20 | 09 | 2019

Αθήνα 23/01/2014
Αρ. πρωτ.: 
Σ40/17

ΙΚΑ  10


ΘΕΜΑ: α) Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 20 του Ν. 3801/2009, β) Κοινοποίηση των διατάξεων του άρθ. 8 του Ν. 3801/2009, για το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, στο οποίο χορηγείται σύνταξη λόγω αναπηρίας ορισμένου χρόνου, γ) Συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας μονίμων υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίοι κατά τη μονιμοποίηση τους επέλεξαν ως ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό φορέα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.


Α. Συμπληρωματικές οδηγίες για την εφαρμογή του άρθ. 20 του Ν. 3801/2009 .

1. Με την εγκύκλιο 6/2012 κοινοποιήθηκαν οι διατάξεις του άρθ. 20 του Ν. 3801/2009 και οι σχετικές οδηγίες για τη συνταξιοδότηση του προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.ΔΔ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, καθώς και των μονίμων υπαλλήλων των ίδιων φορέων που κατά τη μονιμοποίησή τους διατήρησαν το ασφαλιστικό καθεστώς του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
Η Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων με το με αρ. πρωτ. Φ.11221/9347/638/29.7.2013 έγγραφο διευκρίνισε ότι στις περιπτώσεις που ο υπάλληλος, κατ΄ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, επιλέγει την καταβολή των αποδοχών αντί της σύνταξης για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης ως την πρώτη ημέρα του επόμενου από την έκδοση της απόφασης συνταξιοδότησης μήνα, είναι δυνατή η καταβολή της σύνταξης από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης με παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 8 παρ. 14 του Ν. 2592/98 , δηλαδή με μείωση της κατά 70%, χωρίς ωστόσο να είναι δυνατή η αξιοποίηση του χρόνου αυτού, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές, όταν καταβάλλονται ταυτόχρονα αποδοχές και σύνταξη, ο χρόνος ασφάλισης δεν θεωρείται συντάξιμος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 6 του Ν. 1379/83 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθ. 17 του Ν. 1489/84 .
Επομένως, οι οδηγίες της εγκυκλίου 6/2012 διαφοροποιούνται ως προς το δεδομένο ότι η επιλογή των αποδοχών αντί της σύνταξης, δεν εκλαμβάνεται αυτοδίκαια ως αίτηση αναστολής της σύνταξης, αλλά, εάν επιθυμία του ασφαλισμένου είναι να μην καταστεί συντάξιμος ο χρόνος του, είναι δυνατή η καταβολή της σύνταξης, μειωμένης κατά 70%, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης.
Συνεπώς, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος καταθέτει στις υπηρεσίες σας υπεύθυνη δήλωση με την οποία επιλέγει να του καταβάλλονται οι αποδοχές της θέσης που υπηρετεί, θα πρέπει ταυτόχρονα να δηλώνει εάν επιθυμεί να είναι συντάξιμος ο χρόνος απασχόλησης μέχρι την ημερομηνία λύσης της υπαλληλικής του σχέσης.
Εφόσον επιλέξει ο χρόνος να είναι συντάξιμος, ως ημερομηνία έναρξης συνταξιοδότησης θα ορίζεται η ημερομηνία υποβολής της αίτησης, αλλά από την ίδια ημερομηνία η καταβολή της σύνταξης θα αναστέλλεται και θα επαναχορηγείται μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης (εγκ. 6/2012).
Όμως, εφόσον επιλέξει να μην είναι συντάξιμος, η έναρξη συνταξιοδότησης και η καταβολή της σύνταξης καθορίζονται από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης από την οποία ημερομηνία επιβάλλεται μείωση σε όλο το ποσό κατά 70%, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 8 παρ. 14 του Ν. 2592/98 .
Κατά τα λοιπά ισχύουν οι οδηγίες της εγκυκλίου 6/2012.

Β. Κοινοποίηση του άρθ. 8 του Ν. 3801/2009 για το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δευτέρου βαθμού, στο οποίο χορηγείται σύνταξη λόγω αναπηρίας ορισμένου χρόνου.

