16 | 10 | 2019
Αστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια ΑνενεργάΑστέρια Ανενεργά
 

Νέος κύκλος επιδείνωσης της σχέσης μεταξύ έμμεσης και άμεσης φορολογίας μετά τους τελευταίους προϋπολογισμούς της κυβέρνησης.

H νέα χρονιά άρχισε να τρέχει μαζί με το νέο κρατικό προϋπολογισμό. Για ακόμη μία φορά επιβεβαιώθηκε ότι από τις 18-22 Δεκεμβρίου εξελίχθηκε στη Βουλή μια τυπική διαδικασία. H κυβέρνηση αποφάσισε φόρους και δαπάνες, οι αποφάσεις της έγιναν νόμος, χωρίς τροποποιήσεις επί της αρχής ή επιμέρους. Αν δεν ίσχυε το κοινοβουλευτικό σύστημα, θα λέγαμε ότι εδώ ισχύει η αρχή «αποφασίζουμε και διατάσσουμε»... 
 

Όπως έχουμε δει στις σελίδες ιστορίας της «H», καθώς τελείωνε ο χρόνος, οι νεοελληνικοί προϋπολογισμοί του 19ου αιώνα, από τότε δηλαδή που απέκτησαν τα τυπικά χαρακτηριστικά για να ονομάζονται έτσι, κινήθηκαν στον άξονα μετατόπισης των εσόδων του κράτους από την άμεση στην έμμεση φορολογία. Ενώ ξεκίνησαν με αναλογία 2 προς 1 υπέρ των άμεσων φόρων, καθώς τερματιζόταν ο αιώνας, αυτή η σχέση ανατράπηκε. H αντιστροφή θα συνεχιστεί μέχρι τα τέλη σχεδόν του 20ού αιώνα. Τότε (μέσα δεκαετίας του 1990) θα αρχίσει να παρατηρείται μια μικρή αλλά ανιχνεύσιμη τάση μείωσης της σχέσης έμμεσων και άμεσων φόρων.
 H τάση αυτή σταματά με τους τελευταίους προϋπολογισμούς της κυβέρνησης K. Kαραμανλή και φαίνεται να αρχίζει τώρα ένας νέος κύκλος επιδείνωσης της σχέσης μεταξύ έμμεσης και άμεσης φορολογίας, πάλι υπέρ της πρώτης.
 
 Περισσότερα βάρη
 
 Μεταφερμένη αυτή η τάση από τη στατιστική στην καθημερινή ζωή σημαίνει περισσότερα βάρη για τα πλατιά λαϊκά στρώματα, αφού είναι καθολικά παραδεκτό, ανεξαρτήτως μοντέλων οικονομικής σκέψης, ότι κάθε αύξηση των έμμεσων φόρων πλήττει κυρίως τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Πρόκειται για μια κατεξοχήν άδικη φορολογική πολιτική. Είναι, όμως, η εύκολη λύση. Ταυτοχρόνως έχει το πλεονέκτημα να κρύβει την αδικία και μάλιστα να τη διαπράττει εν ονόματι μιας δήθεν ίσης μεταχείρισης.
 Το ποσοστό των έμμεσων φόρων στο τέλος του 19ου αιώνα, μετά τη φορολογική επιδρομή του Tρικούπη, φτάνει στο 75% των φορολογικών εσόδων. H ενίσχυσή τους θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια και καθώς μπαίνει η δεκαετία του 1930 θα αγγίζει το 82%!
 H υπερφορολόγηση των αστικών στρωμάτων συνεχίζεται, αν και στο μεταξύ (βενιζελική φορολογική μεταρρύθμιση του 1919) έχει επιβληθεί ο φόρος εισοδήματος. Μόνο που αυτός, με τον τρόπο εφαρμογής του, αποτελεί ένα ακόμη πλήγμα για τους μισθωτούς, σε συνδυασμό με τη διάρθρωση συνολικά του φορολογικού συστήματος. O καθηγητής Γ.B. Δερτιλής, που τεκμηριώνει στα σχετικά έργα του με στοιχεία και πίνακες αυτές τις γενικές τάσεις, συνοψίζει ως εξής τον πρώτο αιώνα λειτουργίας του νεοελληνικού φορολογικού συστήματος:
 
 «Στην αρχή της περιόδου (1833), με τους άμεσους φόρους που πλήρωνε, η ύπαιθρος κάλυπτε το 71% των συνολικών φορολογικών εσόδων. Το υπόλοιπο κάλυπταν οι έμμεσοι φόροι τους οποίους πλήρωναν οι κάτοικοι τόσο της υπαίθρου όσο και των πόλεων, χωρίς να έχουμε ακριβή στοιχεία για να διακρίνουμε μεταξύ τους τις αναλογίες επιβάρυνσης.
 
