20 | 04 | 2018

Αθήνα 13/03/2018
Αρ. πρωτ.:
22


ΘΕΜΑ: Ερώτηση για ποιές λογιστικές εγγραφές γίνονται σε πλειστηριασμό.

 

ΕΡΩΤΗΜΑ

Θα ήθελα να ρωτήσω ποιες είναι εκείνες οι λογιστικές εγγραφές που πρέπει να γίνουν σε βιβλία Γ κατηγορίας για την κάτωθι περίπτωση:
Σε Κοινωφελές Ίδρυμα ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με τήρηση βιβλίων Γ κατηγορίας εκπλειστηριάζεται το ακίνητο του που ασκούσε δραστηριότητα, τα πάγια του (έπιπλα ,μεταφορικά μέσα κ.λπ.), η άδεια λειτουργίας του, και οι απαιτήσεις του. Στη συνέχεια γίνονται πληρωμές βάσει του πίνακα κατάταξης του συμβολαιογράφου.
Η αναπόσβεστη αξία των παγίων του είναι μικρότερη της αξίας που του αποδίδεται με την κατακυρωτική έκθεση.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Στο Ενεργητικό του ισολογισμού του νομικού προσώπου βρίσκονται τα υπό κατάσχεση περιουσιακά στοιχεία, τα οποία μετά το τέλος του πλειστηριασμού και την κατακύρωση τους στους υπερθεματιστές, θα μεταβιβαστούν σε αυτούς, ενώ παραλλήλως θα αρχίσει και η διαδικασία εξόφλησης των χρεών του, όπως τα σχετικά ποσά αυτών εμφανίζονται στο σκέλος του Παθητικού.
Όπως είναι γνωστό, ο/η συμβολαιογράφος συντάσσει την κατακυρωτική έκθεση, όπου αναγράφεται περιληπτικά όλο το ιστορικό από την κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων μέχρι και την στιγμή της κατακύρωσής τους.
Ακολούθως, οι υπερθεματιστές καταβάλουν το πλειστηρίασμα και εκδίδονται οι κατακυρωτικές εκθέσεις. Εφόσον πρόκειται για ακίνητο ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, η κατακυρωτική έκθεση, μεταγράφεται στο οικείο υποθηκοφυλακείο (ή κτηματολογικό γραφείο) και αποτελεί τον τίτλο κτήσης του ακινήτου κ.λπ. για τον υπερθεματιστή.
Οίκοθεν νοείται, ότι τα βάρη που υπήρχαν στο ακίνητο, μετά την κατακύρωση, δηλαδή την απόκτησή του μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού, εξαλείφονται, ήτοι, το ακίνητο είναι πλέον ελεύθερο βαρών.
Τα εκπλειστηριασμένα περιουσιακά στοιχεία εμφανίζονται με την λογιστική τους αξία στα βιβλία της επιχείρησης, πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον, μετά την κατακύρωση, μεταβάλλεται το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, θα πρέπει οριστικώς να διαγραφούν.
Η απώλεια της λογιστικής τους αξίας, εξισορροπείται από το ύψος του πλειστηριάσματος. Ωστόσο, η απώλεια ακριβώς αυτή, έχει ως (υποχρεωτική) συνέπεια την απαλοιφή των χρεών της (ή μέρος αυτών), που σχετίζεται με τον πλειστηριασμό.
Συνεπώς, αν πρόκειται, επί παραδείγματι, για ακίνητο που κατακυρώθηκε σε υπερθεματιστή, ενδιαφέρουν η αναπόσβεστη αξία του και το πλειστηρίασμα1 (ως προς το ενεργητικό), καθώς και το μέρος του χρέους που απαλείφεται (ως προς το παθητικό). Στην περίπτωση αυτή, θα μεταφερθεί η αποσβεσμένη αξία του ακινήτου, μέχρι εκείνη τη στιγμή, στη πίστωση του λογαριασμού του ακινήτου, ώστε να προκύψει η αναπόσβεστη (λογιστική) αξία του. Ακολούθως, το πλειστηρίασμα του υπερθεματιστή, θα καταβληθεί για την κάλυψη και απαλοιφή του χρέους, οπότε θα χρεωθεί ο οικείος λογαριασμός υποχρέωσης, με πίστωση του λογαριασμού του ακινήτου (εξίσωση του σχετικού λογαριασμού και διαγραφή του περιουσιακού στοιχείου).
Οι διαφορές καταγράφονται ως θετικά ή ως αρνητικά έκτακτα (μη συνήθη) αποτελέσματα.
Επισημαίνεται πάντως, ότι εάν το πλειστηρίασμα δεν επαρκεί και εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από σχετική δικαστική απόφαση, συντάσσεται πίνακας κατάταξης δανειστών, οπότε στην περίπτωση αυτή ενδέχεται να εξακολουθεί να απομένει υποχρέωση για την οντότητα.


 

1 Το πλειστηρίασμα, ως γνωστό, καταβάλλεται στον αρμόδιο υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή παράδοσης επιταγής, ο οποίος πρέπει να καταθέσει το χρηματικό ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το αργότερο μέχρι την τρίτη εργάσιμη ημέρα από τον πλειστηριασμό. Τυχόν τόκοι προσαυξάνουν το πλειστηρίασμα. Η κατάθεση είναι ακατάσχετη και δεν εμπίπτει στην έννοια της πτωχευτικής περιουσίας.

Σχετικά άρθρα