Επίσης, με το με αρ. πρωτ. Φ.11221/9347/638/29.7.2013 έγγραφο, η Γενική Γραμματεία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενημέρωσε την υπηρεσία μας ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 8 του Ν. 3801/2009 (Φ.Ε.Κ. 163/τ. Α΄/4.9.2009), στις περιπτώσεις που ζητείται συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας από το προσωπικό του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, το οποίο απασχολείται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και σύμφωνα με τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής δικαιούται σύνταξη λόγω αναπηρίας για ορισμένη χρονική διάρκεια, το προσωπικό αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια, χωρίς να λαμβάνει αποδοχές από την υπηρεσία του, εφόσον η νόσος είναι ιάσιμη κατά την εκτίμηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής.
Επομένως, στις περιπτώσεις αυτές η σύνταξη λόγω αναπηρίας θα χορηγείται χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση του εντύπου Σ5 για τη διακοπή της εργασίας, παρά μόνο βεβαίωση της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο ασφαλισμένος ότι αυτός βρίσκεται σε αναρρωτική άδεια χωρίς αποδοχές.

Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στο μόνιμο προσωπικό των Ν.Π.Δ.Δ. που έχει επιλέξει ως ασφαλιστικό φορέα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, για τους οποίους ισχύουν τα παρακάτω:


Γ. Συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας μονίμων υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.. οι οποίοι κατά τη μονιμοποίηση τους επέλεξαν ως ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό φορέα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Στις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (Ν. 3528/2007, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει) υπάγονται οι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι του κράτους και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Με τις διατάξεις των άρθ. 54-56 του Υπαλληλικού Κώδικα, προβλέπεται το δικαίωμα του υπαλλήλου και η διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας στην περίπτωση που ασθενήσει, σύμφωνα με τις οποίες, δικαιούται αναρρωτική άδεια με αποδοχές τόσων μηνών όσα και τα έτη υπηρεσίας του, από την οποία αφαιρείται το σύνολο των αναρρωτικών αδειών που έχει λάβει μέσα στην προηγούμενη πενταετία.
Η αναρρωτική άδεια που χορηγείται χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους 12 μήνες.
Επιπλέον, στα άρθρα 99 και 100 του Υπαλληλικού Κώδικα ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που η ασθένεια παρατείνεται πέρα από το μέγιστο χρόνο αναρρωτικής άδειας, είναι όμως κατά την εκτίμηση της υγειονομικής επιτροπής ιάσιμη, ο υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα.
Στις ίδιες διατάξεις προβλέπεται και η πράξη επαναφοράς του υπαλλήλου στην υπηρεσία, μετά το πέρας του χρόνου διαθεσιμότητας, η οποία εκδίδεται από τον Υπουργό ή τη Διοίκηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.
Με τις διατάξεις του άρθ. 147 επ. του ως άνω Κώδικα, ρυθμίζονται ρητά οι προϋποθέσεις λύσης της υπαλληλικής σχέσης, (με τη μορφή παραίτησης, έκπτωσης ή απόλυσης), από τις οποίες προκύπτει ότι η ασθένεια του υπαλλήλου, εφόσον είναι ιάσιμη, δεν συνιστά κατ΄ αρχήν λόγο απόλυσης, δεδομένων και των προβλέψεων για χορήγηση αναρρωτικής άδειας ή υπαγωγής σε καθεστώς διαθεσιμότητας, κατά τα ως άνω αναφερόμενα.
Επισημαίνεται ότι από καμιά διάταξη νόμου, διέπουσα την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού (μόνιμου ή Ι.Δ.Α.Χ.), του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. α΄ και β΄ βαθμού, δεν προβλέπεται έκδοση απόφασης απόλυσης ή λύσης της σύμβασης εργασίας, εξαιτίας συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας, πόσο μάλλον απόφασης επαναπρόσληψης σε περίπτωση που διακοπεί αυτή η σύνταξη, με συνέπεια την εκ νέου ανάληψη της υπηρεσίας.
Από το ανωτέρω νομοθετικό πλαίσιο συνάγεται ότι για τη συνταξιοδότηση λόγω αναπηρίας των μονίμων υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., οι οποίοι επέλεξαν κατά τη μονιμοποίησή τους ως ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό φορέα το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα διαδικασία και σε καμιά περίπτωση η χορήγηση από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ σύνταξης αναπηρίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν προϋποθέτει και οριστική λύση της υπαλληλικής σχέσης.
Εφόσον, λοιπόν, ο υπάλληλος κριθεί ανάπηρος για ορισμένο χρόνο, σύμφωνα με την έννοια του νόμου, του απονέμεται σύνταξη λόγω αναπηρίας, η οποία καταβάλλεταικατά συμψηφισμό με τις τακτικές αποδοχές της υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της αναρρωτικής άδειας που του χορηγείται από την υπηρεσία.
Γι΄ αυτό το λόγο, σε περίπτωση απονομής σύνταξης λόγω αναπηρίας σε μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίοι επέλεξαν το ασφαλιστικό -συνταξιοδοτικό καθεστώς του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, θα πρέπει τα Κέντρα Απονομών Συντάξεων να κοινοποιούν αντίγραφο της απόφασης συνταξιοδότησης στις υπηρεσίες που υπηρετούν τα πρόσωπα αυτά, προκειμένου αυτές να προβαίνουν στον ανωτέρω συμψηφισμό μέχρι την επάνοδο του υπαλλήλου στην υπηρεσία ή την οριστική απόλυση (στην περίπτωση συνταξιοδότησης επ΄ αόριστον).
Στο σημείο αυτό εφιστούμε την προσοχή σας στο γεγονός ότι η καταβολή από την υπηρεσία σε αυτούς τους συνταξιούχους, κατά συμψηφισμό με τη σύνταξη, ολόκληρου μισθού ή τμήματος αυτού, δεν αποτελεί αιτία κρίσης των ασφαλιστικών οργάνων του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ περί της ασφαλιστικής τους αναπηρίας, αφού είναι γνωστό ότι η ασφαλιστική αναπηρία αίρεται μόνο στην περίπτωση παροχής εργασίας του συνταξιούχου κατά τρόπο μόνιμο και σταθερό για διάστημα πλέον του εξαμήνου, με αποδοχές που υπερβαίνουν, ανάλογα με το ποσοστό αναπηρίας, τις αποδοχές υγιούς στην εργασία που παρείχε ο ασφαλισμένος πριν καταστεί ανάπηρος, ενώ, στην προκειμένη περίπτωση δεν παρέχεται εργασία, λόγω της αναρρωτικής άδειας στην οποία βρίσκεται ο υπάλληλος.