 
 Αναλογίες
 Στο τέλος της περιόδου (1833) με τους άμεσους φόρους που πλήρωναν οι μεν κάτοικοι της υπαίθρου κάλυπταν το 3% των συνολικών φορολογικών εσόδων, οι δε κάτοικοι των πόλεων το 15%. Το υπόλοιπο 82% που απέμενε το κάλυπταν οι έμμεσοι φόροι, που επιβάρυναν τους κατοίκους των πόλεων και της υπαίθρου αδιακρίτως».
 Αν και δεν μπορεί, όμως, με τα υπάρχοντα στοιχεία, να καταμετρηθεί η αναλογία της επιβάρυνσης, είναι αυτονόητο ότι το κύριο βάρος σήκωναν στην Ελλάδα των 6,5 περίπου εκατ. (πληθυσμός του 1933) οι κάτοικοι των πόλεων. Το αυτονόητο δεν προκύπτει από τη σύνθεση του πληθυσμού (44% αστικός και 56% αγροτικός). Αλλά από άλλες πραγματικότητες, μεταξύ των οποίων κυριότερη ήταν το καθεστώς αυτοκατανάλωσης ή ανταλλαγής στα αγροτικά νοικοκυριά, πράγμα που δεν ίσχυε για τα αστικά. O κανόνας ήταν οι κάτοικοι των πόλεων να καταβάλλουν στο ακέραιο τους έμμεσους φόρους για τα καταναλωτικά αγαθά τους.
 Την ίδια περίοδο που κάλπαζε η έμμεση φορολογία ήρθε και η άμεση για να συμπληρώσει τις απώλειες των λαϊκών στρωμάτων. Αντί αυτή να στραφεί σε άλλες πηγές, έπληξε πάλι κυρίως τους ίδιους. Tο εύκολο και η ταμειακή λογική είναι μια άλλη σταθερά του φορολογικού συστήματος ως τις μέρες μας...
 O φόρος εισοδήματος εμφανίζεται τη δεκαετία του 1900. Κατά την αρχική εφαρμογή των πρώτων μέτρων, τα αποτελέσματα είναι πενιχρότατα. Στον προϋπολογισμό του 1912 -τον πρώτο που καταρτίζει ο Eλ. Bενιζέλος από την αρχή και δεν αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων -φτάνει μόλις το 1%. Έκτοτε κι αυτός καλπάζει, αλλά από την άποψη που ενδιαφέρει εδώ, ιδιαίτερη σημασία έχει ποιοι τον καταβάλλουν.
 Σύμφωνα με τα στοιχεία των ειδικών, την επόμενη δεκαετία έφθασε στο 15% και το 1933 στο 43% του συνόλου των άμεσων φόρων.
 Όπως προκύπτει από τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, από το τελευταίο ποσοστό το 28% κάλυπταν οι εργαζόμενοι (με το φόρο μισθωτών υπηρεσιών ). Oλόκληρο το υπόλοιπο κάλυπταν όλοι μαζί οι άλλοι φορολογούμενοι (ανώτερα εισοδηματικά στρώματα, βιομήχανοι, έμποροι, τραπεζίτες κ.λπ.).
 
 Μηδενική επιβάρυνση
 H σχετική παράθεση στοιχείων θα μπορούσε να συνεχιστεί επί μακρόν. Tο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο καθηγητής Γ. Δερτιλής, που έχει επεξεργαστεί τα στοιχεία και τεκμηριώνεται απολύτως, είναι το ακόλουθο: «Από όλα αυτά προκύπτει ότι το φορολογικό σύστημα εξελίχτηκε μακροχρονίως εις βάρος των αστικών στρωμάτων χαμηλού εισοδήματος και ότι η επιβάρυνση των εύπορων στρωμάτων, σχεδόν μηδενική αρχικώς, ήταν ως τα τέλη του 19ου αιώνα σχεδόν ασήμαντη σε σύγκριση με τους φόρους, που εβάρυναν τις άλλες κοινωνικές τάξεις και διατηρήθηκε έως το 1933...».
 Τα εκατό πρώτα χρόνια (1833-1933) του νεοελληνικού φορολογικού συστήματος φέρουν τη σφραγίδα της κοινωνικής αδικίας. Καθώς η ίδια κατεύθυνση εξακολουθεί να θριαμβεύει, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι φέρουν και τη σφραγίδα της αντισυνταγματικότητας. Με την έννοια ότι αντί να μετριάζουν τις εισοδηματικές ανισότητες, τις αναπαράγουν και τις ενισχύουν.
 
