε φύσης επιστημονική υποστήριξη στα Όργανα Διοίκησης του Ε.Φ.Κ.Α., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

4. Η Διεύθυνση Μελετών συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Αναλογιστικών Μελετών

β. Τμήμα Στατιστικών και Οικονομικών Αναλύσεων.

5. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Μελετών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Αναλογιστικών Μελετών

αα. Η κατάρτιση αναλογιστικών και οικονομικών μελετών, σχετιζομένων προς την οικονομική πορεία του Ε.Φ.Κ.Α. γενικώς, καθώς και προς την κατά κλάδους ή τομείς δραστηριότητά του.

ββ. Η ειδική επεξεργασία των στατιστικών δεδομένων των πάσης φύσεως παροχών του ασφαλισμένου πληθυσμού που χορηγεί ο Ε.Φ.Κ.Α., παρακολούθηση ασφαλιστικών μεγεθών, υπολογισμός σχετικών δεικτών.

γγ. Οι προβλέψεις και οι εκτιμήσεις ασφαλιστικών μεγεθών και η σύνταξη συναφών εκθέσεων.

δδ. Η κατάρτιση μελετών και προβλέψεων με τη χρησιμοποίηση των στατιστικών στοιχείων του Ε.Φ.Κ.Α. και των πληροφοριών από ημεδαπά και αλλοδαπά κέντρα τεκμηρίωσης, καθώς και η διενέργεια ερευνών σχετικά με την επίτευξη των σκοπών και στόχων του Ε.Φ.Κ.Α..

εε. Η ανάπτυξη αναλογιστικού μοντέλου και η παρακολούθηση των αποτελεσμάτων του σε ετήσια βάση.

β. Τμήμα Στατιστικών και Οικονομικών Αναλύσεων

αα. Μεριμνά για την εκπόνηση ερευνών, μελετών και αναλύσεων για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος βάσει αρχών, όπως κόστουςοφέλους, με σκοπό την επισήμανση προβλημάτων, τη διερεύνηση αιτιών, την ανάλυση δυνατοτήτων και προοπτικών ανάπτυξης του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος.

ββ. Εκπονεί / επιβλέπει μελέτες που αφορούν στην ευθυγράμμιση του στρατηγικού προγράμματος του φορέα με την οργανωτική του διάρθρωση και επιβλέπει την εφαρμογή των οργανωτικών βελτιώσεων, που προκύπτουν από τις ως άνω μελέτες.

γγ. Η κατάρτιση μελετών και προβλέψεων με τη χρησιμοποίηση των στατιστικών στοιχείων απασχόλησης, αξιολόγηση των αποτελεσμάτων και σύνταξη συναφών εκθέσεων.

δδ. Η ειδική επεξεργασία των στατιστικών δεδομένων δημογραφικής κίνησης, αναπαραγωγικότητας, νοσηρότητας, θνησιμότητας, εργατικών ατυχημάτων κ.λπ. του ασφαλισμένου πληθυσμού και η κατάρτιση συναφών εκθέσεων.

εε. Η επιμέλεια της συγκέντρωσης, επεξεργασίας, αποθήκευσης και διανομής όλων των στοιχείων και των πληροφοριών που χρειάζονται για την παραγωγή του έργου των Κεντρικών Υπηρεσιών της Διοίκησης.

στστ. Η συνεργασία με ημεδαπά και αλλοδαπά κέντρα τεκμηρίωσης και λοιπούς φορείς που ασχολούνται με τη συγκέντρωση και επεξεργασία στοιχείων για θέματα συναφή με τα αντικείμενα του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Η κατάρτιση οικονομικών μελετών σχετιζομένων προς την οικονομική πορεία του Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και προς την κατά κλάδους και τομείς δραστηριότητά του.

 


 

Άρθρο 68δ.

Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών.