Σχετικά άρθρα
Πολιτική Cookies στην ΕΕ.. Το cookie είναι ένα μικρό τμήμα κειμένου που αποστέλλεται στο πρόγραμμα περιήγησης από έναν ιστότοπο που επισκέπτεστε. Διευκολύνει τον ιστότοπο να απομνημονεύει πληροφορίες σχετικά με την επίσκεψή σας, όπως την προτιμώμενη γλώσσα σας και άλλες ρυθμίσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να διευκολύνει την επόμενή σας επίσκεψη και να κάνει τον ιστότοπο πιο χρήσιμο για εσάς. Τα cookie παίζουν σημαντικό ρόλο. Χωρίς αυτά, η χρήση του ιστού θα ήταν μια πολύ πιο περίπλοκη εμπειρία. Χρησιμοποιούμε τα cookie για πολλούς λόγους. Τα χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, για την απομνημόνευση των προτιμήσεών σας όσον αφορά στην ασφαλή αναζήτηση, για να υπολογίσουμε τον αριθμό των επισκεπτών σε μια σελίδα ή για να σας διευκολύνουμε να εγγραφείτε στις υπηρεσίες μας και για να προστατεύσουμε τα δεδομένα σας. Περισσότερες πληροφορίες για τη χρήση των cookies μπορείτε να βρείτε στη σελίδα http://ec.europa.eu/ipg/basics/legal/cookies/index_en.htm
Περισσότερες πληροφορίες. Ok