 Απόπειρα δίκαιης διανομής...
 O Aλ. Παπαναστασίου στη Βουλή του 1912, μιλώντας για τον προϋπολογισμό εκείνης της χρονιάς, επιχειρεί έναν απολογισμό του φορολογικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τον X. Tρικούπη. Το ίδιο εξακολουθούσε να εφαρμόζεται, με ορισμένες αλλαγές, από τις κυβερνήσεις πριν από την επανάσταση στο Γουδί (περιορισμένη φορολογία εισοδημάτων και κινητών αξιών). Οχτώ περίπου δεκαετίες από τότε, οι επισημάνσεις του διατηρούν την αξία τους: «Κατά την τελευταίαν εικοσιπενταετίαν επεκράτησεν η ιδέα ότι διά την χώραν ημών, την εστερημένην κεφαλαίων, σκοπιμωτέρα φορολογική πολιτική είναι η διά των εμμέσων φόρων, διά των προστατευτικών δασμών, διά της συνάξεως μεγάλων δανείων επιδίωξις τής όσον το δυνατόν ταχυτέρας προαγωγής των λειτουργιών του κράτους και της αναπτύξεως του εθνικού πλούτου. Τα αποτελέσματα της τοιαύτης πολιτικής είναι γνωστά, είναι η πτώχευσις του κράτους...». O Παπαναστασίου δε μένει σε αυτή τη διαπίστωση, αλλά εξηγεί, επίσης, πως το ίδιο σύστημα «ευτύχησε» ως προ τη συγκέντρωση κεφαλαίων «εις τας χείρας ολίγων». H προγραμματική θέση του σοσιαλιστή ηγέτη του μεσοπολέμου, όπως αυτή εκφράζεται στα εκλογικά προγράμματα των κομμάτων που ηγείται (Λαϊκό, Δημοκρατική Ένωση) είναι ότι «το φορολογικό σύστημα πρέπει όχι μόνον να κατευθύνεται προς κάλυψιν των οικονομικών αναγκών της πολιτείας αλλά και προς δικαιοτέραν κατανομήν του πλούτου».
 
 Για τους «έχοντες»
 Διαπιστώνοντας ότι στην πράξη γίνεται διανομή, αλλά προς όφελος των κεφαλαιούχων, έρχεται σε σύγκρουση με τη δημοσιονομική πολιτική του Eλ. Bενιζέλου. Tον κατηγορεί ότι δεν προχωρεί στην «ελάττωσιν των εμμέσων φόρων και διαρρύθμισιν των αμέσων επί το επιστημονικότερον». Mε άλλες ευκαιρίες, σκιαγραφεί μια άλλη εκσυγχρονιστική, για την περίοδο του μεσοπολέμου, φορολογική πολιτική. Aιχμή της είναι η «ελάφρυνσις των φορολογικών βαρών του εργαζόμενου λαού δι εισαγωγής γενικού φόρου επί του εισοδήματος, φόρου επί της περιουσίας, φόρου επί των οικοπέδων, της κληρονομίας... Kαι εξ αντιθέτου διά περιορισμού των εμμέσων φόρων, κυρίως επί των αντικειμένων πρώτης ανάγκης...»
 
 O Aλ. Παπαναστασίου (1879-1936) στη σύντομη πρωθυπουργική θητεία του (1924 και 1932) δεν ευτύχησε να προωθήσει τη φορολογική μεταρρύθμιση, όπως την περιέγραφε. Οι προτάσεις του, όμως, αποδεικνύουν ότι υπήρχε εναλλακτική πρόταση απέναντι σε μια κρατική φορολογική πολιτική, που απέβλεπε αποκλειστικά σε ταμιευτικούς σκοπούς και μάλιστα με την έμμεση φορολόγηση -την ευκολότερη λύση για την εξουσία.

Σχετικά άρθρα
Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm
Περισσότερες πληροφορίες. Ok