 

1. Η Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής και Επικοινωνιών διαρθρώνεται ως εξής:

α. Διεύθυνση Σχεδιασμού, Συντονισμού και Ασφάλειας

β. Διεύθυνση Υποδομών Πληροφορικής και Επικοινωνιών

γ. Διεύθυνση Εφαρμογών Πληροφορικής και Επικοινωνιών

δ. Αυτοτελές Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας.

2. Η Διεύθυνση Σχεδιασμού, Συντονισμού και Ασφάλειας συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Σχεδιασμού και Συντονισμού

β. Τμήμα Προδιαγραφών, Προμήθειας και Μητρώου Εξοπλισμού και Λογισμικού

γ. Τμήμα Ασφάλειας Συστημάτων και Εφαρμογών.

3. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Σχεδιασμού, Συντονισμού και Ασφάλειας κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Σχεδιασμού και Συντονισμού

αα. Ο προσδιορισμός, η ανάλυση, o σχεδιασμός, η ανάπτυξη και προμήθεια εφαρμογών πληροφορικής που απαιτούνται νια την υποστήριξη του έργου του Ε.Φ.Κ.Α..

ββ. Η σύνταξη μελετών και προτάσεων για θέματα πληροφορικής και επικοινωνιών.

γγ. Η παρακολούθηση, ο προγραμματισμός, η προετοιμασία και η διαχείριση έργων μέσω αναπτυξιακών προγραμμάτων (ΕΣΠΑ κ.λπ.) και λοιπών ευρωπαϊκών στρατηγικών σχεδίων.

δδ. Η έρευνα και ο σχεδιασμός για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών πληροφορικής.

εε. Η συγκέντρωση των εισηγήσεων των χρηστών και η καταγραφή των αναγκών για θέματα πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

στστ. Ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη διαδικασιών ελέγχου και εντοπισμού προβλημάτων στη λειτουργία των συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

ζζ. Ο συντονισμός των ενεργειών και των εργασιών των υπολοίπων υπηρεσιών της Γενικής Διεύθυνσης για την προμήθεια εξοπλισμού, εφαρμογών και υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνιών του Ε.Φ.Κ.Α..

ηη. Ο συντονισμός των περιφερειακών τμημάτων πληροφορικής σε θέματα λειτουργίας και υποστήριξης εξοπλισμού και λογισμικού.

θθ. Η σύνταξη και επικαιροποίηση του στρατηγικού σχεδίου πληροφορικής και επικοινωνιών.

β. Τμήμα Προδιαγραφών, Προμήθειας και Μητρώου Εξοπλισμού και Λογισμικού

αα. Η επιμέλεια για τον προσδιορισμό και τη σύνταξη των προδιαγραφών σχετικά με την προμήθεια εξοπλισμού, εφαρμογών, υπηρεσιών και αναλωσίμων πληροφορικής και επικοινωνιών.

ββ. Η παρακολούθηση της πορείας και των διαδικασιών διαβούλευσης, δημοσίευσης και αξιολόγησης των διαγωνισμών εξοπλισμού, εφαρμογών, υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνιών και αναλωσίμων.

γγ. Η παρακολούθηση και αξιολόγηση της πορείας υλοποίησης των συμβάσεων με τους αναδόχους εκτέλεσης έργων και προμήθειας αναλώσιμων που αφορούν εξοπλισμό και εφαρμογές πληροφορικής και επικοινωνιών.

δδ. Η παρακολούθηση τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων από τους εξωτερικούς συνεργάτες.

εε. Η τήρηση και η διαρκής ενημέρωση μητρώου εξοπλισμού, λογισμικού και εφαρμογών πληροφορικής και επικοινωνιών.

γ. Τμήμα Ασφάλειας Συστημάτων και Εφαρμογών

αα. Η παρακολούθηση και η διαρκής ενημέρωση της εξέλιξης των τεχνολογιών σε θέματα ασφάλειας των συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών.

ββ. Η εκπόνηση μελετών και η διατύπωση προτάσεων για τη διαμόρφωση της πολιτικής και του σχεδίου ασφάλειας που θα εφαρμόζεται από το Ε.Φ.Κ.Α..

γγ. Η παρακολούθηση της εφαρμογής του σχεδίου ασφάλειας και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς του.

δδ. Η διενέργεια περιοδικών και εκτάκτων ελέγχων για τη διαπίστωση της τήρησης των κανόνων ασφάλειας.

εε. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή διαδικασιών εναρμόνισης των πληροφοριακών συστημάτων του Ε.Φ.Κ.Α. με εθνικά και διεθνή πρότυπα ασφάλειας.

στστ. Η σύνταξη περιοδικών αναφορών και εκθέσεων ασφάλειας, καθώς και ετήσιας απολογιστικής έκθεσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ασφάλειας.

ζζ. Η επιμέλεια για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και γενικά των διαβαθμισμένων πληροφοριών.

4. Η Διεύθυνση Υποδομών Πληροφορικής και Επικοινωνιών συγκροτείται από τα Τμήματα:

α. Τμήμα Διαχείρισης Κεντρικών Υποδομών

β. Τμήμα Διαχείρισης Δικτυακών Υποδομών

γ. Τμήμα Διαχείρισης Υποδομών Περιφερειακών Υπηρεσιών.

5. Οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Υποδομών Πληροφορικής και Επικοινωνιών κατανέμονται μεταξύ των Τμημάτων ως εξής:

α. Τμήμα Διαχείρισης Κεντρικών Υποδομών

αα. Η διαχείριση, επίβλεψη, συντήρηση, υποστήριξη και παρακολούθηση των κεντρικών υποδομών πληροφορικής και επικοινωνιών.

ββ. Η εγκατάσταση και η επικαιροποίηση του λογισμικού των κεντρικών και περιφερειακών συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών.

γγ. Η περιοδική λήψη και φύλαξη αντιγράφων ασφαλείας δεδομένων, καθώς και η μέριμνα για την ανάκαμψη από καταστροφές.

δδ. Η εξασφάλιση της συνεχούς λειτουργίας και διαθεσιμότητας των συστημάτων πληροφορικής και υλοποίηση σχεδίων ταχείας ανάκαμψης αυτών από βλάβη ή καταστροφή.

εε. Η εφαρμογή αρχών και προτύπων ασφαλείας από εσωτερικές και εξωτερικές απειλές και κινδύνους.

στστ. Η μέριμνα για τη διαρκή ενημέρωση του υλικού τεκμηρίωσης όλων των κεντρικών συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών.

ζζ. Η περιοδική και έκτακτη αξιολόγηση των κεντρικών συστημάτων πληροφορικής και η έκδοση στατιστικών δελτίων σχετικών με τα θέματα των συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών.

ηη. Η παρακολούθηση της εξέλιξης της τεχνολογίας στα συστήματα πληροφορικής και επικοινωνιών και η διατύπωση απαιτήσεων για την αναβάθμιση ή την αντικατάσταση του υπάρχοντος εξοπλισμού και λογισμικού των κεντρικών συστημάτων πληροφορικής και επικοινωνιών.

θθ. Η καταγραφή των αναγκών και η διαχείριση των αναλωσίμων υλικών.

β. Τμήμα Διαχείρισης Δικτυακών Υποδομών

αα. Η ανάπτυξη, η διαχείριση, η επίβλεψη, η υποστήριξη και η παρακολούθηση των συστημάτων εξωτερικής επικοινωνίας (internet), καθώς και των εσωτερικών δικτύων (intranet).

ββ. Ο σχεδιασμός, η ανάπτυξη, η εγκατάσταση, η συντήρηση και η επικαιροποίηση του λογισμικού των συστημάτων εξωτερικής επικοινωνίας, καθώς και των εσωτερικών δικτύων.

γγ. Η εφαρμογή αρχών και προτύπων για την ασφάλεια των δικτ